Η λειτουργία της υπέρθεσης

H σεξουαλική επαφή, αν θεωρηθεί αφαιρετικά και αναχθεί στη βασική της μορφή, εκφράζει την υπέρθεση και τη βιοενεργειακή σύντηξη δύο οργονοτικών συστημάτων. Η βασική της μορφή είναι η ακόλουθη:

Superimposition Fig 002

Εικ. 2

Έχουμε μάθει ν’ ανάγουμε τη μορφή σε κίνηση. Η μορφή, σύμφωνα με την οργονομική λειτουργική σκέψη, είναι «παγιωμένη» κίνηση. Άφθονα στοιχεία έχουν δείξει ότι, η υπέρθεση οφείλεται σε βιοενεργειακές δυνάμεις, που λειτουργούν πέρα απ’ τον έλεγχο της θέλησης. Τα δυο οργονοτικά συστήματα που συμμετέχουν, ωθούνται σε υπέρθεση από μια δύναμη πού, κάτω από φυσικές συνθήκες, δηλαδή συνθήκες που δεν περιορίζονται από εξωτερικά η εσωτερικά εμπόδια, βρίσκεται πέρα απ’ τον έλεγχό τους, είναι ακούσια βιοενεργειακή δράση. Βασικά, η λειτουργία αυτή δεν μπορεί να σταματήσει, ακριβώς όπως δεν μπορεί να σταματήσει ο χτύπος της καρδιάς ή η περίσταλση των εντέρων, εκτός από την περίπτωση βίαιης επέμβασης η με το θάνατο. Όταν δυο παιδιά διαφορετικού φύλου, τριών με πέντε χρόνων, βρίσκονται σε υπέρθεση[1] και οι οργανισμοί τους συντήκονται οργονοτικά, δεν έχουμε να κάνουμε με αναπαραγωγή, στο μέτρο που δεν θα προκύψει από τη σύντηξη αυτή κανένα νέο άτομο. Ούτε και έχουμε να κάνουμε με την «αναζήτηση της ηδονής» με την ψυχολογική έννοια. Η ηδονή, που εμπεριέχεται στην υπέρθεση, είναι το αποτέλεσμα της εμπειρίας και όχι η κινητήρια δύναμη της πράξης. Ας ξεχάσουμε, για ένα λεπτό, όλες τις περίπλοκες ανώτερες λειτουργίες, που προστίθενται αργότερα στη φυσική υπέρθεση. Ας τα ανάγουμε όλα σε λειτουργι­κότητα, πέρα απ’ το άτομο κι ακόμα πέρα απ’ το βασίλειο των ειδών. Ας διεισδύσουμε αρκετά βαθιά, ώστε να δούμε τη λειτουρ­γία αυτή σαν μια ενεργειακή διαδικασία, που διατρέχει μια ορι­σμένη πορεία, εντελώς αυτόνομα και με αναντίρρητα αποτελέ­σματα. Αν το κάνουμε αυτό, τότε βλέπουμε ξεκάθαρα σ’ αυτή ένα υπερ-ατομικό γεγονός, κάτι που κυριαρχεί πάνω στη ζωή και την κυβερνά.

