Η αντικειμενική λειτουργική λογική και η έλλογη σκέψη του ανθρώπου

Από το βιβλίο του Βίλχελμ Ράιχ M.D. με τίτλο «Κοσμική Υπέρθεση», μτφρ. Αργυρώ Τσιραντωνάκη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1980, σελ. 138-156.

Η αλυσίδα των γεγονότων που ξετυλίγεται στη διάρκεια της βασικής φυσικής έρευνας, δείχνει τη λογική των συσχετίσεων μεταξύ ποικίλων φυσικών φαινομένων. Ο νεαρός επιστήμονας βιώνει το ξετύλιγμα της λογικής αλυσίδας των γεγο­νότων, σαν να υπήρχε μέσα στο σύμπαν αυτό που λέμε «λογική». Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν στην αλυσίδα υπεισέρχεται η μαθηματική λογική. Είναι πολύ πιθανό, οι πρώτες ιδέες γύρω από ένα απόλυτο «παγκόσμιο πνεύμα» ή όπως αλλιώς το ονομάσουμε —μ’ άλλα λόγια η απαρχή της θρησκευ­τικής σκέψης— να αναδύθηκαν από την ικανότητα του ανθρώπου να παρατηρεί και ν’ αναλύει τη φύση, με τέτοιο τρόπο ώστε απ’ τη δραστηριότητα αυτή να προέκυψε συνεπής, αντικειμενική λογική. Επίσης, έχουμε πολλούς λόγους να υποθέτουμε ότι, κάποτε, στο ιστορικό παρελθόν, το ανθρώπινο ζώο έμεινε κατάπληκτο μπρο­στά σ’ αυτή την ικανότητα να ακολουθεί λογικές αλυσίδες γεγο­νότων, που τον υπερέβαιναν. Αυτό που συνηθίζουμε να λέμε «αντικειμενική φυσική επιστήμη» είναι το άθροισμα τέ­τοιων αλυσίδων λογικών συσχετίσεων που μας υπερβαίνουν.

Αυτό, βέβαια, ηχεί σαν μυστικισμός πρώτης τάξης. Αυτός που έχει το πρακτικό μυαλό των τεχνικών υποθέσεων και ο εύστρο­φος πανέξυπνος διανοούμενος, συνηθίζουν να χαμογελούν ειρω­νικά μπροστά σε τέτοιες δηλώσεις. Ωστόσο, δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν το γεγονός ότι η αφηρημένη μαθημα­τική σκέψη είναι ικανή να προβλέψει αντικειμενικά φυσικά γε­γονότα. Οι βαθιά διεισδυτικές διαδικασίες της βασικής επιστημονικής σκέψης τούς είναι ξένες. Το ίδιο και οι συνδέσεις ανάμε­σα στη βαθιά διαίσθηση και την καθαρή σαν κρύσταλλο διανοητική επεξεργασία φυσικών λειτουργιών με τις οποίες αρχικά είχαμε μόνο διαισθητική προσέγγιση. Το ίδιο ισχύει επιπλέον και για βιοενεργειακές λειτουργίες όπως είναι η τέλεια φροντίδα που δίνουν οι μητέρες στα παιδιά τους στο ζωικό βασίλειο, οι λογικές δραστηριό­τητες των οργάνων, οι περισσότερες από τις ορθολογικές (αντι­κειμενικά λογικές) διαδικασίες της ανάπτυξης των φυτών, τα έργα ενός αληθινού μουσικού ή ζωγράφου. Ο χαρακτηρισμός αυτών των λειτουργιών ως πράξεις του ασυνείδητου, δεν σημαίνει τίποτα εδώ. Η ταύτιση του «ασυνείδητου» με το «παράλογο» είναι ανόητη. Το επόμενο ερώτημα είναι αναπόφευκτο: ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΗΓΑΖΕΙ Ο ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΣ ΝΟΥΣ; Και αν όλες οι λειτουργίες κάτω απ’ τον συνειδητό νου είναι «παράλογες», πως είναι δυνατόν η φύση να λειτουργούσε σωστά πολύ πιο πριν απ’ την ανάπτυξη της λογικής; Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία: οι φυσικές αντικειμενικές λειτουργίες είναι στη βάση τους ορθολογικές.

