Υπέρθεση βαρύτητας

(Tα ακόλουθα δεν είναι παρά μια προσπάθεια λειτουργικής διευθέτησης.)

Οποιαδήποτε προσπάθεια για μια οργονομική θεωρία της βαρύτητας, πρέπει να προέρχεται από λειτουργικές και όχι μηχα­νιστικές αρχές. Θα πρέπει, αρχικά, να εγκαταλείψει την απόλυτη, αιώνια άποψη της βαρύτητας και να την αντικαταστήσει με τη γενετική άποψη, σύμφωνα με την όποια, οι ίδιοι βασικοί φυσικοί νόμοι, δημιουργούνται και χάνονται ξανά, όπως κάνουν όλες οι άλλες φυσικές λειτουργίες. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η έλξη μεταξύ αδρανών μαζών, πρέπει να έχει προκόψει μαζί με τη δημιουργία της μάζας, από την απαλλαγμένη μάζας αρχέγονη κοσμική ενέργεια. Δεύτερο, θα αχρηστεύσει τη μηχανική βαρύ­τητα της κλασικής φυσικής, όχι με μαθηματικές αφαιρέσεις, αλλά με την πιο πλησιέστερη δυνατή παρατήρηση των πραγματι­κών λειτουργιών της.

Είναι εκπληκτικό να γίνεσαι μάρτυρας της ανάδυσης νέων ενοράσεων, μέσα από αλλαγές των θεωρητικών αρχών. Η λει­τουργική αρχή της υπέρθεσης εφαρμόζεται εύκολα στη λειτουρ­γία της βαρύτητας με τον ακόλουθο τρόπο:

Η εμφάνιση της ελεύθερης πτώσης των σωμάτων παραπλανεί τον παρατηρητή, ώστε να πιστεύει ότι, ένα μήλο, για παράδειγμα, πέφτει κατακόρυφα προς το κέντρο της Γης. Αυτό αληθεύει μόνο αναφορικά με τη σχέση: Γη – μήλο. Ωστόσο, αν αντικαταστήσουμε την άμεση αυτή σχέση δυο μεταβλητών με την κοινή λειτουργική αρχή (ΚΛΑ), τόσο της Γης, όσο και του μήλου —την οργονοενεργειακή ροή— βλέπουμε, πως το μήλο δεν πέφτει πραγματικά κατακόρυφα κι επιπλέον, δεν φτάνει ποτέ το κέντρο της Γης, ούτε και πρόκειται να το φτάσει, ακόμα κι αν η όλη της Γης επέτρεπε μια τέτοια διείσδυση προς το κέντρο. Αυτό αποδεικνύεται απ’ τη συμπεριφο­ρά της σελήνης, αναφορικά με τη Γη. Σύμφωνα με το Νεύτωνα, η σελήνη μοιάζει να πέφτει, όπως ένα μήλο, προς το κέντρο της Γης. Και οι μαθηματικοί υπολογισμοί ενισχύουν αυτή την πρότα­ση. Ωστόσο, η σελήνη δε φτάνει ποτέ την επιφάνεια της Γης. Επομένως, υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και το φαινό­μενο. Η εισαγωγή μιας φυγόκεντρης δύναμης, που εξισορροπεί την κεντρομόλο πτώση, δεν καταργεί το χάσμα αυτό. Απλώς, το κάνει πιο πολύπλοκο, εισάγοντας ένα ακόμη άγνωστο.

Ας ακολουθήσουμε τις κινήσεις τόσο της σελήνης, όσο και της Γης, αναφορικά με την ΚΛΑ τους, τη ροή του κοσμικού ωκεανού οργόνης. Θα είμαστε τότε σε θέση να ενοποιήσουμε το φαινόμενο με τη θεωρία βαρύτητας της μάζας.

Το σχέδιο της εικ. 49 δείχνει την πραγματική αλληλοσυσχέτισή τους. Τόσο το φεγγάρι, όσο και η Γη, στροβιλίζονται στο διάστημα, ενώ οι αντίστοιχες ανοιχτές (όχι κλειστές) τροχιές τους, πλησιάζουν αμοιβαία και χωρίζουν ξανά. Επομένως, εκεί­νες που συναντιούνται, δεν είναι οι ελκτικές μάζες, αλλά οι τροχιές τους.

Superimposition Fig 049

Εικ. 49. «Η σελήνη (Μ) «πέφτει» προς το κέντρο (Ο της Γης (Ε)».
Υπέρθεση βαρύτητας των τροχιών σελήνης και Γης.

Η σελήνη δεν «γυρίζει γύρω απ’ τη Γη», στο μέτρο που οι τροχιές των κινήσεων είναι ανοιχτές, σπειροειδείς καμπύλες. Η σελήνη δεν φτάνει το κέντρο της Γης. Αλλά φτάνει πράγματι ένα σημείο στο διάστημα, όπου το κέντρο της Γης βρισκόταν ή θα ξαναβρεθεί αργά ή γρήγορα.