Πρόσθετη, προσεκτική παρατήρηση μάς λέει, πως η βιοενεργειακή υπέρθεση είναι στενά συνδεμένη με την πλασματική διέ­γερση και με αισθήσεις ρευμάτων σε δυο οργονοτικά συστήματα, είτε αυτά είναι παιδιά, είτε έφηβοι, είτε ενήλικοι. Είναι απόλυτα αναγκαίο, για να συλλάβουμε τη λειτουργία αυτή από τη σωστή σκοπιά, να εγκαταλείψουμε τις πολλές κοινωνικές, πολιτιστικές, οικονομικές, ψυχολογικές και άλλες συνέπειες πού, στην περί­πτωση του ανθρώπου, έχουν περιπλέξει και σχεδόν εξαφανίσει το πρωτότυπό της, τη βιοενεργειακή λειτουργικότητα. Αν η υπέρ­θεση αναχθεί αφαιρετικά στην πιο απλή της μορφή, εμφανίζεται στο βιολογικό χώρο σαν προσέγγιση μέσα από έλξη και σαν ολοκληρωμένη βιοενεργειακή επαφή δυο οργονοτικών ρευμά­των. Οι μεμβράνες, τα όργανα, τα υγρά, τα νεύρα, η δύναμη της θέλησης, το ασυνείδητο δυναμικό, κ.λπ., πρέπει εδώ να παραλειφθούν, στο μέτρο, που δεν αποτελούν υπέρθεση. Η υπέρθεση δύο οργονοτικών ρευμάτων εμφανίζεται σε μια κοινή λειτουργι­κή αρχή (ΚΛΑ) της φύσης, που συντήκει δυο ζωντανούς οργανι­σμούς κατά ένα συγκεκριμένο τρόπο — συγκεκριμένο ως προς τη βασική φυσική λειτουργία κι όχι ως προς τους δυο οργανισμούς. Μ’ άλλα λόγια, η υπέρθεση δυο οργονοενεργειακών ρευμάτων φτάνει σαν λειτουργία, πολύ πέρα από τη βιολογία. Κυβερνά άλλες φυσικές σφαίρες, όπως κυβερνά και τα ζωντανά συστήμα­τα. για ν’ ανακαλύψουμε ποιες φυσικές σφαίρες, πέρα από την έμβια, κυβερνούνται απ’ την υπέρθεση δύο οργονοενεργειακών ρευμάτων, δεν πρέπει να παρεκκλίνουμε από τη βασική της μορ­φή και κίνηση. με βάση την οργονομετρική αφαίρεση, έχει ως εξής:

Superimposition Fig 003

Εικ. 3. Βασική μορφή της λειτουργίας «υπέρθεση».

Τα λειτουργικά της χαρακτηριστικά είναι:

  1. Δυο διευθύνσεις ενεργειακής ροής.
  2. Σύγκλιση («έλξη») και αμοιβαία προσέγγιση των δυο ενεργειακών ρευμάτων.
  3. Υπέρθεση κι επαφή.
  4. Συγχώνευση.
  5. Απότομη καμπύλωση της πορείας ροής.

Η ανακάλυψη της υπέρθεσης στις περιοχές της άβιας φύσης θα ήταν ένα πρώτο αποφασιστικό βήμα για την ανακάλυψη της θεμελιακής ρίζας του ανθρώπου στη φύση, μια κοινή λειτουργική αρχή που, ενώ ήδη υπάρχει και λειτουργεί στη φύση γενικά, διαποτίζει κατά ένα βασικό τρόπο το ζωικό βασίλειο, συμπερι­λαμβανομένου και του ανθρώπου.

Τα ακόλουθα αποτελούν μια πλατιά γενίκευση. Έχουμε ήδη τονίσει από την αρχή πώς, αυτό που κάνουμε εδώ, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια πτήση ψηλά, πάνω από μια τεράστια περιοχή, που η εξερεύνησή της θα χρειασθεί κουραστικές, διεξοδικές προσπάθειες. Αργότερα θα είμαστε ελεύθεροι να εγκαταλείψουμε ορισμένα μέρη της η και την όλη άποψη, σε περίπτωση που θα ερχόταν σε αντίθεση με την αυστηρότερη διερεύνηση διαμέσου παρατήρησης και πειράματος καθώς και διαμέσου της οργονομετρίας. Είμαστε επίσης ελεύθεροι να οικοδομήσουμε το πλαίσιο μιας μελλοντικής λεπτομερειακής δράσης, να διατηρή­σουμε τα γενικά της γνωρίσματα, τη διάταξή της και τα βασικά της χαρακτηριστικά, αλλάζοντας το μεγαλύτερο μέρος της εσωτερικής λεπτομερειακής της σύστασης. Είμαστε ελεύθεροι ν’ αφήσουμε την επικύρωση η ανασκευή του οικοδομήματος αυτού σε άλλους. Ωστόσο, θα έπρεπε να θυμίζουμε στον καθένα, που θα προσέγγιζε ένα έργο τέτοιου μεγέθους, πως θα πρέπει να γνωρίζει καλά το τεκμηριωμένο πλατύ υπόβαθρο, απ’ το όποιο αναδύθηκε το πλαίσιο αυτής της εργαστηριακής κατασκευής. σε κείνους που ποτέ δεν τολμούν να κοιτάξουν μέσα από μικροσκόπιο η τον ουρανό, που δεν κάθονται ποτέ μέσα σ’ ένα συσσωρευτή οργονικής ενέργειας κι όμως είναι γεμάτοι από πλαστές «έγκυρες» γνώμες πάνω στην οργονομία, τους λέμε από πριν: Παραμερίστε και μην ενοχλείτε σοβαρότερες εργασίες. Τουλάχιστον σωπάτε!