Η αντικειμενική λογική, που οδηγεί απ’ την υπέρθεση κατά τη γενετήσια επαφή, στην υπέρθεση μέσα στη μικροκοσμική (δημιουργία της ύλης) και στη μακροκοσμική σφαίρα (δημιουρ­γία του δακτυλίου του σέλατος, των τυφώνων και των γαλαξιών) άφησαν κατάπληκτο αυτόν που τ’ ανακάλυψε και τον συγκλόνισαν συγκινησιακά σε πολύ μεγάλο βάθος. Για χρόνια ολόκληρα απόρριπτε τ’ αποτελέσματα αυτής της λογικής κι αρνιόταν να πιστέψει ότι τα συμπεράσματα που έβγαζε απ’ αυτά μπορούσαν να είναι αληθινά. Για παράδειγμα, δίσταζε να παραδεχθεί ότι η αληθινή θρησκεία μπορούσε να είναι πολύ ορθολογική, παρ’ όλες τις μυστικιστικές της διαστρεβλώσεις, ότι μπορούσε να υπάρχει ένας ορθολογικός πυρήνας σε όλες τις θρησκευτικές πε­ποιθήσεις που πιστεύουν σε μια αντικειμενική ορθολογική δύναμη η οποία κυβέρ­να το σύμπαν. Όμως, παρόλο που δεν άλλαξε την επιστημονική του θέση και δεν πίστεψε ότι ένα προσωποποιημένο ή απόλυτο «πνεύμα» κυβερνά τον κόσμο, βρήκε ότι —περισσότερο από κάθε άλλη φορά— επικυρώνεται η πεποίθηση πως μέσα στο σύμπαν και στη ρίζα κάθε ύπαρξης υπάρχει και δρα μια φυσική δύναμη· μια δύναμη —ή όπως αλλιώς την ονομάσει κανείς— που, τελικά, μπορούν οι άνθρωποι να τη χειριστούν, να την κατευθύνουν και να τη μετρή­σουν, με εργαλεία φτιαγμένα απ’ τον άνθρωπο όπως το θερμόμε­τρο, το ηλεκτροσκόπιο, το τηλεσκόπιο, ο μετρητής Γκάιγκερ κ.λπ. Ενώ η ανακάλυψη της κοσμικής οργονικής ενέργειας, της αρχέγονης δημιουργικής δύναμης του σύμπαντος, ήταν ένας θρίαμβος τεράστιων διαστάσεων, η σημασία της δεν είχε τον ίδιο συγκινησιακό και διανοητικό αντίκτυπο, όπως εκείνον που βίωσε ο επιστήμονας κατά την ανακάλυψη μιας αντικειμενικής λειτουργικής λογικής, η οποία ενεργεί στις φυσικές λειτουργίες που υπερβαίνουν την προσωπική του ύπαρξη. Μέσα στη συγκινησιακή του έξαρση, άρχισε να καταλαβαίνει την απόλυτη αναγκαιότητα της ιδέας του «Θεού» που υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα απ’ τη φυλή τους ή το είδος της πρωτόγονης επίγνωσης που είχαν γι’ αυτή τη λογική της φύσης. Δεν είχε σημασία το γεγονός ότι οι ορθολογικές λογικές αλυσίδες γεγονότων του σύμπαντος είχαν τόσο άσχημα μυστικοποιηθεί και προσωποποιηθεί· ή ότι το θρησκευτικό συναίσθημα και σκέψη είχαν χρησιμοποιηθεί κακώς και τόσο σκληρά για το συμφέρον δευτερογενών όρμων, όπως είναι οι πόλεμοι, η εκμετάλλευση της ανθρώπινης δυστυχίας και απελπισίας κ.λπ. Ο «Θεός», στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ως το τελείως λογικό αποτέλεσμα της γνώσης του ανθρώπου για την ύπαρξη μιας αντικειμενικής, λειτουργικής λογικής στο σύμπαν. Επιπλέον, φάνηκε τώρα, αρκετά λογικό το γεγονός ότι ο άνθρωπος συνειδητοποιούσε ολοένα περισσότερο, παρόλη τη διαστρέβλωση και τη σύγχυση, πως κατά κάποιον τρόπο η ίδια αυτή λογική λειτουργούσε μέσα του. Διαφορετικά, πώς θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος τη λογική της φύσης έξω απ’ αυτόν; Ακόμα, πώς θα μπορούσε να μη συνειδητοποιήσει ότι έπαιζε διπλό ρόλο μέσα στη ροή της φύσης; Πρώτον, συνειδητοποιώντας την ικανότητά του να γνωρίζει ενεργητικά τη λογική της φύσης πέρα απ’ τον εαυτό του· και δεύτερον, παρά την ικανότητά του αυτή, να είναι τόσο ανίσχυρος μπροστά στην παντοδύναμη λογική που τον υπερβαίνει, όπως παρουσιάζεται στη γέννηση και το θάνατο, στην ανάπτυξη και την αγάπη και, πάνω απ’ όλα, στη ακαταμάχητη ορμή για γενετή­σια επαφή. Θα πρέπει να ’χει απ’ την αρχή κιόλας καταλάβει πως οι γενετήσιες ορμές του τον έκαναν να «χάνει τον έλεγχο» και τον μετέτρεπαν σ’ ένα κομμάτι από συσπώμενο, ρέον πρωτόπλασμα. Είναι πολύ πιθανό, σ’ αυτό το σημείο ακριβώς, να γεννήθηκε το γνωστό άγχος οργασμού του ανθρώπου. Επομένως, δεν είναι ν’ απο­ρεί κανείς, που οι περισσότερες μονοθεϊστικές θρησκείες καταδικάζουν τη γενετήσια επαφή μέσα από τέλεια άρνηση κάθε ηδονής, όπως συμβαίνει με τη βουδιστική θρησκεία, και με τη συκοφάντηση της γενετήσιας επαφής ως «λαγνεία», όπως συμβαίνει στον μεταγενέστερο καθολικισμό. Μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι η ορμή που ωθεί τον άνθρωπο να ξεπεράσει τη βασική φυσική λειτουργία του οργασμικού σπα­σμού που τον κάνει ανίσχυρο, δικαιολογήθηκε αργότερα με την ανάπτυξη άσχημων, δευτερογενών, διεστραμμένων, σαδιστικών σκληρών ορμών. Οι πρώτοι αγώνες των ιδρυτών πολλών θρη­σκειών, κατευθύνονταν, αρκετά φανερά, εναντίον αυτών των δια­στρεβλώσεων της φύσης. Εφόσον δεν ήταν ακόμα δυνατή η διάκριση μεταξύ πρωτογενών, φυσικών γενετήσιων ορμών και δευτερογενών, διεστραμμένων, σκληρών, λάγνων ορμών, η πιο ουσιαστική ρίζα του ανθρώπου στη φύση, ο οργασμικός σπασμός, υπέκυψε στην καταπίεση, στο οργανικό μπλοκάρισμα και, τελικά, σε βαριά καταδίκη, μαζί με τις δευτερογενείς αντικοινωνικές ορμές, απ’ τις όποιες οι πρωτογενείς δεν διαχωρίστηκαν.

Με αυτό τον τρόπο, ο άνθρωπος «έχασε τον παράδεισό του» (την οργασμική ρίζα στη φύση) και υπέκυψε σε «αμάρτημα» (σεξουαλική διαστροφή). Έχασε την επαφή με μια απ’ τις πιο σημαντικές ρίζες του στη φύση κι επομένως με την ίδια τη φύση, όχι μόνο στην αισθητηριακή και συγκινησιακή, αλλά και στη διανοητική σφαίρα. Δεν μπορούσε ούτε να έχει επαφή ούτε να κατανοεί τη φύση, παρά μόνο με διαστρεβλωμένους μυστικιστι­κούς τρόπους ή με αφηρημένη σκέψη. Στα ανώτερα μαθηματικά, λίγα ανθρώπινα ζώα διατήρησαν ένα μικρό μέρος φυσικής επαφής με τη λογική που υπάρχει στην αντικειμενική φύση, και διακρίθηκαν ως ιδιαίτερα και έξοχα μυαλά διαχωρισμένα απ’ την υπόλοιπη ανθρωπότητα, που είχε χάσει την αίσθηση των φυσι­κών λειτουργιών. Επιπλέον, η ζωή, ο Θεός, η γενετησιότητα παρέμειναν παντοτινά ταμπού, απρόσιτα κι άπιαστα, είτε δοξά­ζονταν στον παράδεισο είτε καταδικάζονταν στην κόλαση. Η ασάφεια μεταξύ κόλασης και παράδεισου, θεού και διαβόλου, η αμοιβαία τους αλληλεξάρτηση κι εναλλακτικότητα, παρέμειναν ένα απ’ τα βασικά χαρακτηριστικά κάθε ηθικής θεολογίας. Η έντονη αυτή αντίθεση εκφραζόταν σε πολλές άλλες διχοτομή­σεις μέσα στις χιλιετηρίδες, όπως φύση εναντίον πολιτισμού, αγάπη εναντίον εργασίας κ.λπ.

