Η υπέρθεση στα γαλαξιακά συστήματα

Στρεφόμαστε τώρα στα μακροκοσμικά φαινόμενα της οργονοτικής υπέρθεσης. Η γέφυρα, που συνδέει το μικροκοσμικό και βιονεργειακό με το μακροκοσμικό χώρο, περιέχεται στη γερά θεμελιωμένη αρχή του «οργονομικού δυναμικού». Η βασική αυτή λειτουργία είναι αρκετή για να ερμηνεύσει την εξέλιξη των μικροκοσμικών σε μακροκοσμικά οργονοτικά συστήματα. Η πρώτη υπέρθεση δύο οργονοενεργειακών μονάδων διαταράσσει, υποχρεωτικά, την ισορροπία της ομαλότητας κατανομής της κοσμικής ενέργειας, μέσα απ’ το σχηματισμό ενός πρώτου «ισχυ­ρότερου» ενεργειακού συστήματος. Το πρώτο αυτό ισχυρότερο σύστημα, από δω και στο εξής, έλκει άλλες πιο ανίσχυρες μονά­δες και μ’ αυτό τον τρόπο αναπτύσσεται. Βασικά, δεν υπάρχουν όρια στην ανάπτυξη ενός οργονοτικού συστήματος, εκτός απ’ την περίπτωση στερεοποίησης η παγίωσης της ενέργειας σε αδρανή μάζα. Η ίδια αυτή αρχή ισχύει και για τα ζωντανά οργονοτικά συστήματα. Η στερεοποίηση του οστεϊκού συστήματος αποδείχνει καθαρά τον περιορισμό της συνεχούς ανάπτυξης στα μετάζωα. με τον ίδιο τρόπο, μπορεί κανείς να δεχτεί, πως ο σχηματισμός ενός στερεοποιημένου πυρήνα σ’ ένα μακροκοσμικό σύστημα, πρέπει να εμποδίζει την παραπέρα ανάπτυξή του.

Όσο κι αν είναι ακόμα συγκεχυμένες οι λεπτομερείς λειτουρ­γίες της ανάπτυξης αυτού του είδους, η κλασική αστροφυσική έρευνα έχει ήδη δείξει ξεκάθαρα, μολονότι δεν το ξέρει, πως η δημιουργία ορισμένων γαλαξιακών συστημάτων οφείλεται στην υπέρθεση δύο κοσμικών οργονοενεργειακών ρευμάτων. Οι περισσότεροι «σπειροειδείς γαλαξίες» παρουσιάζουν δύο η περισσότερους βραχίονες, που ενώνονται στον «πυρήνα» ολό­κληρου τού συστήματος.

Η ακόλουθη φωτογραφία ενός σπειροειδούς νεφελώματος, τραβήχτηκε στο Mount Wilson Observatory, στις 10 και στις 11 Μαρτίου του 1910, με το κατοπτρικό τηλεσκόπιο των 60 ιντσών (έκθεση 7 ώρες 30′). Το νεφέλωμα έχει τον αριθμό G9-Μ 101, NGC 5457 (πρβ. εικ. 26).

Superimposition Fig 026

Εικ. 26. Messier 101, σπειροειδές νεφέλωμα.
(φωτογραφία Mount Wilson)

Τέσσερις τουλάχιστον βραχίονες διακρίνονται ξεκάθαρα και, πιθανώς, ολόκληρο το σύστημα αποτελείται από πέντε ή έξι βραχίονες. Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά λογική αμφιβολία αναφορικά με την σπειροειδή κίνηση που απεικονίζεται στη φωτο­γραφία. Πρόκειται για μια εξαιρετικά εντυπωσιακή φωτογραφία ΚΟΣΜΙΚΗΣ ΥΠΕΡΘΕΣΗΣ περισσότερων από δυο κοσμικών οργονοενεργειακών ρευμάτων. στο κέντρο, βλέπουμε το σχεδόν κυκλικό σχήμα του μελλοντικού «πυρήνα», όπου γίνεται η συγ­χώνευση των διάφορων ρευμάτων. Είναι ο αναπτυσσόμενος, αρχικός δισκοειδής πυρήνας τού γαλαξιακού συστήματος.

Έχουν ακουστεί διάφορες γνώμες στην αστροφυσική φιλολο­γία, σχετικά με το θέμα αν οι βραχίονες τού σπειροειδούς νεφε­λώματος δείχνουν διάλυση η ενοποίηση των γαλαξιακών συστη­μάτων. Τουλάχιστον ένας αστρονόμος, ο Harlow Shapley, αστρονόμος στο πανεπιστήμιο του Harvard, εξέφρασε την πεποίθηση πώς, τα σπειροειδή νεφελώματα με τους βραχίονές τους, μαρτυ­ρούν το αρχικό στάδιο ενός αναπτυσσόμενου γαλαξία.[1] η ύπαρξη της οργονικής ενέργειας μας αναγκάζει να υποστηρίξουμε και να παραδεχθούμε την άποψη αυτή. Κάνει κατανοητά πολλά γνωρί­σματα της όλης εικόνας του σπειροειδούς νεφελώματος:

  1. Την αδιάψευστη έκφραση της σπειροειδούς κίνησης.
  2. Την περιστροφή του όλου συστήματος.
  3. Την υπέρθεση και συγχώνευση δύο η περισσότερων κο­σμικών ενεργειακών ρευμάτων.
  4. Την αρχόμενη στερεοποίηση του πυκνότερου πυρήνα.
  5. Τη γέννηση ενός κέντρου βαρύτητας του όλου συγκροτή­ματος.
  6. Το οργονοενεργειακό περίβλημα τόσων πολλών ουράνιων σωμάτων, που περιστρέφεται ταχύτερα από τον υλικό πυρήνα.
  7. Τη διαφοροποίηση του ουράνιου οργονοτικού συστήμα­τος, σ’ ένα σκληρό πυρήνα και μια «περιφέρεια» μ’ ένα ενεργειακό «πεδίο».

Βέβαια, αμέτρητα είναι τα προβλήματα, που παραμένουν άλυτα. Ωστόσο, σαν προσχέδιο για μια μελλοντική λεπτομερειακή διερεύνηση της οργονομικής υπόθεσης, φαίνεται να υπόσχεται πολλά και αξίζει να ελεγχθεί με παρατηρήσεις και μετρήσεις.

Σαν πιο κατάλληλο μοντέλο για τη μελλοντική μας εργασία, φαίνεται αναγκαία η ακόλουθη παραδοχή, αναφορικά με τα στά­δια εξέλιξης σταθερών αστρικών συστημάτων.

Φάση πρώτη: κινούμενα ρεύματα κοσμικής οργονικής ενέργειας ασχημάτιστα ακόμη, χωρίς δομή, με μικρές η καθόλου αποτελεσματικές διαφορές σε δυναμικό πυκνότητας, ο «ακανόνιστος» γαλαξίας (πρβ. εικ. 27).

Superimposition Fig 027

Eικ. 27. «Aκανόνιστος» γαλαξίας (φωτογραφία Mount Wilson)

Φάση δεύτερη: αμοιβαία προσέγγιση δυο η περισσότερων τέτοιων κοσμικών οργονοενεργειακών ρευμάτων, ακολουθούμενη από υπέρθεση και σχηματισμό ενός σπειροειδούς νεφελώμα­τος με δυο η περισσότερους βραχίονες (πρβ. εικ. 26).

Φάση τρίτη: συγχώνευση και σύντηξη στο σπειροειδές κέντρο, που ακολουθείται από συγκέντρωση και μικροϋπέρθεση, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ύλης κι ενός προοδευτι­κά σκληρυνόμενου πυρήνα η κέντρου.

Φάση τέταρτη: σχηματισμός ενός δισκοειδούς η σφαιροει­δούς γαλαξία· προοδευτική επιβράδυνση της όλης κίνησης· εξαφάνιση των βραχιόνων της σπειροειδούς μορφής, όπως αντιπροσωπεύεται καλύτερα απ’ τον σπειροειδή γαλαξία ΝGC4565 κι από τον ΝGC891 στην Aνδρομέδα (φωτογραφία του Mount Wilson Observatory, (πρβ. εικ. 28).

Superimposition Fig 028

Εικ. 28. NGC891. Ανδρομέδα, σπειροειδές νεφέλωμα απ’ το πλάι.
(Φωτογραφία Mount Wilson)

Το δικό μας γαλαξιακό σύστημα, όπως φαίνεται σαν ένας γαλακτώδης δρόμος στον ουρανό, εμφανίζει ακόμα ξεκάθαρα, τη σπειροειδή μορφή με δυο βραχίονες.

Φάση πέμπτη: σχηματισμός ενός σφαιρικού συγκροτήματος, που αποτελείται από ήδη σαφώς διαφοροποιημένα, μεμονωμένα άστρα, που είναι πυκνότερα προς το κέντρο του όλου συγκροτή­ματος (πρβ. εικ. 29).

Superimposition Fig 029

Eικ. 29. Messier 13, «Το Μεγάλο Συγκρότημα τον Ηρακλή».
(φωτογραφία Mount Wilson)

Εδώ βρίσκεται το φυσικό όριο της ερευνάς μας. Ωστόσο, είναι ουσιαστικής σημασίας να επιτρέψουμε στις ίδιες λειτουρ­γίες, που διέπουν το σχηματισμό των γαλαξιακών συστημάτων, να διέπουν επίσης το σχηματισμό των μεμονωμένων άστρων, μέσα στο γαλαξία, και των μεμονωμένων πλανητών γύρω από ένα σταθερό άστρο. Ο δακτύλιος του Ποσειδώνα φαίνεται να φανε­ρώνει την καταγωγή του από μια δισκοειδή συγκέντρωση οργονοενέργειας.

Η βασική μορφή της κοσμικής γαλαξιακής υπέρθεσης, είναι ίδια με τη βασική μορφή της οργανισμικής και μικροοργονοτικής υπέρθεσης. (Πρβ. εικ. 30).