Χρόνια κουραστικών παρατηρήσεων και διαμόρφωσης της λειτουργικής θεωρίας, έχουν χαράξει δυο κύριους δρόμους μέσα στο χώρο της άβιας φύσης, που αποκάλυψαν ότι, η λειτουργία της υπέρθεσης, επενεργεί στις ίδιες στις ρίζες του σύμπαντος. Ο ένας δρόμος οδηγεί στο μικρόκοσμο, ο άλλος στο μακρόκοσμο. Η υπέρθεση είναι η ΚΛΑ, που ενσωματώνει και τους δυο σε μια φυσική λειτουργία.

Ας αρχίσουμε με τη σφαίρα του μικρόκοσμου. Δε θα μείνουμε πολύ σ’ αυτή, στο μέτρο που υπάρχουν πολλά κενά, αναφορικά με λεπτομέρειες που είναι ουσιαστικής σημασίας, για να έχουμε μια σταθερή βάση, μολονότι τα θεωρητικά περιγράμματα φαίνονται ξεκάθαρα χαραγμένα. Η ουσία του μικροκοσμικού πλαισίου έχει ως εξής:

Σε απόλυτα σκοτεινά —ντυμένα με μεταλλική επένδυση—, δωμάτια παρατήρησης της οργονικής ενέργειας, μπορούμε να δούμε μονάδες οργονικής ενέργειας, να λαμπυρίζουν και ν’ ακολουθούν ορισμένες τροχιές, καθώς στροβιλίζονται προς τα μπρος μέσα στο χώρο, οι τροχιές αυτές παρουσιάζουν ξεκάθαρα τη μορφή ενός κύματος στροβιλισμού.

Superimposition Fig 004

Εικ. 4

Αυτό αναφέρθηκε σε αρκετές περιπτώσεις πριν πολλά χρό­νια, χωρίς επιπρόσθετη μελέτη. Σήμερα υπάρχουν άφθονες, καλά αιτιολογημένες ενδείξεις, για το γεγονός ότι, δύο τέτοιες σπειροειδώς κινούμενες και διεγερμένες οργονοενεργειακές μονά­δες έλκονται και πλησιάζουν η μια την άλλη, μέχρι να βρεθούν σε υπέρθεση. Ώστε:

Superimposition Fig 005

Εικ. 5

Αποτελεί ουσιαστικό χαρακτηριστικό για τη βάση του τρό­που δουλειάς μας, να δεχτούμε ότι, ο αρχέγονος ωκεανός οργονικής ενέργειας είναι ολότελα απαλλαγμένος από μάζα. Ανάλογα, η μάζα (αδρανής αρχικά μάζα) αναδύεται απ’ αυτό το απαλλαγμένο από μάζα, ενεργειακό υπόστρωμα. Φαίνεται λογικό να δεχτούμε επιπλέον ότι, στη διαδικασία της υπέρθεσης δυο ελεύθερων από μάζα, σπειροειδώς κινούμενων και έντονα διεγερμένων οργονοενεργειακών μονάδων, χάνεται κινητική ενέργεια, ο ρυθμός της σπειροειδούς κίνησης ελαττώνεται σημαντικά, η τροχιά της κίνησης καμπυλώνεται απότομα και επέρχεται μια μεταβολή, από μακρόσυρτη στροβιλιστική πρόσθια κίνηση, σε κυκλική επιτόπια.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο της διαδικασίας, αναδύεται η αδρανής μάζα, από την επιβραδυμένη κίνηση δυο η περισσότε­ρων οργονοενεργειακών μονάδων, που βρίσκονται σε υπέρθεση. Είναι αδιάφορο αν ονομάσουμε το πρώτο αυτό σωματίδιο αδρανούς μάζας «άτομο» η «ηλεκτρόνιο» η κάτι άλλο. Αυτό που έχει σημασία είναι η ανάδυση της αδρανούς μάζας απ’ την παγιωμένη κινητική ενέργεια. Η παραδοχή αυτή βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τους γνωστούς νόμους της κλασικής φυσικής. Συμ­φωνεί ακόμη, όπως θα δειχθεί σ’ ένα άλλο κείμενο, με τη θεωρία των κβάντα.

Για να συνεχίσουμε τη σκέψη μας, πρέπει να δεχτούμε ακόμα, ότι τα υλικά, χημικά «σωματίδια», που συνθέτουν την ατμόσφαι­ρα, έχουν αρχικά αναδυθεί κι εξακολουθούν να αναδύονται συνε­χώς, μέσα απ’ την υπέρθεση δυο η περισσότερων στροβιλιζόμενων οργονοενεργειακών μονάδων στο οργονικό περίβλημα τού πλανήτη. Λίγο ενδιαφέρει, στο σημείο αυτό, με ποιόν ιδιαίτερο τρόπο δημιουργούνται οι διάφορες υλικές μονάδες από αρχέγονη οργονική ενέργεια. Περιορίζουμε την περιέργειά μας στην προαναφερόμενη βασική μεταβολή:

Η AΔΡΑΝΗΣ ΜΑΖΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΣΑΙ AΠ’ ΤΗΝ ΥΠΕΡΘΕΣΗ ΔΥΟ Ή ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ ΣΤΡΟΒΙΛΙΖΟΜΕΝΩΝ, ΣΠΕΙΡΟΕΙΔΩΣ ΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΟΡΓΟΝΟΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ, ΔΙΑΜΕ­ΣΟΥ AΠΩΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ AΠΟΤΟΜΗΣ ΚΑΜΨΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΕΚΤΕΙΝΟΜΕΝΗΣ ΤΡΟΧΙΑΣ, ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΚΥ­ΚΛΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ.

Superimposition Fig 006

Εικ. 6. Δημιουργία του αρχέγονου σωματιδίου μάζας (m)
μέσα απ’ την οργονοτική υπέρθεση.