Ας μην ακολουθήσουμε παραπέρα αυτή τη γραμμή σκέψης. Έχουμε ασχοληθεί μαζί της σε πολλές περιπτώσεις, σε πολλά διαφορετικά πλαίσια της ανθρώπινης παθολογίας, κοινωνιολογίας, εθνολογίας, στην πρώιμη οργονομία, καθώς και σε πολλούς άλλους κλάδους της ανθρώπινης γνώσης. Η μόνη επιπλέον γνώση που θα διασφαλιστεί σ’ αυτή τη μελέτη είναι η βασική ταυτότητα μεταξύ της αντικειμενικής λογικής στη φύση όπως καταγράφεται από τις αισθήσεις του ανθρώπου, και της δύναμης της ίδιας της έλλογης σκέψης που βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο. Εκφρασμένες σύμφωνα με τη δική μας οργονομετρική, λειτουργική γλώσσα:

Leitourgiki tehniki GRK 1

Ας επαναλάβουμε: αυτός που ανακάλυψε την αρχέγονη οργονική ενέργεια, που λειτουργεί μέσα στον άνθρωπο (βιοενέργεια) και έξω από τον άνθρωπο (κοσμική αρχέγονη ενέργεια), βρέθηκε αντιμέτωπος με τη λειτουργική αυτή ταυτότητα της αντικειμενικής και υποκειμενικής φυσικής λογικής. Ένιωσε σαν εργα­λείο αυτής της λογικής, ένα πολύ ενεργητικό και πιστό εργαλείο. Την ακολούθησε όπου τον οδήγησε, με δέος και βαθιά συναίσθη­ση υπευθυνότητας, καθώς και ταπεινότητας. Η λειτουργική ταυ­τότητα της βιολογικής και κοσμικής υπέρθεσης, ήταν το αποτέ­λεσμα αυτής της συμφωνίας, της εξωτερικής και εσωτερικής φυσικής λογικής.

Ποια είναι επομένως η βασική λειτουργία της ανακάλυψης της κοσμικής οργονικής ενέργειας στη ροή της φυσικής εξέλιξης;

Δεν είναι κούφια θεωρητικολογία να προσδιορίσουμε τη θέση του καθενός μέσα στο ρεύμα των φυσικών γεγονότων. Αυτό που ειδικά εννοούμε εδώ δεν είναι το γεγονός πως ο άνθρωπος, ως ζώο, δημιουργήθηκε από την κοσμική εξέλιξη. Το ερώτημα εδώ είναι τι συνεπάγεται η διαδικασία της ανακάλυψης της ροής της οργόνης μέσα κι έξω απ’ τον άνθρωπο, για τη θέση του μέσα στη φύση και τον τρόπο που μπορεί να τη χειρισθεί. Ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα ριζωμένος στη φύση· αντιλαμ­βάνεται και προσπαθεί να κατανοήσει και να χρησιμοποιήσει τη φύση.

Η ανακάλυψη της αρχέγονης δυναμικής της φύσης θα έχει σαν αναγκαία συνέπεια να ξεπεραστεί η μυστικοποίηση της. Είναι υπερβολικό επομένως να πούμε ότι η ανακάλυψη των λειτουργιών της κοσμικής οργόνης μέσα στο ανθρώπινο ζώο, μπορεί ν’ αντιπροσωπεύει κάλλιστα ένα σημαντικό εξελικτικό βήμα προς τα εμπρός, προς την κατεύθυνση μιας απαλλαγμένης από κάθε αντίφασης λειτουργικής ενότητας της ροής των κοσμικών και διανοητικών εξελίξεων.

Η ανθρώπινη ιστορία αφήνει ελάχιστες αμφιβολίες ότι, μέχρι την ανακάλυψη αυτή, οι διανοητικές δραστηριότητες του ανθρώπου λειτουργούσαν κυρίως σε αντίθεση προς την κοσμική ενέργεια. Εν μέρει, η αντίθεση αυτή εκφράστηκε με τη μυστικοποίηση και την προσωποποίηση του αρχέγονου δημιουργού και κινητή των πάντων. Σε άλλους τομείς, εκφράστηκε με τη μορφή άκαμπτων, μηχανιστικών ερμηνειών της φύσης. Αυτό υπήρξε ιδιαίτερα αληθινό τούς τρεις τελευταίους αιώνες, κατά τη διάρ­κεια των όποιων ανα­πτύχθηκε η μηχανιστική, ατομική, χημική θεώρηση, σε αντίθεση προς τη μυστικιστική διαστρέβλωση της φύσης. Στο βιβλίο Αιθέρας, Θεός και διάβολος, έγινε μια προσ­πάθεια να δειχθεί ότι η πρωτόγονη ανιμιστική θεώρηση ήταν πιο κοντά στη φυσική λειτουργικότητα, σε σύγκριση με τη μυ­στικιστική και τη μηχανιστική. Η μυστικιστική ξεπεράστηκε από τη μηχανιστική· δεν έχασε ποτέ όμως την εξουσία της στην πλειοψηφία της ανθρωπότητας. Τόσο ο μυστικισμός, όσο και ο μηχανικισμός έχουν αποτύχει ως συστήματα σκέψης. Ο μηχανικισμός υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη θέση του, κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού αυτού του αιώνα, αρχίζοντας με την ανακάλυψη της πυρηνικής ακτινοβολίας και την απόδειξη απ’ τον Πλάνκ της δράσης των κβάντα, στη βάση λειτουργίας του σύμπαντος. Η ανιμιστική κι όχι η μυστικιστική θεώρηση ήταν ό πρόδρομος της λειτουργικής σκέψης, όπως εκφράστηκε πολύ ξεκάθαρα από την vis animalis [ζωική δύναμη] του Κέπλερ, η οποία κινεί τους ουρανούς.

Η οργονομία, χωρίς να ’χει συνείδηση του γεγονότος αρχικά, είχε βρει το νήμα που οδηγούσε, μ’ ένα κρυφό τρόπο, απ’ την πιο πρωτόγονη αντίληψη του αρχαίου ανθρώπου για τη φύση (ανιμι­σμός), προς την εδραίωση της τέλειας λειτουργικής ταύτισης μεταξύ ζωικής ενέργειας (οργανισμικής οργονικής ενέργειας) και κοσμικής οργονικής ενέργειας. Η ταύτιση αυτή των δυο μορφών ύπαρξης είναι φυσικά μια πρόσφατη εξέλιξη. Πριν ο άνθρωπος μπορέσει να στοχαστεί τη φύση, έπρεπε να υπάρξει ως οργανωμένο μικροσκοπικό κομμάτι κοσμικής οργονικής ενέργειας· και πριν μπορέσει να υπάρξει, έπρεπε να αναπτυχθεί μέσα από μια μακριά σειρά προγόνων. Οι πρόγονοι αυτοί, είτε στοχάστηκαν την καταγωγή τους είτε όχι, χρειάστηκε να εξελιχθούν από πολύ πρωτόγονα, πρωτοπλασματικά, οργονοτικά έμβια όντα, που αναμ­φίβολα είχαν ήδη την ικανότητα να αντιλαμβάνονται και ν’ αντιδρούν στον ωκεανό της οργονικής ενέργειας που τα περιέβαλε. Τα παραπάνω αποτελούν απλώς μια επισκόπηση, που σκοπό έχει να εξασφαλίσει μια σταθερότερη βάση για τα βασικά μας ερωτήμα­τα:

  1. Γιατί ο άνθρωπος ήταν το μοναδικό ζωικό είδος που ανά­πτυξε θωράκιση;
  2. Ήταν η θωράκιση του οργανισμού ένα λάθος της φύσης, εφόσον είναι καθαρά υπεύθυνη για τη μυστικοποίηση και για τη μηχανικοποίηση της φύσης;

Το πρόβλημα γιατί ό άνθρωπος ήταν το μόνο ζωικό είδος που ανάπτυξε θωράκιση γύρω απ’ τον ζωντανό πυρήνα του, απασχολεί έντονα τον οργονομικό εκπαιδευτή και γιατρό στην καθη­μερινή του δουλειά. Πρέπει να αφαιρέσει τη θωράκιση από άρρω­στους ανθρώπους και να προλάβει τη θωράκιση των παιδιών. Στο δύσκολο αυτό έργο, όχι μόνο βιώνει τον τρόμο που ξεσπάει όταν διαλύεται η θωράκιση, αλλά υποφέρει και από κάθε είδους επικίνδυνες επιθέσεις ενάντια στο έργο του και την ίδια την ύπαρξή του, από ανθρώπους που βρίσκονται παντού στο περιβάλλον του. Αν δεν υπάρχει τίποτα πέρα απ’ τα σύνορα των φυσικών διεργασιών, γιατί υπάρχει η θωράκιση του ανθρώπινου είδους, αφού έρχεται σε σύγκρουση με την ανθρώπινη φύση σε κάθε βήμα της και καταστρέφει τις φυσικές, πλούσιες δυνατότητές του; Αυτό φαίνεται παράλογο. Γιατί η φύση έκανε αυτό το «λά­θος;» Γιατί μόνο στο ανθρώπινο είδος; Γιατί όχι και στο ελάφι ή στον σκίουρο; Γιατί μόνο στον άνθρωπο; Ο «ανώτερος προορι­σμός» του, οπωσδήποτε δεν αποτελεί την απάντηση. Η θωράκιση έχει καταστρέψει τη φυσική αξιοπρέπεια και τις ικανότητες του ανθρώπου, κι έχει έτσι αποκλείσει «ανώτερες» εξελίξεις. Ο εικο­στός αιώνας είναι μάρτυρας αυτού του γεγονότος.

Ή μήπως η διαδικασία της θωράκισης του ανθρώπου δεν είναι καθόλου λάθος της φύσης; Μήπως η θωράκι­ση να δημιουργήθηκε με κάποιο κατανοητό, ορθολογικό τρόπο, παρόλη την παράλογη φύση της και τις συνέπειές της;

Ξέρουμε, πως οι κοινωνικοοικονομικές επιρροές (δομή της οικογένειας, πολιτιστικές ιδέες περί της αντίθεσης φύσης-πολιτισμού, οι απαιτήσεις του πολιτισμού, η μυστικιστική θρη­σκεία, κ.λπ.) είναι κείνες που, κατά κύριο λόγο, αναπαράγουν τη θωράκιση σε κάθε γενιά νεογέννητων βρεφών. Τα βρέφη αυτά, ως ενήλικα, θα αναγκάσουν τα δικά τους παιδιά να θωρακι­στούν, εκτός κι αν κάπου, κάποτε, σπάσει η αλυσίδα. Η σημερι­νή κοινωνική και πολιτιστική αναπαραγωγή της θωράκισης, δε σημαίνει πως όταν πρωτοεμφανίστηκε η θωράκιση, στο μακρινό παρελθόν της εξέλιξης του ανθρώπου, ήταν και πάλι κοινωνικοοικονομικές επιρροές που έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της. Φαίνεται πως συμβαίνει το αντίθετο. Το πιθανότερο είναι ότι η διαδικασία της θωράκισης προϋπήρχε και οι κοινωνικοοικονο­μικές διαδικασίες, που σήμερα και σ’ ολόκληρη τη γραπτή ιστο­ρία αναπαράγουν τον θωρακισμένο άνθρωπο, ήταν απλώς τα πρώ­τα σημαντικά αποτελέσματα της βιολογικής παρέκκλισης του ανθρώπου. Η ανάδυση του μυστικιστικού και μηχανιστικού τρό­που ζωής από τη θωράκιση του ανθρώπινου ζώου, έχουν πολύ ξεκάθαρα εκφραστεί και πολύ καλά μελετηθεί, για να μπορούν πια ν’ αγνοηθούν η να παραβλεφθούν. Με την κατάρρευση της θωράκισης, η νοοτροπία του ανθρώπου αλλάζει μ’ ένα τόσο βασι­κό και ολοκληρωτικό τρόπο, προς την κατεύθυνση της επαφής και της ταύτισης με τον φυσικό του τρόπο λειτουργίας, ώστε δεν μπορεί να υπάρξει πλέον αμφιβολία ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στη θωράκιση και τον μυστικισμό καθώς και τον μηχανικισμό.

Ωστόσο, το ερώτημα πώς μόνο το ανθρώπινο ζώο μέσα από τα διάφορα ζωικά είδη θωρακίστηκε, παραμένει άλυτο, επισκιάζοντας κάθε θεωρητικό και πρακτικό βήμα στην εκπαίδευση, την ιατρική, την κοινωνιολογία, τις φυσικές επιστήμες κ.λπ. Εδώ δεν γίνεται καμιά απόπειρα να λυθεί αυτό το πρόβλημα. Είναι πολύ περίπλοκο. Τα συγκεκριμένα γεγονότα που θα μπορούσαν πιθανώς να δώσουν μια απάντηση, είναι θαμμένα σ’ ένα υπερβο­λικά μακρινό παρελθόν, που η ανασυγκρότησή του δεν είναι πια δυνατή.

Αυτό που ακολουθεί τώρα, είναι κάτι περισσότερο από κενή θεωρητικολογία, στο μέτρο που στηρίζεται σε σύγχρονες και άφθονες κλινικές εμπειρίες. Είναι κάτι λιγότερο από πρακτικά εφαρμόσιμη θεωρία, στο μέτρο που δεν προσφέρει καλύτε­ρη κατανόηση του προβλήματος. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ν’ ακολουθήσουμε μια ορισμένη γραμμή σκέψης, για να δούμε πού οδηγεί, και τελικά, να στοχαστούμε πάνω στην ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται και να καταλαβαίνει καταστάσεις, όπως είναι η ύπαρξη δύο κοσμικών ρευμάτων οργόνης που, με την υπέρθεση, δημιουργούν κυκλώνες οι οποίοι στρο­βιλίζονται με αριστερόστροφη φορά στα βόρεια, και δεξιόστροφη στα νότια του ισημερινού. Συνεπώς, η περιέργειά μας είναι εντελώς δικαιολο­γημένη.