Superimposition Fig 030

Εικ. 30. Κοσμική υπέρθεση δυο οργονοενεργειακών ρευμάτων.

Η λειτουργία της κοσμικής υπέρθεσης διακρίνεται πιο ξεκά­θαρα στις ακόλουθες απεικονίσεις.
Με τη σπειροειδή μορφή ΝGC 1042 (πρβ. εικ. 31):

Superimposition Fig 031

Εικ. 31. Σχέδιο της εικ. 32 που δείχνει την κατεύθυνση ροής των οργονοενεργειακών ρευμάτων.

Superimposition Fig 032

Εικ. 32. Μια ανάλυση της σπειροειδούς μορφής με μικροπυκνωτή από την δεσποινίδα F.S. Paterson, που εργάστηκε πάνω σε μια φωτογραφία τραβηγμένη στο Oak Ridge, σύμφωνα με τους γαλαξίες του Shapley.

Εδώ, δυο κοσμικά οργονικά ρεύματα φαίνεται να πλησιάζουν μεταξύ τους από σχεδόν εντελώς αντίθετες περιοχές του διαστή­ματος.
Με τη σπειροειδή μορφή Ν05 1566 (πρβ. εικ. 33):

Superimposition Fig 033

Eικ. 33. ΝGC 1566. ένας νότιος σπειροειδής γαλαξίας φωτογραφημένος
με το νότιο κάτοπτρο του Harvard.

Superimposition Fig 034

Eικ. 34. Ένα σχέδιο της εικ. 33, που δείχνει την διεύθυνση ροής
δύο οργονοεργειακών ρευμάτων.

Η γωνία προσέγγισης είναι εδώ 180° μικρότερη, με προσέγγι­ση 23°-25°.
Με τη σπειροειδή μορφή G 10 (πρβ. εικ. 35):

Superimposition Fig 035

Eικ. 35. Messier 81, σπειροειδής μορφή G 10.
(φωτογραφία Mount Wilson)

Η προσέγγιση γίνεται από εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις κατά παράλληλο τρόπο (γωνία προσέγγισης, 180°).

Superimposition Fig 036

Eικ. 36. Ένα σχέδιο της εικόνας 35, που δείχνει την κατεύθυνση ροής
των δύο οργονοενεργειακών ρευμάτων.

Τα παραδείγματα αυτά είναι ίσως αρκετά προς το παρόν, για ν’ αποδείξουν τη μεγάλη πιθανότητα της οργονομικής λειτουργι­κής υπόθεσης, αναφορικά με τη δημιουργία σπειροειδών μορφών νεφελωμάτων, απ’ την υπέρθεση δυο η περισσότερων κοσμικών οργονοενεργειακών ρευμάτων. Συνεπώς, εκείνο που συνιστά το αρχικό «υλικό», απ’ το όποιο γίνονται οι γαλαξίες, δεν είναι ούτε ύλη, ούτε σωματίδια η σκόνη, αλλά αρχέγονη οργονική ενέργεια. Είναι ξεκάθαρο, πως η υπόθεση αυτή τείνει να συναγωνιστεί την ατομική θεωρία πού, στη ρίζα της κοσμικής δημιουργίας, τοπο­θετεί υλικά σωματίδια με τη μορφή της «κοσμικής σκόνης».

Η οργονομική, ενεργειακή υπόθεση δέχεται, ότι η ύλη ανα­δύεται από την οργονική ενέργεια, μέσα από υπέρθεση στο μικρόκοσμο, όπως ακριβώς ολόκληρος ο γαλαξίας αναδύεται μέσα από υπέρθεση στο μακρόκοσμο.

[1] «Η πιθανότητα ότι τα τελικά προϊόντα σπειροειδών — όπως ο δικός μας — μπορεί να είναι σφαιροειδείς γαλαξίες, φαίνεται ν’ αξίζει να εξετασθεί. Προτείνεται μόνο σαν πρακτική υπόθεση. Πάνω σ’ ένα τέτοιο πλάνο η εξελικτική τάση μεταξύ των γαλαξιών, θα ήταν από τον τύπο τού Μαγγελάνου προς τον πιο ανοιχτό σπειροειδή… και μέσα από τις άλλες σπειροειδείς μορφές… Προς τα ελλειπτικά και σφαιρικά συστήματα. Ανακαλύψαμε πρόσφατα, ότι οι σπειροειδείς βραχίονες φαίνονται πιο πολύ σαν συμπυκνώσεις σε μεγάλα αστρικά πεδία, παρά σαν εκβολές από ένα κεντρικό πυρήνα… Η κατεύθυνση της ανάπτυξης, που δεχόμαστε συνήθως ότι υπάρχει, από συμπαγείς σφαιροειδείς σε ανοιχτούς σπειροειδείς, προϋποθέτει την εμφάνιση υπεργιγάντων αστέρων και συγκροτημάτων αστέρων, στην προχωρημένη ιστορία ενός γαλαξία — που σε μένα δεν φαίνεται πιθανή διαδικασία» (Γαλαξίες, ΒΙελίεΙοη (3ο. 1943, σ. 216 κ.έ.).