Εδραιώθηκε επομένως, μια λειτουργική σχέση ανάμεσα στη στροβιλιστική κίνηση της ελεύθερης από μάζα οργονικής ενέργειας (ΟΚ) και στην αδρανή μάζα (m), που χαρακτηρίζει επίσης τη σχέση ουράνιων σωμάτων, που στροβιλίζονται μέσα στον ωκεα­νό της οργόνης που τα περιβάλλει. Σφαίρες ή δίσκοι στερεάς ύλης στροβιλίζονται, σε μια σπειροειδή τροχιά, μέσα σ’ ένα ταχύτερα κινούμενο κυματιστό ωκεανό οργονικής ενέργειας, σαν μπάλες που κινούνται σ’ ένα ταχύτερα κινούμενο κύμα νερού. Η ακριβής αριθμητική σχέση των δυο κινήσεων, αν και μεγάλης σπουδαιότητας, δεν έχει σημασία σ’ αυτό το σημείο. Εκείνο που έχει σημασία, είναι, ότι έχει βρεθεί μια λειτουργική σχέση ανάμεσα στις κινήσεις της αρχέγονης οργονικής ενέργειας και της ύλης πού, για πρώτη φορά στην Ιστορία της αστροφυσικής, κάνει κατανοητό το γεγονός ότι, τα ουράνια σώματα κινούνται με στρο­βιλισμό. Επιπλέον, κάνει κατανοητό το γεγονός, ότι ο ήλιος και οι πλανήτες μας κινούνται στο ίδιο επίπεδο και προς την ίδια κατεύθυνση, ενωμένα στο διάστημα, σαν μια συνεκτική ομάδα στροβιλιζόμενων σωμάτων. Το στροβιλιστικό κύμα είναι η ενοποίηση της κυκλικής και πρόσθιας κίνησης των πλανητών, της ταυτόχρονης περιστροφής τους στον άξονα Β – Ν και της μετακί­νησής τους στο διάστημα. Ο ωκεανός της οργόνης φαίνεται σαν ο αρχέγονος κινητής των ουράνιων σωμάτων. Τώρα, προκύ­πτουν νέα αστροφυσικά προβλήματα, σαφώς καθορισμένα, που δεν μπορούν και δεν θα έπρεπε να συζητηθούν αυτή τη στιγμή. Είναι αρκετό να τα διατυπώσουμε με σαφήνεια:

  1. Είναι αναγκαίο να δεχθούμε πώς, τα πρώτα υλικά σωματί­δια, που «δημιουργήθηκαν» απ’ την υπέρθεση δυο η περισσότε­ρων οργονοενεργειακών μονάδων, σχηματίζουν τον πυρήνα για την ανάπτυξη τού υλικού σώματος. Προς το παρόν, δεν έχει σημασία, αν αυτά τα στοιχεία τού «πυρήνα» τού μελλοντικού ουράνιου σώματος είναι αεριώδους η στερεής φύσης, η αν περνά­νε πιθανώς μέσα από μια διαδικασία εξέλιξης, από αεριώδη σε στερεή κατάσταση. Εκείνο που έχει σημασία είναι, ότι έχει υποθετικά εδραιωθεί ένα σημείο αφετηρίας για τη δημιουργία ενός ουράνιου σώματος από αρχέγονη ενέργεια. (Πρβλ. “The Oranur Experiment: First Report (1947-1951),” Orgone Energy Bulletin, October 1951.)
  2. Mια πρόσθετη λογική αναγκαιότητα είναι η παραδοχή μιας ΓΕΝΕΣΗΣ λειτουργίας της έλξης της βαρύτητας. Η ανά­πτυξη του υλικού σωματιδίου, που αποτελεί τον πυρήνα του μελλοντικού ουράνιου σώματος, μπορεί να συμπληρωθεί με βάση το οργονομικό δυναμικό. Το οργονοτικά ισχυρότερο σώμα έλκει μικρότερα και ασθενέστερα συστήματα, όπως είναι οι απαλλαγ­μένες από μάζα μονάδες οργονικής ενέργειας και άλλα μικρά ποσά αρχέγονης ύλης, καθώς αναδύονται απ’ τον ωκεανό οργόνης, που περιβάλλει τον αρχικό αναπτυσσόμενο πυρήνα. Θα ήταν ακόμα αναγκαίο, να διακρίνουμε ανάμεσα στην οργονοτική έλξη δυο ενεργειακών κυμάτων και στην έλξη βαρύτητας ανάμεσα σε δυο ολικά σώματα, δηλαδή, να εδραιώσουμε το γεγονός ότι, η αρχέγονη οργονοτική έλξη μεταβάλλεται λειτουργικά σε έλξη μάζας, διαμέσου της βαρύτητας.
  3. Απ’ τα σημεία 1 και 2, πρέπει ακόμα να δεχθούμε, πως ο αναπτυσσόμενος υλικός πυρήνας θα πρέπει να περιβάλλεται μό­νιμα από ένα οργονοενεργειακό πεδίο πού, από δω και στο έξης, θα πρέπει να υπόκειται στην ελκτική βαρύτητα εκείνου του πυρή­να. Αυτό θα εξηγούσε την προέλευση του οργονικού περιβλήμα­τος τού ήλιου (στέμμα) και της Γης. Και τα δυο διακρίνονται ξεκάθαρα και διέπονται από βασικές οργονομικές λειτουργίες, όπως είναι η κυματοειδής κίνηση απ’ τη δύση στην ανατολή, η ταχύτερη κίνηση του περιβλήματος συγκριτικά με τη φωταύγεια της σφαίρας, το μπλε χρώμα και ο περιορισμός του μέσα στο πεδίο έλξης του υλικού πυρήνα.
  4. Το απαλλαγμένο από μάζα οργονοενεργειακό ρεύμα, που περιβάλλει την υλική σφαίρα πρέπει, εξαιτίας της οργονοτικής έλξης που εξασκεί πάνω του ο πυρήνας, ν’ αποχωρίζεται απ’ το γενικό ρεύμα του κοσμικού ωκεανού οργονικής ενέργειας και ν’ ακολουθεί την περιστροφή τού υλικού σώματος γύρω απ’ τον άξονά του. Έτσι, ο κοσμικός ωκεανός, ως τα τώρα ενιαίος, διαχωρίζε­ται σ’ ένα μεγαλύτερο και σ’ ένα μικρότερο οργονοενεργειακό ρεύμα. Η υπόθεση αυτή θα επαληθευτεί με συγκεκριμένες αστροφυσικές λειτουργίες (πρβ. Εικόνα 7).
    Superimposition Fig 007
    Εικ. 7
    C = Πυρήνας, Ρ = Περιφέρεια, Α = Ατμόσφαιρα, OR = οργονικό περίβλημα,
    G = Γαλαξιακό οργονικό ρεύμα
  5. Η αεριώδης ατμόσφαιρα που περιβάλλει τα ουράνια σώματα, θα πρέπει αναγκαστικά να αναδύεται μέσα απ’ την υπέρθεση των απαλλαγμένων από μάζα οργανοενεργειακών μονάδων, στο περιστρεφόμενο οργονενεργειακό περίβλημα. Η αναγκαία αυτή παραδοχή θα έπρεπε να επικυρωθεί κάποια στιγμή με τη θεμελίωση των νόμων, που οδηγούν, απ΄τις απαλλαγμένες από μάζα οργονενεργειακές μονάδες, στα ατομικά βάση των σωματιδίων των αερίων, που αποτελούν την αεριώδη ατμόσφαιρα.
  1. Συνεπώς, η συγκέντρωση και η πυκνότητα θα πρέπει να αυξάνονται όσο πλησιάζουμε τον πυρήνα του περιστρεφόμενου σώματος, όπου τα βαρύτερα στοιχεία εντοπίζονται κοντά στο κέντρο και τα ελαφρότερα, όλο και πιο κοντά στην περιφέρεια, ενώ τα πιο ελαφρότερα αέρια — ήλιο, υδρογόνο, αργό, νέο κ.λπ. — εντοπίζονται στην άκρη της περιφέρειας.
  2. Στο σημείο αυτό, πρέπει ν’ αναφερθεί μια εξαιρετικά εντυπωσιακή λειτουργική ταύτιση πού, μέχρι τώρα, δεν έχει προσελκύσει την προσοχή της επιστημονικής σκέψης. Τα χημικά στοι­χεία, που συνιστούν την αεριώδη ατμόσφαιρα των πλανητών, είναι ταυτόσημα με τα στοιχεία, που συνιστούν τα ζωντανά οργονοτικά συστήματα. Αυτά είναι: υδρογόνο (Η), οξυγόνο (Ο), άζω­το (Ν) και άνθρακας (0), και τους ποικίλους μοριακούς τους σχηματισμούς όπως CO2, Η2Ο, C6H1206, κ.λπ. Η λειτουργική αυτή ταύτιση πρέπει να έχει μεγάλη σημασία.