Η ανάπτυξη της οργονομίας οδηγήθηκε απ’ τη λογική ενοποίηση της φυσικής λειτουργικότητας:

Πρώτον: Εκείνο που οδήγησε στις βαθιές συγκινήσεις που κλείνονται μέσα στη θωράκιση, ήταν η λειτουργική ανάλυση της στρωμάτωσης της ανθρώπινης χαρακτηρο­δομής.

Δεύτερον: Η ανακάλυψη του βαθιά κρυμμένου οργασμικού άγχους και οργασμικού σπασμού προήλθε απ’ τη λογική, λει­τουργική αφαίρεση των στρωμάτων της θωράκισης.

Τρίτον: Αυτό που αποκάλυψε τη βιοενεργειακή φύση και τον πασίγνωστο κανόνα της ζωής που συμβαίνει σε τέσσερις χρόνους: ένταση – φόρτιση – εκφόρτιση – χαλάρωση, ήταν η έλλογη σκέψη περί υπερπροσωπικής και υπερψυχολογικής φύσης της λειτουργίας του οργασμού.

Τέταρτον: Ήταν και πάλι η λειτουργική σκέψη, που καθρέφτιζε όλο και πιο πιστά τις φυσικές αντικειμενικές λειτουρ­γίες, εκείνη που οδήγησε απ’ τον κανόνα της ζωής στα βιόντα ή ενεργειακές κύστεις και από εκεί στην ανακάλυψη της ακτινοβολίας των βιόντων, δηλαδή, τη Βιοενέργεια.

Πέμπτον: Η ίδια κόκκινη κλωστή της λειτουργικής σκέψης οδήγησε απ’ την ενέργεια που υπάρχει μέσα στους ζωντανούς οργανισμούς, στο ίδιο είδος ενέργειας έξω στην ατμόσφαιρα και από εκεί σ’ ολόκληρο το σύμπαν: την ΚΟΣΜΙΚΗ ΟΡΓΟΝΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ.

Έκτον: Τέλος, ήταν και πάλι η λειτουργία του οργασμού, συνοψισμένη σε μια γενικής ισχύος φυσική αρχή, την υπέρθεση, που οδήγησε στην κατανόηση του δακτυλίου του σέλατος και από εκεί, στον χαρακτηριστικό στροβιλισμό των κυκλώνων, που αποτε­λούνται από πολλούς βραχίονες, και των γαλαξιακών νεφελωμά­των.

Ο αναγνώστης ίσως γνωρίζει το γεγονός, ότι μια τέτοια αλληλουχία, δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση, να έχει προκύψει αυθαίρετα. Κανένας ανθρώπινος νους και καμιά τολμηρή ανθρώ­πινη φαντασία δεν θα μπορούσε να συναγωνιστεί την τεκμηριωμέ­νη αυτή λογική, με την πληθώρα φαινομένων και συσχετίσεων, που αποκάλυψαν το μυστικό τους στον φυσικό παρατηρητή, που σκεφτόταν λειτουργικά.

Αυτή η συνέπεια της σκέψης με την αλυσίδα των ολοένα περισσότερο πολυάριθμων λειτουργιών που αποκαλύφτηκαν, δεν ήταν λιγότερο εκπληκτική και μερικές φορές τρομακτική, για τον παρατηρητή που τα ανέλυε, απ’ όσο θα είναι στον αναγνώ­στη της οργονομικής βιβλιογραφίας, η οποία καλύπτει μια περίοδο περίπου τριάντα χρόνων. Καθώς ξεδιπλωνόταν βαθμιαία η διαδικασία της λειτουργικής σκέψης, ο παρατηρητής δεν επεξεργάστηκε μόνο τη μέθοδο αυτού του είδους της λειτουργικής σκέψης· ταυτόχρο­να, βίωσε πολύ έντονα την κατάπληξή του μπροστά στην ίδια του τη δύναμη σκέψης, που βρισκόταν σε τόσο τέλεια αρμονία με τα φυσικά γεγονότα που αποκαλύπτονταν. Η ίδια η λειτουρ­γία της έλλογης σκέψης, ως τμήμα της φυσικής λειτουργικότη­τας, έφτασε να γίνει ένα σημαντικό αντικείμενο μελέτης. Και να μερικές σκέψεις σχετικά με την ίδια την ικανότητα της έλλογης σκέψης:

Πριν υπάρξει οποιαδήποτε ζωή, υπήρχε το ρεύμα της κοσμι­κής οργονικής ενέργειας. Όταν οι κλιματικές συνθήκες αναπτύχθηκαν αρκετά στον πλανήτη, η ζωή άρχισε να εμφανίζεται με τη μορφή, πιθανώς, πρωτόγονων, πλασματικών λεπιών, όπως αυτά που αναπαραγάγαμε στο Πείραμα XX. Απ’ τα λέπια αυτά αναπτύχθηκαν μονοκύτταροι οργανισμοί μέσα στο πέρασμα αιώνων. Από εκείνο το σημείο και μετά, η κοσμική οργονική ενέργεια δεν έρεε μόνο στους απέραντους γαλαξιακούς χώρους αλλά και μέσα σε μικροσκοπικά κομμάτια μεμβρανώδους ύλης, παγιδευμένη μέσα σε μεμβράνες όπου συνέ­χιζε να στροβιλίζεται, ακολουθώντας ένα κλει­στό σύστημα ροής. Δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι το μικροσκοπικό αυτό κομμάτι ρέοντος πρωτοπλάσματος είχε ήδη ανα­πτύξει την ικανότητα ν’ αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, μολονότι κατείχε ήδη την ικανότητα ν’ αντιδρά σε εξωτερικά και εσωτερικά ερεθίσματα. Μπορούσε να διεγερθεί, όπως μπορεί να διεγερθεί η οργονική ενέργεια που ρέει έξω απ’ τα όρια των μεμβρανών.

Ο περιορισμός από μεμβράνες στο εσωτερικό τους μιας μικρής ποσότητας κοσμικής οργονικής ενέργειας, ήταν η πρώτη σαφής διαφορο­ποίηση της ζωής απ’ τη μη ζωή, της οργανισμικής από την άβια οργονική ενέργεια. Ως εδώ τα πράγματα μοιάζουν ξεκάθαρα, παρό­λο που είναι ακόμα αδύνατο να πούμε πολλά για το πώς και το γιατί της γενετικής αυτής διαφοροποίησης. Πρέπει να έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια, αδιανόητα για το ανθρώπινο μυαλό, πριν η οργονική ενέργεια αυτή, που ρέει μέσα σε μεμβράνες σε κλειστές τροχιές, όπως το αίμα στ’ ανώτερα ζώα, αρχίσει να αναπτύσσει την ικανότατα να αντιλαμβάνεται την ίδια της τη ροή, τη διέγερση, την «ευχαρίστηση» κατά τη διαστολή, το «άγχος» κατά τη συστολή.