Η κοσμική οργονοενεργειακή ροή, που μεταφέρει τη Γη και τη σελήνη στην ίδια κατεύθυνση, στο ίδιο επίπεδο και με τέλειο συντονισμό των ταχυτήτων τους, είναι ο αληθινός παράγοντας της ελεύθερης πτώσης λόγω βαρύτητας. στη λειτουργική ΚΛΑ τόσο της Γης, όσο και της σελήνης — το οργονοενεργειακό ρεύμα — οφείλεται το γεγονός ότι, οι κατά τα άλλα αντιφατικές θεωρίες γύρω απ’ τη βαρύτητα των ουράνιων σωμάτων, αποδεικνύονται αληθινές.

  1. Η σελήνη, πέφτει ουσιαστικά προς το κέντρο της Γης. Είναι όμως επίσης αλήθεια, ότι το ουσιαστικό υλικό κέντρο της Γης δεν βρίσκεται πια εκεί απ’ όπου πέρνα, εκείνη τη συγκεκριμέ­νη στιγμή, το κέντρο της σελήνης, στην πορεία της «γύρω» απ’ τη Γη.
  2. Είναι προφανώς αλήθεια, πως υπάρχει κάποια «ΕΛΞΗ», που ασκείται απ’ τη Γη πάνω σε σώματα που πέφτουν. Λειτουργι­κά όμως, δεν οφείλεται σε μια έλξη από την αδρανή μάζα της Γης — που δε θα μπορούσε ποτέ ν’ αποδειχτεί οφείλεται στην πρωτο­γενή συγκλίνουσα κίνηση δύο οργονοενεργειακών ρευμάτων. Αυτό έχει δειχθεί σε σχέση με το σχηματισμό των γαλαξιών. Το γεγονός ότι, η βαρύτητα είναι μια λειτουργία συγκλινόντων ρευ­μάτων αρχέγονης ενέργειας, προκύπτει απ’ τη βασική φυσική λειτουργία της ΥΠΕΡΘΕΣΗΣ δυο οργονοτικών ρευμάτων. Συνε­πώς, υπεύθυνη για την «έλξη βαρύτητας» είναι και πάλι η ΚΛΑ, το κοσμικό οργονοενεργειακό ρεύμα.
  3. Είναι επίσης αλήθεια, πως η πτώση της σελήνης προς το κέντρο της Γης αντισταθμίζεται από μια ίση δύναμη, που δρα σε αντίθετη κατεύθυνση, γεγονός που έχει, σαν αποτέλεσμα, μια φαινομενικά κυκλική κίνηση γύρω απ’ το κέντρο της Γης. Η σελήνη δε φτάνει ποτέ το πραγματικό κέντρο της Γης, αλλά φτάνει το φανταστικό κέντρο ή, μ’ άλλα λόγια, το σημείο του διαστήματος, όπου βρισκόταν το κέντρο της Γης πριν από λίγο η θα ξαναβρεθεί έπειτα από λίγο.

Είναι συναρπαστικό να μελετήσουμε αυτές τις λειτουργίες της φύσης, όπως αντανακλώνται στο ερευνητικό ανθρώπινο μυα­λό, όντας ταυτόχρονα αληθινές και ψεύτικες, ανάλογα με τον τρόπο που τις βλέπει κανείς στη δοσμένη περίπτωση. Για να συνοψίσουμε:

Η λειτουργία της βαρύτητας είναι πραγματική. Ωστόσο, δεν είναι το αποτέλεσμα της έλξης των μαζών, αλλά των συγκλινόντων κινήσεων δύο οργονοενεργειακών ρευμάτων. Από τα συγκλίνοντα αυτά ρεύματα αναδύθηκαν κάποτε μάζες, που υπόκεινται σε «έλξη» και σε «βαρύτητα» και μεταφέρονται ακόμα μέσα στο σύμπαν απ’ τα ίδια ρεύματα κατά ένα ολοκληρωμέ­νο, ενιαίο τρόπο, όπως εκφράζεται στην κοινή κατεύθυνση κί­νησής τους, στο κοινό επίπεδο κίνησης, στην αμοιβαία προσέγ­γιση των κέντρων τους και στην αμοιβαία συντονισμένη ταχύτη­τα της στροβιλιστικής τους κίνησης (πρβ. εικ. 50).

Superimposition Fig 050

m, Μ = δύο μάζες που έλκονται λόγω βαρύτητας
g = φαινομενική βαρύτητα
GSm, GSM = ΑΛΗΘΙΝΗ βαρύτητα μέσα από την ΥΠΕΡΘΕΣΗ ΤΩΝ ΟΡΓΟΝΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΡΕΥΜΑΤΩΝ (ΤΡΟΧΙΩΝ).
mCM = m φαινομενικά στο Κέντρο του Μ.

Εικ. 50. Υπέρθεση βαρύτητας.

Όλ’ αυτά, φαίνεται να προσφέρουν ένα στέρεο πλαίσιο για εργαστηριακές δραστηριότητες, μιας μελλοντικής λεπτομερεια­κής επεξεργασίας και αριθμητικού καθορισμού των πλανητικών κινήσεων. Η υπόθεση, σύμφωνα με την όποια, η βαρύτητα είναι μία λειτουργία υπέρθεσης οργονοενεργειακών ρευμάτων, αξίζει προσεκτικότερη εξέταση, συνδυασμένη με πάρα πολλή προσοχή και αυστηρά τεκμηριωμένη κριτική των δεδομένων της.