Η λειτουργική ταύτιση άφορά μόνο τις αρχέγονες οργονοενεργειακές λειτουργίες και τις μεταλλαγές των αρχέγονων, απαλλαγμένων από μάζα λειτουργιών, σε δευτερογενείς με μάζα. Απ’ αυτό το σημείο και μετά, όχι όμως νωρίτερα, οι γνωστοί νόμοι της μηχανικής και της χημείας έχουν πλήρη ισχύ. Υποτάσσονται σε εξέλιξη· έχουν γένεση. Το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί διεξο­δικά είναι ΠΩΣ ΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΠΡΟΗΛΘΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ, ΜΕ­ΣΑ ΣΤΟΝ ΑΠΑΛΛΑΓΜΕΝΟ ΑΠΟ ΜΑΖΑ ΑΡΧΕΓΟΝΟ ΩΚΕΑΝΟ ΟΡΓΟΝΟΕΝΕΡΓΕΙΑΣ.

Το πλεονέκτημα της υπόθεσής μας, όπως σκιαγραφήθηκε παραπάνω, είναι αρκετά φανερό. Συνοψίζοντας:

  1. Μας απαλλάσσει απ’ την αδέξια υπόθεση των υλικών σω­μάτων, που περιστρέφονται σ’ ένα «κενό διάστημα», και η δράση τους επιδέχεται μόνο μαθηματική προσέγγιση και εξελίσσεται σε μια ορισμένη απόσταση, μέσα σ’ ένα «πεδίο». Το «πεδίο» είναι πραγματικό και η φύση του μπορεί να μετρηθεί και να παρατη­ρηθεί, συνεπώς έχει υλική φύση. Το διάστημα δεν είναι κενό, αλλά γεμάτο, συνεχές και χωρίς χάσματα.
  2. Επιπλέον, μάς απαλλάσσει από την άβολη ιδέα, ότι μια ελκτική βαρύτητα, που δεν θα μπορούσε ποτέ ν’ αποδειχτεί, εξασκείται απ’ τον ήλιο σε τρομακτικές αποστάσεις, πάνω σ’ όλους τους πλανήτες. Ο ήλιος και οι πλανήτες κινούνται στο ίδιο επίπεδο και περιστρέφονται προς την ίδια κατεύθυνση εξαιτίας της κίνησης και της κατεύθυνσης του κοσμικού οργονοενεργειακού ρεύματος στο γαλαξία. Συνεπώς, ο ήλιος δεν «έλκει» τίποτα απολύτως. Είναι απλώς ο μεγαλύτερος αδερφός όλης της ομάδας.

Δεν κάναμε τίποτα παραπάνω, από το να σκιαγραφήσουμε τη μετάβαση από τη μικροκοσμική στη μακροκοσμική λειτουργία. Θα επιστρέψουμε αργότερα στην υπέρθεση, στο χώρο τού μακρό­κοσμου, πιο διεξοδικά. Πρώτα όμως, θα πρέπει να εξοικειωθούμε με μερικές σημαντικές λειτουργίες, που αναφέρονται στη λει­τουργία της υπέρθεσης στην έμβια σφαίρα, εκεί όπου ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά.

Θα συγκεντρώσουμε την προσοχή μας πάνω σε δυο μόνο βασικές λειτουργίες:

  1. Τη στροβιλιστική ροή της οργονικής ενέργειας στο ζωντανό οργανισμό («βιοενέργεια»).
  2. Την υπέρθεση δύο οργονοενεργειακών ρευμάτων σε ζων­τανά σώματα, ΣΥΝΟΥΣΙΑ, και τη λειτουργική σημασία της παρόρμησης για γενετήσια επαφή και οργασμική εκφόρτιση.

[1] Πρβλ. Ράιχ: «Παιδιά του Μέλλοντος, Ι», αναφορά στο Οργονομικό Κέντρο Έρευνας για τα Νήπια, Δελτίο της Οργονενέργειας (Οκτώβριος 1950), σελ. 194-206.