Έχουμε τώρα τρία ενεργειακά ρεύματα που αναδύονται το ένα από το άλλο, ενοποιημένα μεταξύ τους: την κοσμική ροή, την περιορισμένη μέσα σε μεμβράνες ροή και την πρώτη αντίληψη της ίδιας της ροής, δηλαδή την ΟΡΓΟΝΟΤΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ. Ένα σκουλήκι ή ένα σαλιγκάρι μπορούν κάλλιστα ν’ αντιπροσωπεύουν το στάδιο εξέλιξης, όπου η αίσθηση προστέθηκε στην αντικειμενική ροή του πρωτοπλάσματος. Η οργονοτική αυτή αίσθηση εκφράζεται, πιο ξεκάθαρα, στην ορμή για υπέρθεση κατά τη σεξουαλική διαδικασία. Υπάρχουν, ήδη, ο σπασμός όλου του οργανισμού και η εκφόρτιση του πλεονάσματος της ενέργειας. Η φάση αυτή θα πρέπει να διάρκεσε τεράστια χρονική περίοδο, ώσπου να φτάσει στο στάδιο των ανώτερων ζώων. Σε ένα ελάφι ή σε έναν ελέφαντα η αντικειμενική ροή της ενέργειας και η αίσθηση της ροής είναι ακόμα ενωμένες. Ως εδώ, πιθανώς δεν έχει παρουσιαστεί καμιά αντίφαση, κανένα μπλοκάρισμα και καμιά κατάπληξη· μόνο η ευχαρίστηση, το άγχος και η οργή κυβερνούν τη βιοενεργειακή σκηνή.

Τότε, εμφανίστηκε ο άνθρωπος. Αρχικά, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ήταν λίγο παραπάνω από ένα ζώο, με ενστικτώδη κρίση και με την ΠΡΩΤΗ ΟΡΓΟΝΟΤΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ του προσανα­τολισμού σε λειτουργία. Δεν υπήρχε ακόμα αυτό που ονομάζουμε έλλογη σκέψη. Αυτό το είδος της φυσικής λειτουργικότητας θα πρέπει ν’ αναπτύχθηκε αργά αργά, καθώς γινόταν η σωστή, σίγουρη επαφή, ανάμεσα στη φύση μέσα και στη φύση έξω απ’ το οργονοτικό σύστημα. Δεν ξέρουμε, αν ο εγκέφαλος έχει ή όχι σχέση με την έλλογη σκέψη. Η συμπεριφορά των ζώων που φαίνεται να οδηγείται σε κάποιο σκοπό, και που δεν έχουν ανα­πτυγμένο εγκέφαλο, δείχνει ότι η ζωή δεν απαιτεί έναν ολοκληρωτικά αναπτυγμένο εγκέφαλο για να λειτουργήσει σωστά. Είναι πιθανό ότι η έλλογη σκέψη, σε αντιπαράθεση με την πρωτόγονη οργονοτική λογική όλων των ζώων, αναπτύχθηκε κατά κάποιο τρόπο με ισχυρότερη ελικοειδή ανάπτυξη του εγκέφαλου. Αφού γενικά δεχόμαστε ότι η λειτουργικότητα προηγείται και επιφέ­ρει τη δομική ανάπτυξη των οργάνων, και όχι το αντίστροφο, πρέπει να ρωτήσουμε ποιο είδος λειτουργικότητας έσπρωξε τον ζωικό εγκέφαλο σε μια ανώτερη ή πιο περίπλοκη μορφή ύπαρξης. Όποια κι αν είναι η απάντηση σ’ αυτό το αίνιγμα, ο άνθρωπος άρχισε σιγά σιγά να σκέπτεται έλλογα, πέρα απ’ την ισχυρή οργονοτική επαφή και αρμονία με τη φύση που, ως εκείνη τη στιγμή είχε αποδειχτεί ικανή να τον κρατάει ζωντανό και να τον αναπτύσσει, ακόμα και σ’ ένα έλλογο όν. Ούτε γνωρίζουμε ού­τε μπορούμε να μάθουμε κάτι για τις μακρινές εκείνες εποχές, όταν ο άνθρωπος άρχισε να σκέφτεται.

Είναι όμως φανερό λάθος να δεχθούμε, πως η σκέψη αποτε­λεί ξεκάθαρο διαχωριστικό σημείο ανάμεσα στο ζώο και τον άνθρωπο. Οι μεταβάσεις —για να κρίνουμε με βάση τις φυσικές διαδικασίες γενικά— είναι παντού και πάντα αργές, εξελικτικές, απλωμένες σε τεράστιες χρονικές περιόδους. Κατά την πορεία αυτής της ανάπτυξης, ο άνθρωπος πρέπει να άρχισε να σκέφτε­ται λογικά περί της αίσθησης του οργονοτικού τον ρεύμα­τος και της ικανότητάς του να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και ν’ αντιλαμβάνεται γενικά. Αν κρίνουμε απ’ τις θεωρίες της γνώσης, τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί με την κατάπληξη του ανθρώπου για την ικανότητά του να αισθάνεται, να στοχάζεται, να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, να σκέφτεται τον εαυτό του και τη φύση γύρω του.

Σκεπτόμενος την ίδια του την ύπαρξη και λει­τουργικότητα, ο άνθρωπος στράφηκε άθελά του εναντίον του εαυτού του, όχι με καταστροφικό τρόπο, αλλά μ’ ένα τρόπο που μπορεί κάλλιστα να υπήρξε το σημείο αφετηρίας της θωράκισής του, ως εξής:

Ξέρουμε καλά απ’ τις σχιζοφρενικές διαδικασίες, πως μια καταπονημένη αντίληψη της αυτοαντίληψης, παράγει αναγ­καστικά μια διάσπαση στην ενότητα του οργανισμού. Ένα μέρος του οργανισμού στρέφεται εναντίον του υπολοίπου. Η διάσπαση μπορεί να είναι ελαφράς μορφής και εύκολα να εξαφανιστεί ξανά. Ή μπορεί να είναι ισχυρή κι επίμονη. Στη διαδικασία αυτής της «αποπροσωποποίησης», ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα ρεύματά του σαν ένα αντικείμενο προσοχής κι όχι εντελώς σαν δικά του. Τότε η αίσθηση των σωματικών ρευμάτων φαίνεται, έστω και περιστασιακά, σαν ξένη, σαν να έρχεται κατά κάποιο τρόπο, από πέρα. Μπορούμε να τολμήσουμε δούμε στην έντονη αυτή εμπειρία του εαυτού, το πρώτο βήμα προς τη μυστικιστική, υπερβατι­κή σκέψη; Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, αλλά η σκέψη αυτή αξίζει να μελετηθεί.

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να δεχτούμε ότι, μέσα από τέτοιες εμπειρίες του εαυτού, ο άνθρωπος τρομοκρατήθηκε κατά κάποιο τρόπο και, για πρώτη φορά στην ιστορία του είδους του, άρχισε να θωρακίζεται ενάντια στον εσωτερικό τρόμο και την κατάπληξη. Όπως στον γνωστό μύθο —κατά τον οποίο η σαρανταποδαρούσα παρέλυσε μη μπορώντας να κουνήσει τα πόδια της όταν της ζητήθη­κε να κουνήσει ένα μόνο σκεπτόμενη ποιο πόδι έπρεπε να κινήσει πρώτο και ποιο δεύτερο— είναι αρκετά πιθανό η στροφή της έλλογης σκέψης προς τον ίδιο της τον εαυτό να επέφερε το πρώτο συγκινησιακό μπλοκάρισμα στον άνθρωπο. Είναι αδύνα­το να πούμε τι είναι εκείνο που διαιώνισε αυτό το μπλοκάρισμα των συγκινήσεων και μαζί του την απώλεια της οργανισμικής ενότητας και του «παράδεισου». Ξέρουμε καλά τις συνέπειες του μπλοκαρίσματος της συγκινησιακής ακούσιας δραστηριότητας: ακινητοποιεί τον οργανισμό και διαταράσσει την ενότητα όλων των βιολογικών λειτουργιών. Αυτό μπορεί κάλλιστα να προέκυ­ψε όταν ό άνθρωπος έστρεψε για πρώτη φορά την προσοχή του στον εαυτό του. Από τότε και μετά, κάθε τι προκύπτει νομοτελειακά με τη δική του εσωτερική λογική του αρνητικού προς τη ζωή σχεδίου (Βλ. Εικ. 51).

Leitourgki tehniki GRK 2

Εικ. 51. Σχεδιάγραμμα που απεικονίζει το αρμονικό (1) και το αντιφατικό (II)
ρίζωμα του ανθρώπου στη φύση.

Το συμπέρασμα που βγαίνει απ’ αυτές τις σκέψεις είναι φανε­ρό: Ο άνθρωπος, προσπαθώντας να καταλάβει τον εαυτό του και τη ροή της ίδιας του της ενέργειας, ήρθε σε σύγκρουση μαζί της και, κάνοντάς το αυτό, άρχισε να θωρακίζεται και να πα­ρεκκλίνει απ’ τη φύση. Η πρώτη διάσπαση σε μυστικιστική αποξένωση απ’ τον εαυτό κι απ’ τον πυρήνα του και σε μηχανιστική τάξη ζωής, αντί της οργανικής ακούσιας βιοενεργειακής αυτορρύθμισης, ακολούθησε με ακαταμάχητη δύνα­μη. Στη σύντομη πρόταση «cogito ergo sum» (σκέφτομαι, άρα υπάρχω), το συμπέρασμα της προσωπικής ύπαρξης καθενός βγαί­νει από τη δήλωση της ικανότητάς του να σκέφτεται. Ο τρόμος, που εξακολουθεί να κυριεύει τον άνθρωπο όταν σκέφτεται τον εαυτό του· η γενική απροθυμία να σκέφτεται· η όλη λειτουρ­γία της καταπίεσης των συγκινησιακών λειτουργιών του· η πανί­σχυρη δύναμη με την όποια αντιστέκεται στη γνώση του εαυτού του· το γεγονός, ότι για χιλιετηρίδες ερευνούσε τ’ άστρα, αλλά όχι τις δικές του συγκινήσεις· ο πανικός, που κυριεύει το μάρτυρα των οργονομικών ερευνών του πυρήνα της ύπαρξης του ανθρώπου· το φλογερό πάθος με το όποιο κάθε θρησκεία υπερασπίζεται το απρόσιτο και το ακατάληπτο του Θεού, ο όποιος αντιπροσωπεύει σαφώς τη φύση μέσα στον άνθρωπο. Όλα αυτά και πολλά άλλα γεγονότα, μιλάνε ξεκάθαρα για τον τρόμο, που συνδέεται με τη βαθιά εμπειρία του εαυτού. Το να σταθείς στο πλάι, εντελώς λογικά και στεγνά «διανοητικά» και να παρατηρήσεις την ίδια σου την εσωτερική λειτουργικότητα, ισοδυναμεί με μια διάσπαση του ενιαίου συστήματος, που λίγοι μόνο φαίνεται ν’ αντέχουν χωρίς βαθιά ταραχή. Και οι λίγοι που, μακριά απ’ το να φοβούν­ται, απολαμβάνουν την κατάδυση στους εσώτερους εαυτούς τους, είναι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι επιστήμονες και οι φιλόσοφοι, που δημιουργούν απ’ τα βάθη της ελεύθερα ρέουσας επαφής τους με τη φύση, μέσα κι έξω απ’ τον εαυτό τους· τόσο στα ανώτερα αφηρημένα μαθηματικά όσο και στην ποίηση ή τη μουσική. Μήπως, λοιπόν, είναι εξαιρέσεις του κανόνα ή ο ίδιος ο κανόνας; Είναι η πλειοψηφία του ανθρώπινου είδους εξαίρεση, με την έννοια ότι λοξοδρόμησε από την ενότητά της με τη φυσική οργονική ροή, ενώ στους ελάχιστους δεν συνέβη αυτό; Είναι απόλυτα σαφές, ότι η βασική απάντηση στη δυστυχία του ανθρώ­που εξαρτάται από την απάντηση στο ερώτημα αυτό. Γιατί, αν η πλειοψηφία αντιπροσωπεύει ό,τι είναι φυσικό και οι λίγοι είναι εξαιρέσεις απ’ το «κανονικό», όπως πολλοί θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε, τότε δεν υπάρχει καμιά ελπίδα να ξεπεράσουμε ποτέ την έντονη ρήξη στην πολιτιστική οργάνωση, τους πολέ­μους που προκύπτουν απ’ αυτήν, τη διάσπαση των χαρακτηροδο­μών, το μίσος και το παγκόσμιο έγκλημα. Θα ήμασταν τότε αναγκασμένοι να συμπεράνουμε ότι όλη αυτή η δυστυχία, είναι μια φυσική εκδήλωση της δεδομένης, αναλλοίωτης τάξης πραγμάτων.

Εξάλλου, αν η πλειοψηφία είναι η εξαίρεση από το φυσικό και οι λίγοι δημιουργοί είναι σε συμφωνία με τη φύση, τότε τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Θα ήταν δυνατόν, με την πιο κουραστική προσπάθεια που έγινε ποτέ στην ιστορία του ανθρώπου, να προσαρμόσουμε την πλειοψηφία στη ροή των φυσικών διαδικασιών. Τότε, αν η αναφορά που κάναμε για τη θωράκιση είναι σωστή, ο άνθρωπος θα μπορούσε να επιστρέψει στη φύση, κι αυτό που σήμερα φαίνεται εξαίρεση των λίγων, να γίνει κανόνας για όλους.

Εκείνοι που θα έχουν τις περισσότερες αντιρρήσεις σχε­τικά με τη δεύτερη δυνατότητα, θα είναι εκείνοι ακριβώς που υπόφεραν περισσότερο απ’ την παρέκκλιση.

Βλέπουμε εδώ την πιθανή επίδραση της ανακάλυψης της κοσμικής οργονικής ενέργειας στην παραπέρα ανάπτυξη του ανθρώπου, μ’ όλες της τις συνέπειες. Η ανακάλυψη της βιοενέργειας είναι εδώ μόνιμα. Θα έρθουν σε σύγκρουση μαζί της όσοι έχουν χάσει επαφή με τη φύση, στον μεγαλύτερο βαθμό. Θα αντιδράσουν. Θα συκοφαντήσουν την ανακάλυψη της ζωικής ενέργειας στο μέλλον, όπως έκαναν επί χρόνια στο παρελθόν. Θα δυσφημή­σουν αυτόν που την ανακάλυψε κι όσους εργάζονται στο πεδίο της οργονομίας. Δεν θα διστάσουν μπροστά σ’ οποιοδήποτε μέ­τρο, για να δολοφονήσουν την ανακάλυψη, αδιάφορο πόσο δια­βολικά μπορεί να είναι τα μέσα της δολοφονίας. Μπροστά σ’ ένα μόνο πράγμα θα διστάσουν: Να κοιτάξουν μέσα σε μικροσκόπια ή να κάνουν οποιοδήποτε είδος παρατήρησης, που επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας κοσμικής ενέργειας, που διαποτίζει τα πάντα και της παραλλαγής της, της βιοενέργειας.

Με αυτή την επίθεση ενάντια στην ανακάλυψη της κοσμικής οργονικής ενέργειας, θα συμβεί αναπόφευκτα μια αργή μα πολύ αποτελεσματική διαδικασία άμβλυνσης της ακαμψίας των θωρα­κισμένων χαρακτηροδομών. Η πιο σκληρή, η πιο ανθεκτική, η πιο απάνθρωπη χαρακτηροδομή, θα αναγκαστεί να έρθει σε επαφή με το βασικό γεγονός της ύπαρξης μιας ζωικής ενέργειας, κι έτσι, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου, η ακαμψία της ανθρώπινης δομής θα αρχίσει να σπάει, να μαλακώνει, να υποχωρεί, να κλαίει, να ανησυχεί, να αποδεσμεύει τη ζωή, ακόμα κι αν στην αρχή αυτό γίνει με εχθρικό και εγκληματικό τρόπο. Η βοήθεια των γιατρών οργονομιστών θα συμβάλλει στη διαδικασία της άμβλυνσης.

Επιπλέον, πρέπει να περιμένουμε ότι, καθώς οι δημόσιες συζητήσεις για τις λειτουργίες της οργονικής ενέργειας θα μεταδίδονται σε ολοένα μεγαλύτερες περιοχές της Γης, θα έρθουν στην επιφάνεια κι άλλα υπαρξιακά ανθρώπινα προβλήματα. Θα υποβληθούν σε έναν νέο τύπο κριτικής και πολλά κενά για την κατανόησή τους θα γεμίσουν απ’ αυτό που είναι ήδη γνωστό ως βασική κοσμική δύναμη. Ο καθολικός θα πρέπει ν’ αναθεωρήσει τη στάση του απέναντι στη φυσική γενετησιότητα των παιδιών και των ενήλικων· θα μάθει να διακρίνει την πορνογραφία («λαγνεία») από τη φυσική επαφή («ευτυχία», «κορμί»). Έχει ήδη αρχίσει ν’ αλλάζει τις απόψεις του σχετικά με τη σεξουαλικότητα των παιδιών. Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι θα μάθουν, μέσα από έντονες εμπειρίες σε επικίνδυνες κατα­στάσεις, πως ο άνθρωπος είναι κάτι παραπάνω από πολιτικό ζώο (ελληνικά στο κείμενο), είναι ένα ζώο με συναισθήματα που καθορίζουν την πορεία της ιστορίας, και όχι μόνο αυτό, αλλά με παράλογα συναισθήματα, που αναστάτωσαν τον κόσμο στον ει­κοστό αιώνα. Θα μπορούσε ακόμα κανείς να φανταστεί ότι ακόμα και άκαμπτοι πολιτικοί όπως οι Ρώσοι δικτάτορες, θα ένιωθαν ένα «μαλάκωμα» για τις ανθρώπινες υποθέσεις να κρυφογλιστράει στα παγωμένα τους κορμιά. Η θρησκεία είναι πολύ πιθανό ότι θα αναθεωρήσει τις βασικές αρχές της, αναφορικά με την αντίθεση του ανθρώπου και της φύσης, και θα ανακαλύψει ξανά την πραγ­ματική αλήθεια που έχει διακηρυχτεί με ελάχιστα τεκμηριωμένη γνώση και χωρίς αποτέλεσμα από τούς περισσότερους ιδρυτές θρησκειών, διά μέσου της ιστορίας. Η εργασία θα μπει στην πολιτική σκηνή, ως ο πιο σκληρός και πιο ικανός αντίπαλος του πολιτικού παραλογισμού. Ο άνθρωπος θα μάθει να δου­λεύει για τη ζωή, τον έρωτα, τα παιδιά και τους φίλους του κι όχι απλώς να φλυαρεί για τα πολιτικά γεγονότα της ημέρας, που του επιβάλλονται από μη εργαζόμενα παράσιτα της κοινωνίας.

Με αυτό τον τρόπο, το μπλοκάρισμα της φυσικής επαφής με τον εαυτό μας και τον κόσμο που μας περιβάλλει, θα μειωθεί αργά, πιθανώς μέσα σε μια περίοδο αρκετών αιώνων και, τελικά, αφού πετύχει η πρόληψη της θωράκισης στις γενιές που πρόκει­ται να γεννηθούν, το μπλοκάρισμα θα σβήσει τελείως απ’ το πρόσωπο της Γης.

Αυτό δεν είναι προφητεία. Ο άνθρωπος, κι όχι η μοίρα, είναι εκείνος που θα αναλάβει ολόκληρη την ευθύνη για το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας.