Εργοδημοκρατία

Από το βιβλίο Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, του Βίλχελμ Ράιχ, M.D., μτφρ. Ηρώ Δ. Λάμπρου, εκδόσεις Μπουκουμάνης, Αθήνα 1974.

Περί φυσικής εργοδημοκρατίας

Αντιπαράθεση εργασίας και πολιτικής

Για να επιτραπεί σ’ ένα γιατρό να εφαρμόσει μια θεραπεία πάνω στον άνθρωπο, πρέπει να αποδείξει επακριβώς τις πρακτικές και θεωρητικές του γνώσεις. Αντίθετα ένας πολιτικός που ανα­λαμβάνει να καθορίσει τη μοίρα πολλών εκατομμυρίων εργαζόμενων ανθρώπων κι όχι εκατοντάδων όπως ο γιατρός, δεν είναι υποχρεωμένος να νομιμοποιηθεί μ’ αυτό τον τρόπο.

Η κοινωνική τραγωδία που αφανίζει εδώ και χιλιάδες χρόνια με μεμονωμένα οξύτατα ξεσπάσματα την κοινωνία των ανθρώ­πινων ζώων, φαίνεται να τεκμηριώνεται ουσιαστικά μέσα σ’ αυτή την κατάσταση. Ας ακολουθήσουμε όσο πιο καλά κι όσο πιο μακριά μπορούμε την αντίφαση που μόλις διαγράψαμε με συν­τομία:

Ο πρακτικός εργάτης οποιουδήποτε επαγγέλματος, αδιάφορο αν προέρχεται από φτωχή η πλούσια οικογένεια, πρέπει να περάσει από μια ορισμένη μαθητεία. Δεν εκλέγεται «από το λαό». Έμπειροι εργαζόμενοι που έχουν δοκιμαστεί πολλά χρόνια, καθορίζουν περισσότερο ή λιγότερο διεξοδικά αν ο μαθητευόμενος εργάτης μπορεί να εκτελέσει με επαγγελματισμό την εργασία του. Αυτή είναι η απαίτηση, έστω κι αν συχνά προλαβαίνει τα γεγονότα. Οπωσδήποτε χαράζει μια κατεύ­θυνση. Στην Αμερική μάλιστα αυτή η απαίτηση έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε η πωλήτρια στο εμπορικό κατάστημα να ’ναι υποχρεωμένη να επιδείξει πανεπιστημιακές σπουδές. Όσο υπερβολική και κοινωνικά άδικη και να ’ναι αυτή η απαί­τηση, δείχνει καθαρά την πίεση που βαραίνει κοινωνικά πάνω στην απλούστατη εργασία. Ο κάθε παπουτσής, επιπλοποιός, τορναδόρος, μηχανικός, ηλεκτρολόγος, οικοδόμος, οδοποιός, κλπ. Κλπ., πρέπει να εκπληρώνει ορισμένες αυστηρότατες απαι­τήσεις.

Αντίθετα ένας πολιτικός δεν υπόκειται σε τέτοιου είδους απαιτήσεις. Αρκεί να διαθέτει κανείς μια έντονη δόση πονηριάς, νευρωτικής φιλοδοξίας και εξουσιαστικής θέλησης συνταιρια­σμένα με ωμότητα, ώστε κάτω από αντίστοιχα χαοτικές κοινω­νικές συνθήκες να κατέχει ανώτατες θέσεις μέσα στην ανθρώ­πινη κοινωνία. Το ζήσαμε στα τελευταία 25 χρόνια, που ένας κακός δημοσιογράφος κατόρθωσε να εκχυδαΐσει και τελικά να εξαθλιώσει τον ιταλικό λαό των 50 εκατομμυρίων. Για 22 χρόνια κυριαρχούσε μεγάλη φασαρία για το τίποτα, μέχρι που μια μέρα το αίσχος εξαφανίστηκε αθόρυβα, έτσι που να νιώθει κανείς πως: «Δεν έγινε τίποτα!». Από μια τεράστια φασαρία που έκανε τον κόσμο να κρατήσει την ανάσα του και συγκλόνισε πολλά άλλα έθνη δεν απομένει τίποτα. Ούτε μια σκέψη, ούτε μια ωφέλιμη διάταξη, ούτε μια σιωπηρή ανάμνηση. Τίποτα άλλο δεν θα μπορούσε να εκθέσει πιο απλά και πιο ξεκάθαρα τον κοινω­νικό παραλογισμό που φέρνει περιοδικά τη ζωή μας στα χείλη της αβύσσου.

Ένας επαγγελματικά απόλυτα αποτυχημένος μαθητευόμενος ελαιοχρωματιστής είναι σε θέση, επίσης για 20 χρόνια, να είναι στα χεί­λια όλων των ανθρώπων, δίχως να έχει επιτελέσει κανέ­να ωφέλιμο κι αντικειμενικά πρακτικό έργο. Και σ’ αυτή την περίπτωση έγινε μια τεράστια φασαρία που μια μέρα διαλύθηκε ήρεμα στο «δεν έγινε και τίποτα». Ο κόσμος της εργασίας συνεχίζει τη σιωπηρή, ήρεμη, ζωτικά αναγκαία πορεία. Από τον μεγάλο θόρυβο δεν παραμένει παρά ένα κεφάλαιο στα στραβά προσανατολισμένα βιβλία της ιστορίας, που το μόνο που κάνουν είναι να φορτώνουν τα παιδιά μας.

Αυτή η απλή αντίθεση εργασίας και πολιτικής, που είναι σ’ όλους κατανοητή και την ξέρει από καιρό ο κάθε εργαζόμενος, κου­βαλάει μέσα της αφάνταστες συνέπειες για την πρακτική κοινω­νική ζωή, αν κάνει κανείς τον κόπο να οδηγήσει το συλλογισμό με συνέπεια μέχρι το τέλος του. Αφορά προπάντων το κομματικό σύστημα που κυριαρχεί παντού πάνω σ’ αυτό τον πλανήτη, την ιδεολογία και τη διαμόρφωση της δομής των ανθρώπινων ζώων. Το θέμα μας εδώ δεν είναι να υπεισέλθουμε στο πρόβλημα του πως εξελίχθηκε το τωρινό πολιτικό κομματικό σύστημα, απ’ το πρώτο πατριαρχικό-ιεραρχικό σύστημα κυριαρχίας της Ευρώπης και της Ασίας. Εδώ σημασία έχει μόνο η επίδραση του πολιτικού κομματικού συστήματος πάνω στην πορεία της κοινωνίας. Ο αναγνώστης θα αντιληφθεί ήδη ότι η φυσική εργο­δημοκρατία είναι ένα κοινωνικό σύστημα που υπάρχει κι όχι που πρέπει να συγκροτηθεί, και που είναι για το πολιτικό κομ­ματικό σύστημα ό,τι το νερό για τη φωτιά.

Η αντίθεση εργασίας και πολιτικής μας οδηγεί λοιπόν ακόμα παραπέρα: η αποσαφήνιση και η κατάργηση των χαοτικών καταστάσεων, αδιάφορο αν πρόκειται για έναν κοινωνικό, ζωικό η νεκρό οργανισμό, απαιτεί μακρόχρονη επιστημονική και πρακτική εργασία. Ας ονομάσουμε με συντομία και δίχως πολ­λές λεπτομέρειες «επιστημονικό άνθρωπο» τον άνθρωπο που κάνει κάποια ζωτικά αναγκαία εργασία η οποία απαιτεί κατανόηση γεγονότων. Μ’ αυτή την έννοια ο τορναδόρος σ’ ένα εργοστάσιο είναι επιστημονικός άνθρωπος, γιατί το έργο του βασίζεται στους καρπούς της δικής του εργασίας και έρευνας καθώς και στην εργασία και έρευνα άλλων. Ας αντιπαραβάλουμε λοιπόν αυτόν τον επιστημονικό άνθρωπο με έναν μυστικιστή (πράγμα που περιλαμβάνει και τον πολιτικό ιδεολόγο).

Ο κάθε είδους επιστημονικός άνθρωπος, είτε είναι παιδαγωγός, τορναδόρος, τεχνικός, γιατρός η οτιδήποτε άλλο, πρέπει να εκπληρώνει και να διασφαλίζει το κοινωνικό προτσές της ερ­γασίας. Κοινωνικά έχει μια πολύ δύσκολη αποστολή: είναι υποχρεωμένος να αποδεικνύει πρακτικά όλους τους ισχυρισμούς του. Πρέπει να εργάζεται επίπονα, να σκέφτεται, ν’ αναζητάει καινούργιους δρόμους, ν’ αναγνωρίζει πλάνες σαν ερευνητής, να αντικρούει τις λαθεμένες θεωρίες, σε κάθε του έργο να επιτίθεται στην ανθρώπινη κακία και ν’ αγωνίζεται να επιβληθεί. Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει καμιά εξουσία γιατί με την εξου­σία δεν κατασκευάζονται κινητήρες, δεν παράγονται θεραπευτι­κοί όροι, δεν πραγματοποιούνται πτήσεις στη στρατόσφαιρα, δεν ανατρέφονται παιδιά κ.ά. Ο εργαζόμενος, επιστημονικός άνθρωπος ζει κι ενεργεί δίχως όπλα.

Αντίθετα ο μυστικιστής κι ο πολιτικός ιδεολόγος, σε σύγκριση με τον εργαζόμενο έχουν μια εύκολη κοινωνική αποστολή. Κανένας δεν ζητάει αποδείξεις για τους ισχυρισμούς τους. Έχουν τη δυνατότητα να υπόσχονται πως θα κατεβάσουν στη γη τον Θεό απ’ τον ουρανό, τον διάβολο από την κόλαση και τον παράδεισο απ’ το υπουργείο και μπορούν να ’ναι απόλυτα σίγουροι πως δεν θα λογοδοτήσουν για απάτη. Οι αχαλίνωτοι ισχυρισμοί τους βασίζονται στο καλά διαφυλαγμένο δημοκρατικό δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης της γνώμης. Αν το καλοσκεφτούμε θα δούμε, πως η έννοια της δημοκρατικής «ελεύθερης έκφρασης της γνώμης» πρέπει να κρύβει κάποιο λάθος, τη στιγμή που ένας αποτυχημένος ελαιοχρωματιστής μπορεί απόλυτα νόμιμα με το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης της γνώμης στο διάστημα λίγων ετών να κατακτά στον κόσμο μια θέση, που δεν την απέκτησε ποτέ μέσα στην ανθρώπινη ιστορία κανένας μεγάλος πρωτοπόρος της επιστήμης, της τέ­χνης, της εκπαίδευσης και της τεχνικής. Απ’ αυτό προκύπτει ξεκάθαρα πως η σκέψη μας για τα κοινωνικά πράγματα είναι σε κάποιο ορισμένο σημείο καταστροφικά λαθεμένη και απαιτεί ριζική διόρθωση. Με βάση τις προσεχτικές κλινικές έρευνες της σεξουαλικής οικονομίας γνωρίζουμε ότι εκείνο που εξασφαλίζει στους πολιτικούς τυχοδιώκτες την υπακοή και την πίστη από εκατομμύρια μάζες ώριμων και εργατικών ανθρώπων είναι η αυταρχική διαπαιδαγώγηση των μικρών παιδιών σε φοβισμένους υποτελείς.

Ας δούμε την αντίθεση εργασίας και πολιτικής προς μιαν άλλη κατεύθυνση.

Στην πρώτη σελίδα της επίσημης επιθεώρησης του Ινστιτούτου Οργόνης δημοσιεύεται η φράση: «Η αγάπη, η εργασία και η γνώση είναι οι πηγές της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτά πρέπει και να την κυβερνούν!» Δίχως τη λειτουργία της φυσικής αγάπης ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, στη μητέρα και το παιδί, ανάμεσα στους εργαζόμενους κλπ., δίχως εργασία και δίχως γνώση η ανθρώπινη κοινωνία δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε για μια μέρα. Δεν είναι δική μου δουλειά σα γιατρός να λάβω υπόψη μου εδώ την οποιαδήποτε πολιτική ιδεολογία ή ακόμα και την επίκαιρη διπλωματική αναγκαιότητα, όσο σημαντική κι αν φαίνεται αυτή. Δική μου δουλειά είναι απλά και μόνο να διαλευκαίνω σημαντικά αλλά άγνωστα γεγονότα. Είναι γεγονός ότι καμιά απ’ τις τρείς βασικές λειτουργίες της κοινωνικής ζωής δεν πλήττεται από το γενικό και μυστικό εκλογικό δικαίωμα, ούτε ποτέ επηρέασαν την ιστορία της κοινοβουλευτικής δη­μοκρατίας. Αντίθετα οι πολιτικές ιδεολογίες που δεν έχουν καμιά σχέση με τις λειτουργίες της φυσικής αγάπης, της εργασίας ή της γνώσης, χαίρονται ανεμπόδιστη και ανεξέλεγκτη πρόσβαση στην κάθε είδους κοινωνική εξουσία πάνω στη βάση του γενικού εκλογικού δικαιώματος και του κομματικού συστήματος. Θα ήθελα εδώ να τονίσω αμέσως ότι είμαι και ήμουν πάντα υπέρ του γενικού εκλογικού δικαιώματος. Τούτο δεν αλλάζει σε τίποτα το σταθερό γεγονός ότι ο κοινωνικός θεσμός του γενικού εκλογικού δικαιώματος της κοινοβουλευτικής δημο­κρατίας με κανένα τρόπο δεν καλύπτει τις τρεις βασικές λειτουρ­γίες της κοινωνικής ύπαρξης που αναφέραμε. Έχει εγκαταλειφθεί στην τύχη το αν οι βασικές λειτουργίες της κοινωνίας διασφαλί­ζονται ή βλάπτονται από την κοινοβουλευτική ψηφοφορία. Δεν υπάρχει κανένας όρος στη νομοθεσία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που να δίνει στην αγάπη, στην εργασία και στη γνώση κάποιο προνόμιο στη διεύθυνση του πεπρωμένου της κοινωνίας. Αυτή η διάσταση ανάμεσα στο δημοκρατικό εκλογικό δικαίωμα και στις κοινωνικές βασικές λειτουργίες επενεργεί καταστροφικά στη βάση του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Εδώ θ’ αναφέρω μόνο με συντομία τους πολλούς θεσμούς και νόμους που εμποδίζουν κατηγορηματικά αυτές τις λειτουργίες. Δεν πιστεύω ότι αυτή η βασική αντίθεση διατυπώθηκε ποτέ από κάποια επιστημονική ή πολιτική ομάδα με οξύτητα και σαφή­νεια, έτσι που να γίνει σ’ όλους κατανοητή. Ωστόσο αποτελεί τον πυρήνα της βιο-κοινωνικής τραγωδίας του ανθρώπινου ζώου. Τα πολιτικά κομματικά συστήματα, δεν ανταποκρίνονται με κανένα τρόπο στις συνθήκες, τα καθήκοντα και τους σκοπούς της ανθρώπινης κοινωνίας. Τούτο φαίνεται καθαρά και ξάστερα ανάμεσα στ’ άλλα και στο γεγονός ότι ένας παπουτσής δεν μπο­ρεί να γίνει έτσι απλά ράφτης, ένας γιατρός δεν μπορεί να γίνει μεταλλειολόγος και ένας παιδαγωγός δεν μπορεί να γίνει επιπλοποιός. Όμως ένας ρεπουμπλικάνος στην Αμερική απ’ τη μια μέρα στην άλλη, δίχως καμιά αντικειμενική μετατόπιση, μπορεί να γίνει δημοκράτης, στη Γερμανία του Χίτλερ ένας κομμουνιστής μπορεί να γίνει έτσι απλά φασίστας, ένας φασίστας να γίνει κομμουνιστής, φιλελεύθερος-κομμουνιστής ή σοσιαλδημοκράτης, κι ένας σοσιαλδημοκράτης να γίνει γερμανοεθνικιστής ή χριστιανοσοσιαλιστής οπαδός του κόμματος, πράγμα που θα μπορούσε να ενισχύει ή να εξασθενίζει το ιδεο­λογικό πρόγραμμα του εκάστοτε κόμματος κι έτσι να καθορίζει με τον πιο ασυνείδητο τρόπο τη μοίρα ενός ολόκληρου έθνους.

Εδώ είναι οφθαλμοφανής η αντίθεση προς την εργασία και τον παράλογο χαρακτήρα της πολιτικής. Δεν θα ήθελα εδώ να υπεισέλθω στο ερώτημα αν τα πολιτικά κόμματα ήταν ποτέ αντικειμενικά και ορθολογικά θεμελιωμένα στο κοινωνικό σώμα. Δεν είναι της στιγμής. Τα πολιτικό κόμματα σήμερα δεν έχουν πρακτικά να πουν τί­ποτα. Ό,τι γίνεται σε μια κοινωνία πρακτικά θετικό δεν έχει καμιά σχέση με κομματικά όρια ή κομματικές ιδεολογίες. Το αποδεικνύει λ.χ. Το Νιου Ντηλ του Ρούσβελτ. Οι λεγόμενοι κομματικοί συνασπισμοί είναι λύσεις ανάγκης επειδή λείπει ο εμπράγματος προσανατολισμός, είναι γεφύρωμα δυσκο­λιών δίχως πραγματική επίλυση. Δεν μπορεί κανείς να επιλύσει χειροπιαστές πραγματικότητες με απόψεις που τις αλλά­ζει σαν πουκάμισα.

Αυτά τα πρώτα βήματα στην αποσαφήνιση της έννοιας της εργοδημοκρατίας μάς έχουν οδηγήσει κιόλας σε μερικές σημαντικές διαπιστώσεις για το κοινωνικό χάος. Το γεγονός αυτό μας υποχρεώνει να συνεχίσουμε τους συλλογισμούς μας για τη φυσική εργοδημοκρατία. Θα ήταν ασυγχώρητη παράλειψη να μην το κάνουμε. Γιατί κανείς δεν μπορεί να ξέρει σε ποιο σημείο της ανθρώπινης σκέψης ενδέχεται να βρεθεί η απάντηση για το χάος που έχει προκαλέσει η πολιτική. Θα συνεχίσουμε λοι­πόν ν’ ακολουθούμε τον δρόμο που χαράξαμε κάποτε, όπως ψάχνει κανείς μέσα σ’ ένα παρθένο δάσος τον κατάλληλο τόπο εποικισμού.

Αυτή η επιχείρηση προσανατολισμού μέσα στο κοινωνικό χάος, μπορεί κι η ίδια να θεωρηθεί σαν μια ορθολογική πρακτική δουλειά. Μιας κι η φυσική εργοδημο­κρατία βασίζεται στην εργασία κι όχι στην πολιτική, ίσως αυτή «η εργασία στον κοινωνικό οργανισμό» να οδηγήσει σ’ ένα πρακτικό χρήσιμο αποτέλεσμα. Θα ήταν η πρώτη φορά που η εργασία υπερνικά το κοινωνικό πρόβλημα. Κι αυτή η εργασία θα ήταν εργοδημοκρατική στο βαθμό που θα μπορούσε να παρα­κινήσει κι άλλους εργαζόμενους κοινωνιολόγους, οικονομολό­γους, ψυχολόγους, να δουλέψουν στον κοινωνικό οργανισμό. Δεδομένου ότι αυτή η εργασία επιτίθεται κατά της αρχής και του συστήματος της πολιτικής, πρέπει με βεβαιότητα να ανα­μένεται πως εκείνο που θα της αντιπαραταχτεί θα ’ναι οι πολι­τικές ιδεολογίες. Θα ’ναι ενδιαφέρον και σημαντικό να δούμε πώς θα διαφυλαχτεί πρακτικά σ’ αυτή τη σύγκρουση η εργοδημοκρατική κοινωνιολογία. Ο εργοδημοκρατικός τρόπος σκέ­ψης, στο βαθμό που τον κατανόησα, αντιπαράθεσε στην πολι­τική ιδεολογία την άποψη της κοινωνικής λειτουργίας και της κοινωνικής ανάπτυξης, δηλαδή γεγονότα και δυνατότητες, δεν της αντιπαράθεσε μια άλλη πολιτική αντίληψη. Είναι παρό­μοια με το πεδίο της ηθικής: η επιστήμη της σεξουαλικής οικονομίας καταπολε­μάει τις βλάβες που προκαλεί η καταναγκαστική ηθική, όχι όπως συνηθίζεται στην πολιτική, μ’ ένα άλλο είδος ηθικής, αλλά με συγκεκριμένη γνώση και πρακτικά στοιχεία για τη φυσική λειτουργία της σεξουαλικότητας. Μ’ άλλα λόγια η εργοδημοκρατικά προσανατολισμένη κοινωνική οικονομία είναι υποχρεωμένη να επιβεβαιωθεί μέσα στην πρακτική ζωή, όπως ακριβώς ο ισχυρισμός ότι ο ατμός περιέχει ενέργεια επιβεβαιώνεται με τη μετακίνηση των τραίνων. Δεν έχουμε λοιπόν κανένα λόγο να μπούμε σε ιδεολογικές ή πολιτικές διαμάχες αν υπάρχει η εργοδημοκρατία, αν είναι πρακτικά χρήσιμη, κλπ. Ο εργαζόμενος που σκέφτεται και ενεργεί εργοδημοκρατικά δεν παίρνει θέση κατά των πολιτικών. Δεν είναι δικό του φταί­ξιμο η πρόθεσή του, αν το πρακτικό αποτέλεσμα της δουλειάς του κάνει φανερό τον απατηλό και παράλογο χαρακτήρα της πολιτικής. Σαν πρακτικοί εργάτες του όποιου επαγγέλματος ασχολούμαστε έντονα με πρακτικά προβλήματα για τη βελτίωση της ζωής. Δεν είμαστε λοιπόν «κατά», όπως ο πολιτικός που από έλλειψη πρακτικών προβλημάτων στη δουλειά του είναι πάντοτε μονάχα «κατά» και ποτέ «υπέρ» ενός πράγματος. Η πολιτική γενικά χαρακτηρίζεται απ’ αυτή την «εναντίωση». Το πρακτικά παραγωγικό επιτελείται όχι από τον πολιτικό αλλά απ’ τον εργαζόμενο, μαζί ή ενάντια στις ιδεολογίες του πολιτικού. Πολύχρονες εμπειρίες δείχνουν ξεκάθαρα ότι ο πρακτικά εργαζόμενος έρχεται πάντα σε σύγκρουση με τον πολιτικό. Όποιος λοιπόν εργάζεται υπέρ της ζωντανής λειτουργικότητας, είτε το θέλει είτε όχι είναι και ενεργεί κατά της πολιτικής. Ο παιδαγωγός είναι υπέρ της αντικειμενικής ανατροφής των μικρών παιδιών, ο αγρότης είναι υπέρ των αναγκαίων μηχανημάτων στην αγροτική οικονομία, ο ερευνητής είναι υπέρ των αποδεί­ξεων για τα επιστημονικά ευρήματα. Εύκολα μπορεί κανείς να πειστεί, ότι πάντοτε εκεί που ένας εργαζόμενος στρέφεται ενάν­τια σ’ αυτή ή την άλλη εργασία δεν το κάνει με την ιδιότητά του σαν εργαζόμενου, αλλά όντας κάτω απ’ την επίδραση πολιτικών ή άλλων παράλογων επιρροών.

Ο ισχυρισμός ότι ένα θετικό επίτευγμα εργασίας δεν είναι ποτέ ενάντια αλλά πάντα υπέρ τούτου ή του άλλου, είναι απίθανος και υπερβολικός. Αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι η εργατική μας ζωή διακατέχεται από γνώμες που έχουν παράλογα κίνητρα, τα οποία δεν διαφοροποιούνται από τις αντικειμενικές κρίσεις. Για παράδειγμα, ο γεωργός είναι κατά του εργάτη κι ο εργάτης κατά του μη­χανικού. Ο τάδε ή ο δείνα γιατρός δεν είναι κατά του ενός ή του άλλου φαρμάκου; Θα πούνε ότι ουσία της δημοκρατικής έκφρασης της γνώμης είναι να είναι κάποιος «υπέρ» και «κατά». Εγώ απεναντίας ισχυρίζομαι πως για την αποτυχία των δημοκρατιών στην Ευρώπη έφταιγε ουσιαστικά ακριβώς αυτή η φορμαλιστική κι όχι αντικειμενική κατανόηση της έννοιας της ελεύθερης έκφρασης της γνώμης. Ας πάρουμε ένα παρά­δειγμα: Ένας γιατρός είναι ενάντιος σ’ ένα ορισμένο φάρμακο. Τούτο μπορεί να ’χει δυο αιτίες:

Ή το φάρμακο είναι πραγματικά κακό κι ο γιατρός ευσυνείδητος· σ’ αυτή την περίπτωση εργάστηκε άσχημα αυτός που έφτια­ξε το φάρμακο. Η εργασία του δεν στέφθηκε με επιτυχία και προφανώς δεν ενδιαφερόταν αρκετά να φτιάξει ένα αποτελεσμα­τικό και αβλαβές φάρμακο. Το κίνητρο του κατασκευαστή δεν ήταν η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, αλλά ας πούμε το κερδοσκοπικό συμφέρον, ήταν δηλαδή παράλογο, γιατί το κίνητρο δεν ταί­ριαζε με το σκοπό. Σ’ αυτή την περίπτωση ο γιατρός ενεργεί ορθολογικά. Παίρνει θέση υπέρ του συμφέροντος της ανθρώπι­νης υγείας, δηλαδή αυτόματα είναι κατά του κακού φαρμάκου αφού παίρνει θέση υπέρ της υγείας. Ενεργεί ορθολογικά γιατί ο σκοπός της εργασίας και το κίνητρο της έκφρασης της γνώ­μης συμφωνούν.

Ή το φάρμακο είναι καλό και ο γιατρός ασυνείδητος. Αν λοιπόν αυτός ο γιατρός είναι κατά του καλού φαρμάκου, τότε ενεργεί όχι από ενδιαφέρον για την ανθρώπινη υγεία, αλλά, ας πούμε, επειδή πληρώνεται από μια ανταγωνίστρια εταιρία να προπαγαν­δίσει ένα άλλο φάρμακο. Δεν εκπληρώνει την εργασιακή λειτουργία του σα γιατρός. Το κίνητρο της ελεύθερης έκ­φρασης της γνώμης του δεν έχει καμιά σχέση με το περιεχόμενό της ούτε και με μια εργασιακή λειτουργία. Ο γιατρός παίρνει θέση κατά του φαρμάκου, γιατί στα κρυφά είναι υπέρ του κέρ­δους κι όχι υπέρ της υγείας. Η κερδοσκοπία όμως δεν αποτελεί σκοπό της δουλειάς ενός γιατρού. Γι’ αυτό παίρνει θέση έντονα «κατά» κι όχι «υπέρ».

Το παράδειγμα αυτό μπορούμε να το μεταφέρουμε κατά βού­ληση σε κάθε άλλο χώρο δουλειάς και σε κάθε είδος έκφρασης της γνώμης. Μπορούμε να πειστούμε πως είναι μέσα στην ουσία της ορθολογικής εργασίας να είναι πάντα υπέρ κάποιου πράγματος. Η εναντίωση υπάρχει όχι απ’ την ίδια την εργασία, αλλά απ’ το γεγονός ότι υπάρχουν παράλογες ζωτικές λειτουργίες. Απ’ αυτό συνάγεται το συμπέρασμα: Κάθε ορθολογική διαδικασία εργασίας αυθόρμητα, απ’ τη φύση της, είναι αντίθετη προς τις παράλογες ζωτικές λειτουργίες.

Ο προσεκτικός αναγνώστης που έχει κάποια πείρα από τη ζωή, θα συμφωνήσει αμέσως ότι η διασάφηση που δόθηκε στην έννοια της ελεύθερης έκφρασης της γνώμης δίνει στις δημοκρατικές επιδιώξεις ένα και­νούργιο και καλύτερο σημείο αναφοράς. Η βασική αρχή: Ε­κείνο που βλάπτει τα ζωτικά συμφέροντα είναι η κακή εργασία, άρα η ανυπαρξία εργασίας δίνει στην έννοια της εργοδημοκρατίας ένα ορθολογικό νόημα που λείπει από την έννοια της τυπικής ή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Στην τυπική δη­μοκρατία ο αγρότης είναι κατά του εργάτη και ο εργάτης κατά του μηχανικού, επειδή μέσα στην κοινωνική οργάνωση προέχουν τα πολιτικά κι όχι τα αντικειμενικά συμφέροντα. Αν μετα­τοπίσουμε την ευθύνη απ’ τον πολιτικό (όχι στον εργαζόμενο αλλά) στην εργασία, τότε αυτόματα δημιουργείται συνεργασία ανάμεσα στον αγρότη και στον εργάτη που παίρνει τη θέση της πολιτικής αντιδικίας.

Αυτό πρέπει ν’ αναλυθεί περισσότερο γιατί έχει αποφασιστική σημασία. Καταρχήν ας ασχοληθούμε ακόμα με το πρόβλημα της λεγόμενης δημοκρατικής κριτικής, που βασίζεται επίσης στο δημοκρατικό δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης της γνώμης.

Παρατηρήσεις για την αντικειμενική κριτική και την παράλογη επίκριση

Η εργοδημοκρατική διαβίωση απαιτεί να έχει ο κάθε εργαζόμενος το δικαίωμα να συζητάει ελεύθερα και να επικρίνει. Η απαίτηση αυτή είναι δικαιολογημένη, αναπόφευκτη και θα έπρεπε να είναι απαράβατη. Αν δεν εκπληρώνεται εύκολα, στερεύει η πηγή της ανθρώπινης παραγωγικότητας. Η «συζήτηση» και η «κριτική», εξαιτίας των επιπτώσεων της γενικής συγκινησιακής πανούκλας, μπορούν εύκολα να απο­τελέσουν περισσότερο ή λιγότερο επιζήμιους κινδύνους της σοβαρής εργασίας. Ας το εξετάσουμε αυτό σ’ ένα παράδειγμα:

Ας φανταστούμε έναν μηχανικό που πασχίζει να επιδιορθώσει μια βλάβη του κινητήρα. Η εργασία είναι περίπλοκη, ο εργαζόμενος στύβει εξαντλητικά το μυαλό και τους μυς του για να διορθώσει τη βλάβη. Θυσιάζει τη διασκέδαση της σχόλης του και εργάζεται μέχρι αργά τη νύχτα· δεν ησυχάζει μέχρι που να τελειώσει τη δουλειά του. Τότε περνάει κάποιος αδιάφορος, παρακολουθεί για ένα διάστημα, μετά σηκώνει μια πέτρα και κόβει τα καλώδια. Κατόπιν φεύγει. Εκείνο το πρωί η γυναίκα του τον είχε βασανίσει στο πρόγευμα με τη μουρμούρα της.

Περνάει ένας άλλος, εντελώς αδιάφορος άντρας και σαρκάζει τον εργαζόμενο. Του λέει ότι δεν έχει ιδέα από μηχανές, αφού δεν την έχει ήδη επιδιορθώσει. Του λέει ότι είναι βρώμικος γιατί το σώμα του κολυμπάει στον ιδρώτα και στην κάπνα. Είναι ακόμα ανήθικος γιατί αφήνει την οικογένειά του μόνη της στο σπίτι. Αφού βρίζει κάμποσο τον εργαζόμενο συνεχίζει το δρόμο του. Εκείνο το πρωί είχε πάρει ένα γράμμα απ’ την εταιρία του, στο όποιο του ανακοίνωνε πως τον απέλυε από ηλεκτρονικό. Δεν ήταν πολύ άξιος στο επάγγελμα του.

Ένας τρίτος, απόλυτα αδιάφορος άντρας, περνάει, φτύνει τον εργαζόμενο κατάμουτρα και συνεχίζει το δρόμο του. Η στρίγκλα μητριά του του είχε κάνει πριν από λίγο μια σκηνή.

Τα παραδείγματα αυτά  αποσκοπούν να δώσουν μια εικόνα της «κριτικής» των αδιάφορων περαστικών που σαν αλήτες παρενοχλούν ανόητα την τίμια εργασία, μια εργασία για την οποία ποτέ δεν κουράστηκαν, που δεν τη γνωρίζουν και δεν τους αφορά διόλου. Αυτός είναι ο τρόπος που σ’ έναν πολύ μεγάλο τομέα της κοινωνίας γίνεται αυτό που εντελώς άδικα ονομάζεται «ελεύθερη συζήτηση» και «δικαίωμα της κριτικής». Μ’ αυτό τον τρόπο πέσανε οι ψυχίατροι και οι καρκινολόγοι που ακολουθούν τη σχολή της κληρονομικότητας πάνω στην εμβρυακή ακόμα τότε έρευνα των βιόντων. Δεν θέλανε να βοηθήσουν για να την κάνουν καλύτερη, αλλά ζητούσαν παράλογα να καταστρέψουν μια σκληρή δουλειά. Τα κίνητρά τους δεν διαφαίνονταν. Τέτοιου είδους «κριτική» είναι επιζήμια, κοινωνικά επικίνδυνη, ξεπηδάει από κίνητρα που δεν έχουν καμιά σχέση με το αντικείμενο που κριτικάρεται και δεν έχει να κάνει με αντικειμενικά συμ­φέροντα.

Η αληθινή συζήτηση και η αληθινή κριτική είναι διαφορετική. Κι αυτό θα το καταδείξουμε πάλι μ’ ένα παράδειγμα:

Απ’ το γκαράζ του εργαζόμενού μας περνάει ένας δεύτερος μη­χανικός. Με τα μάτια του έμπειρου γνώστη, αντιλαμβάνεται αμέσως πως ο εργαζόμενος κάνει δύσκολη δουλειά. Βγάζει το σακάκι του, ανασκουμπώνει τα μανίκια του και προσπαθεί καταρχήν να καταλάβει από πού προέρχεται η βλάβη κι αν ο εργαζόμενος μηχανικός κάνει λάθη. Του δείχνει ένα σημαντικό σημείο που το είχε παραβλέψει κι εξετάζει μαζί του τα λάθη που ίσως να έκανε πάνω στη δουλειά του. Καταπιάνεται με τη δου­λειά, τη συζητάει και την κριτικάρει και βοηθάει να γίνει καλύ­τερα. Το κίνητρό του δεν είναι καμιά στρίγκλα μητριά ούτε και κάποια αποτυχία επαγγελματική, αλλά το αντικειμενικό ενδιαφέρον να φτάσει σε κάποιο τέλος η εργασία.

Οι δυο μορφές της κριτικής που περιγράψαμε εδώ συχνά είναι δύσκολο να διακριθούν η μια από την άλλη. Η παράλογη επίκριση τις περισσότερες φορές κρύβεται έντεχνα πίσω από μια φαινομενική αντικειμενικότητα. Ενώ έχουν τόσο μεγάλες δια­φορές, τις περισσότερες φορές συνοψίζονται λαθεμένα κάτω από μια έννοια της «επιστημονικής κριτικής».

Με την αυστηρά αντικειμενική-επιστημονική έννοια μόνο ένα είδος κριτικής είναι παραδεκτό, η λεγάμενη εγγενής κριτική· δηλαδή ο κριτικός, για να χρησιμοποιήσει το δικαίωμά του να κριτικάρει, πρέπει να εκπληρώνει μερικές απαιτήσεις:

  1. Πρέπει να κατέχει ο ίδιος καλά το πεδίο εργασίας, στο όποιο ασκεί κριτική.
  2. Πρέπει να το γνωρίζει τουλάχιστον εξίσου καλά, αν όχι καλύτερα απ’ αυτόν τον όποιο κρίνει.
  3. Πρέπει να ενδιαφέρεται να πετύχει η εργασία κι όχι να αποτύχει. Αν θέλει μονάχα να τη ζημιώσει, τότε τα κίνητρα της κριτικής του δεν έχουν καμιά σχέση με το αντικειμενικό ενδιαφέρον, τότε αυτός είναι ένας νευρωτικός κατήγορος, όχι όμως κριτικός.
  4. Η κριτική του πρέπει να γίνεται από τη σκοπιά του προς κριτική πεδίου εργασίας. Δεν μπορεί να κριτικάρει από ξένες σκο­πιές που δεν έχουν καμιά σχέση με το πεδίο εργασίας. Η ψυχο­λογία του βάθους δεν μπορεί να κριτικαριστεί από τη σκοπιά της επιφανειακής ψυχολογίας, όμως η επιφανειακή ψυχολογία μπορεί να κριτικαριστεί από τη σκοπιά της ψυχολογίας του βά­θους. Ο λόγος είναι απλός. Η ψυχολογία του βάθους είναι αναγκασμένη να συμπεριλάβει στις έρευνές της την επιφανειακή ψυχολογία. Γι’ αυτό πρέπει να τη γνωρίζει. Αντίθετα η επιφα­νειακή ψυχολογία είναι επιφανειακή ακριβώς επειδή δεν αναζητάει πίσω απ’ την εμφάνιση των ψυχικών φαινομένων τα βιο­λογικά κίνητρα.

Μια ηλεκτρική μηχανή δεν μπορούμε να την κρίνουμε απ’ τη σκοπιά μιας μηχανής που η δουλειά της είναι να θερμαίνει ένα χώρο. Στην ηλεκτρική μηχανή η θεωρία της θερμότητας παίζει ένα ρόλο μονάχα στο βαθμό που επιτρέπει στον ηλεκτρολόγο ν’ αποφύγει την υπερθέρμανση του ηλεκτρικού κινητήρα. Στο βαθμό αυτό ο ηλεκτρολόγος είναι πρόθυμος να δεχτεί τις υποβοηθητικές συμβουλές ενός ειδικού στα προβλήματα της θερ­μότητας. Είναι όμως βλακεία να επικρίνει κανείς την ηλεκτρική μηχανή, επειδή δεν μπορεί να θερμάνει ένα χώρο.

Κατά συνέπεια η επιστήμη της σεξουαλικής οικονομίας, που θέλει ν’ απελευθερώσει τη φυσική σεξουαλικότητα των παιδιών, των νέων και των ενήλικων από τη νεύρωση, τη διαστροφή και την εγκληματικότητα, δεν μπορεί να κριθεί απ’ τη σκοπιά του αντι-σεξουαλικού ηθικισμού, γιατί ο ηθικολόγος θέλει να καταπιέσει κι όχι να ελευθερώσει τη φυσική σεξουαλικότητα των παιδιών και των νέων. Ένας μουσικός δεν μπορεί να κριτικάρει ένα μεταλλωρύχο κι ένας γιατρός δεν μπορεί να κριτικάρει ένα γεωλόγο. Μπορούμε μια εργασία να την αισθανόμαστε σαν ευχάριστη η δυσάρεστη αυτό όμως δεν αλλάζει τίποτα στην ουσία ή την ωφελιμότητα της εργασίας αυτής.

Αυτές οι παρατηρήσεις για την κριτική και την επίκριση αποσκοπούσαν μονάχα να διευκολύνουν την τοποθέτηση του νεαρού επιστήμονα της σεξουαλικής οικονομίας και του βιοφυσικού της οργόνης απέναντι στους κριτικούς.

Η εργασία είναι ορθολογική από την ίδια της τη φύση

Η ανάλυση της έννοιας της εργοδημοκρατίας μας οδήγησε, καθώς βλέπουμε, σ’ ένα πεδίο της ανθρώπινης ζωής, στο όποιο από χιλιάδες χρόνια αποδινόταν τεράστια σημασία, αλλά που ταυτόχρονα το αισθανόμασταν κατά κάποιο τρόπο σαν ακατα­νίκητο και κυριαρχικό. Είναι το περίπλοκο και πλατύ πεδίο της λεγόμενης «ανθρώπινης φύσης». Αυτό που οι φιλόσοφοι, οι ποιητές, οι επιπόλαιοι πολιτικοί αλλά και οι μεγάλοι ψυχολόγοι χαρακτηρίζουν και κατηγορούν με τη φράση «αυτή είναι φίλε μου η ανθρώπινη φύση», καλύπτεται απόλυτα με την κλινική έννοια της επιστήμης της σεξουαλικής οικονομίας: «Συγκινησιακή πανούκλα». Μπορούμε να την ορίσουμε ως το σύνολο όλων των παράλογων ζωτικών λειτουργιών τον ανθρώ­πινου ζώου. Όταν λοιπόν η «ανθρώπινη φύση», που θεωρείται αμετάβλητη, είναι ταυτόσημη με τη συγκινησιακή πανούκλα, κι αυτή πάλι είναι ταυτόσημη με το σύνολο όλων των παράλογων ζωτικών λειτουργιών του ανθρώπινου ζώου· όταν οι λειτουργίες της εργασίας είναι από μόνες τους και ανεξάρτητα απ’ τον άνθρωπο ορθολογικές, τότε μπροστά μας υπάρχουν δυο τεράστια πεδία ενασχόλησης της ανθρώπινης ζωής που αλληλοεχθρεύονται θανάσιμα: απ’ τη μια η ζωτικά αναγκαία εργασία σαν ορθολογική λειτουργία της ζωής· απ’ την άλλη η συγκινησιακή πανούκλα σαν παράλογη λειτουργία της ζωής. Δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε πως σύμφωνα με τη συλλογιστική της εργοδημοκρατίας, όλη η πολιτική που δεν χτίζεται πάνω στη γνώση, την εργασία και την αγάπη, όντας έτσι παράλογη, ανήκει στο πεδίο της συγκινησιακής πανούκλας. Έτσι το σύστημα σκέψης της εργοδημοκρατίας δίνει με απλό τρόπο την απάντηση στο αιώνιο κι αρχέγονο ερώτημα, πώς επιτέλους θα μπορούσε να προσεγγιστεί η περίφημη «ανθρώπινη φύση»: η παιδεία, η υγιεινή και η ιατρική, που απ’ την απαρχή της ιστορίας ασχολούνται με το πρόβλημα της ανθρώπινης φύσης δίχως να καταλήγουν σε ικανοποιητικά αποτελέσματά, βρίσκουν στην ορθολογική λειτουργία της ζωτικά αναγκαίας εργασίας έναν πανίσχυρο σύμμαχο στον αγώνα κατά της συγκινησιακής πανούκλας.

Για να παρακολουθήσουμε μέχρι τέλους αυτό το συλλογισμό της εργοδημοκρατίας, είναι απαραίτητο να απελευθερωθούμε καταρχάς τελείως από τη συνηθισμένη πολιτική και ιδεολογική σκέψη. Μόνο έτσι είναι δυνατόν να συγκρίνουμε τον θεμελιακά διαφορετικό συλλογισμό που προέρχεται από τον κόσμο της αγάπης, της εργασίας και της γνώσης, με τον συλλογισμό που προέρχεται απ’ τον κόσμο της μεγαλοπρέπειας και της επισημότητας, των διπλωματικών και πολιτικών συσκέψεων.

Ο πολιτικός σκέφτεται «κράτος» και «έθνος» εκεί που ο εργαζόμενος άνθρωπος ζει «συντροφικά» ή «κοινωνικά». Ο πολι­τικός σκέφτεται «πειθαρχία», «ευπείθεια και τάξη», εκεί που ο μέσος εργαζόμενος άνθρωπος αισθάνεται «χαρά για εργασία» και «τακτοποίηση της εργασίας», «διευθέτηση της εργασίας» και «συνασπισμό». Ο πολιτικός σκέφτεται «ηθική» και «υποχρέωση» εκεί που ο εργαζόμενος άνθρωπος ζει ή θα ήθελε να ζει «αυθόρμητη αξιοπρέπεια» και «φυσική αίσθηση της ζωής». Ο πολιτικός λέει «ιδανικό της οικογένειας» εκεί που ο εργαζόμενος άνθρωπος απολαμβάνει ή θα ήθελε να απολαύσει την «αγά­πη ανάμεσα στον άντρα, τη γυναίκα και τα παιδιά». Ο πολι­τικός λέει «συμφέροντα της οικονομίας και του κράτους» εκεί που ο απλός εργαζόμενος άνθρωπος θέλει την «ικανοποίηση των αναγκών και την προμήθεια των μέσων διαβίωσης». Ο πολιτικός λέει «ελεύθερη πρωτοβουλία των ατόμων» και σκέ­φτεται το «κέρδος» εκεί που ο απλός εργαζόμενος άνθρωπος θέλει «αγάπη για δουλειά» κι «ελεύθερο δρόμο ανάπτυξης».

Κατά έναν παράλογο τρόπο, ο πολιτικός ελέγχει τους ίδιους ακριβώς ζωτικούς χώρους με τους οποίους ασχολείται ο εργαζόμενος άνθρωπος με ορθολογικό τρόπο ή θα μπορούσε να ασχοληθεί αν δεν τον εμπόδιζε ο πολιτικός παραλογισμός. Μολο­νότι οι χαρακτηρισμοί «παράλογο» και «ορθολογικό» αφορούν στους ίδιους ζωτικούς χώρους, ωστόσο αναμεταξύ τους είναι ολότελα αντίθετοι· δεν είναι λέξεις που θα μπορούσαν ν’ αντικαταστήσουν η μια την άλλη· πρακτικά η μία αποκλείει την άλλη. Αυτό το βλέπουμε μέσα στη ζωή απ’ το γεγονός ότι πάντα στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας η αυταρχική κρατική πειθαρχία εξόντωνε τη φυσική κοινωνικότητα και τη χαρά της εργασίας· το κράτος, εξόντωνε την κοινωνία· η ψυχαναγκαστική ιερότητα της οικογένειας, την αγάπη ανάμεσα στον άντρα, τη γυναίκα και τα παιδιά· η ψυχαναγκαστική ηθική, την αξιοπρέπεια που πηγάζει απ’ τη φυσική απόλαυση της ζωής· και ο πολιτικός, τους εργαζόμενους ανθρώπους.

Η κοινωνία μας ουσιαστικά κυβερνιέται από έννοιες —και μην το ξεχνάμε, από πολιτικά παράλογες έννοιες— που εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη εργασία ώστε να πετύχουν με τη βία τους παράλογους σκοπούς τους. Χρειάζονται ρεαλιστικοί θεσμοί για να εξασφαλίσουν στη ζω­τική δραστηριότητα των ανθρώπινων μαζών τη δράση και την ανάπτυξη. Η κοινωνική βάση αυτών των θεσμών δεν μπορεί να είναι κάποιο πολιτικό φρόνημα ή ιδεολογία που θ’ αλλάζει κατά βού­ληση· μπορεί να είναι μόνο η κοινωνική λειτουργία της ζωτικά αναγκαίας εργασίας, όπως προκύπτει με φυσικό τρόπο απ’ τη συνένωση ή διασταύρωση των διαφόρων ζωτικά αναγκαίων κλάδων εργασίας από τον χώρο της συνολικής εργασίας.

Ας ακολουθήσουμε τον συλλογισμό της εργοδημοκρατίας ακόμα πιο πέρα μέσα στο σκοτάδι των ανακατεμένων ορθολογικών και παράλογων ζωτικών λειτουργιών. Θα προσπαθήσουμε ν’ ακολουθήσουμε αποκλειστικά τη λογική πορεία των σκέψεων και ταυτόχρονα να βάλουμε όσο μπορούμε περισσότερο στην άκρη τα προσωπικά μας συμφέροντα. Για να φτάσουμε σ’ ένα χρήσιμο συμπέρασμα θα πρέπει να βάλουμε τον εαυτό μας στη θέση της, ακόμα και σ’ αυτή την εξέταση της έννοιας της εργοδημοκρατίας, δηλαδή θα πρέπει να ενεργήσουμε σα να θέλαμε να φορ­τώσουμε στη φυσική εργοδημοκρατία την ευθύνη της κοινωνικής ζωής. Θα πρέπει λοιπόν να εξετάσουμε την ορθότητά της απ’ όλες τις πλευ­ρές με αυστηρά αντικειμενικό τρόπο. Αν λ.χ. αφήναμε να μας επηρεάσει το προσω­πικό μας συμφέρον σε κάποια ζωτικά μη αναγκαία δραστηριότητα, τότε θα έπρεπε αυτόματα να αποκλείσουμε τον εαυτό μας απ’ το πλαίσιο αυτής της συζήτησης.

Αν δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά μόνο η συγκινησιακή πανούκλα στις διάφορες μορφές της, τότε το ανθρώπινο γένος θα είχε προ πολλού αφανιστεί. Ούτε η πολιτική ιδεολογία ούτε οι μυστικιστικές τελετουργίες, ούτε οι στρατιωτικοί εξουσιαστικοί μηχανισμοί ούτε οι διπλωματικές συζητήσεις θα μπορούσαν από μόνες τους να θρέψουν έστω και για μια ώρα τον πληθυσμό μιας οποιασδήποτε χώρας, να διατηρήσουν την επικοινωνία ανάμεσα στα κέντρα διαμονής, να φτιάξουν οικισμούς, να γιατρέψουν ασθένειες, να διασφαλίσουν την αγωγή των παιδιών, να αποκρυπτογραφήσουν τα μυστικά της φύσης κλπ. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εργοδημοκρατίας οι πολιτικές ιδεολογίες, οι μυστικι­στικές τελετουργίες και οι διπλωματικοί ελιγμοί είναι πράγματα απαραίτητα μόνο στον χώρο του κοινωνικού παραλογισμού. Δεν είναι απαραίτητα μέσα στον αντικειμενικό ζωτικό χώρο που κυβερνιέται μονάχα απ’ την αγάπη, την εργασία και τη γνώση. Αυτές οι ζωτικά αναγκαίες λειτουργίες υπακούν τους δικούς τους νόμους που προέκυψαν μέσα απ’ αυτές τις ίδιες και δεν μπορεί να τις κατανοήσει καμία παράλογη ιδεο­λογία. Η αγάπη, η εργασία και η γνώση δεν είναι «ιδέες», δεν είναι «πολιτιστικές αξίες», δεν είναι «πολιτικά προγράμματα» δεν είναι «φρονήματα» ή «ομολογίες πίστης». Είναι χειροπιαστές πραγματικότητες που χωρίς αυτές η ανθρώπινη κοινωνία δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε για μια μέρα.

Αν η ανθρώπινη κοινωνία ήταν οργανωμένη ορθολογικά, τότε φυσικά η προτεραιότητα της αγάπης, της εργασίας και της γνώσης θα ήταν αναμφισβήτητη· μόνο αυτές θα είχαν το δικαίωμα να καθορίσουν την κοινωνική ζωή και όχι οι άχρηστοι θεσμοί. Χωρίς να αντιβαίνουν στην αντίληψη της εργοδημοκρατίας, μεμονωμένες ομάδες ανθρώπων θα μπορούσαν να οπλιστούν και να αλληλοεξοντωθούν με άλλες ομάδες ανθρώπων· άλλες ομάδες θα μπορούσαν να χαρούν με μυστικιστικές τελετουργίες και άλλες ομάδες θα μπορούσαν να τέρπονται συζητώντας ιδεολογίες. δεν θα μπορούσαν όμως να κυριαρχήσουν, να εκμεταλλευτούν και να μονοπωλούν τις βιολογικές βασικές λειτουργίες της κοινωνίας για τα δικά τους εγωιστικά συμφέροντα. Επιπλέον, δεν θα μπορούσαν να απαγορεύσουν σ’ αυτές το αναντίρρητο δικαίωμα να ασκούν καθοριστική επιρροή.

Ο κοινωνικός παραλογισμός στη συμπεριφορά απέναντι στις δυο αυτές σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι τεράστιος:

Ένας πολιτικός είναι σε θέση να παραπλανήσει εκατομμύρια ανθρώπους με την υπόσχεση πως θα εγκαθιδρύσει την ελευθερία, δίχως να ’ναι πραγματικά υποχρεωμένος να το κάνει. Κανένας δεν ζητάει μια απόδειξη της αρμοδιότητάς του ή του εφικτού των υποσχέσεών του. Μπορεί να μεταβάλει τις υποσχέ­σεις του στο ακριβώς αντίθετό τους απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Ένας μυστικιστής είναι ανεμπόδιστα σε θέση να γεμίζει τις ανθρώπινες μάζες με την πίστη μιας μεταθανάτιας ζωής, δίχως να ’ναι υποχρεωμένος ν’ αποδείξει τίποτα απ’ αυτά  που λέει. Ας συγκρίνουμε όμως τα δικαιώματα ενός πολιτικού ή μυστικιστή με τα δικαιώματα ενός οδηγού σιδηροδρόμου. Θα κλείναμε τον δεύτερο αμέσως στη φυλακή ή στο τρελοκομείο αν προσπαθούσε να πείσει έστω και καμιά δεκαριά επιβάτες που θέλουν να μετακινη­θούν απ’ τη μια πόλη στην άλλη, ότι μπορεί να πετάξει στο φεγγάρι. Ας φανταστούμε ακόμα ότι αυτός ο οδηγός επιμένει με το όπλο στο χέρι ότι ο ισχυρισμός του είναι αληθινός και ότι θα κλείσει στη φυλακή τους επιβάτες που περιμένουν να ταξιδέψουν, επειδή αρνούνται να τον πιστέψουν. Ο οδηγός είναι υποχρεωμένος να μεταφέρει τους ανθρώπους πρακτικά και ακίνδυνα από το Α στο Β αν θέλει να κρατήσει τη δουλειά του.

Είναι απόλυτα αδιάφορο αν ένας αρχιτέκτονας, γιατρός, δάσκα­λος, τορναδόρος, παιδαγωγός κλπ. Είναι φασίστας, κομμουνι­στής, φιλελεύθερος ή χριστιανός, όταν πρόκειται να χτιστεί ένα σχολικό κτίριο, να γιατρευτούν ασθενείς, να κατασκευαστούν ένα έπιπλο ή να φροντιστούν παιδιά. Κανένας απ’ αυτούς τους ερ­γαζόμενους δεν μπορεί να βγάζει λόγους και να δίνει τρελές υποσχέσεις στη θέση της χειροπιαστής, πρακτικής εργασίας. Πρέπει να τοποθετήσει το ένα τούβλο πάνω στο άλλο και πρέπει προη­γουμένως να έχει υπολογίσει επακριβώς και να έχει καθορίσει με σχέδια πόσους χώρους πρέπει να έχει το σχολείο, πού θα πρέπει να είναι ο εξαερισμός και πού οι έξοδοι, πού πρέ­πει να βρίσκονται τα γραφεία και πού η κουζίνα. Η φιλελεύθερη, σοσιαλδημοκρατική, θρησκευτική, φασιστική ή κομμουνιστική ιδεολογία δεν έχει καμία χρησιμότητα στην εκτέλεση μιας πρακτικής εργασίας. Κανένας εργαζόμενος δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να φλυαρεί. Ο καθένας πρέπει να ξέρει ακριβώς τη δουλειά του και να εργάζεται. Ένας ιδεολόγος όμως μπορεί να αφήνει αχαλίνωτη τη φαντασία του, χωρίς να επιτελεί ούτε μια σταγόνα χειροπιαστής εργασίας. Μια ομάδα πολιτικών, πολύ καιρό μετά την απόλυτη χρεοκοπία κάποιας χώρας, συνεχίζει σε κά­ποια άλλη χώρα τις ξεφτισμένες ιδεολογικές της διαμάχες. Οι πραγματικές διεργασίες είναι εντελώς άγνωστες για τους πολιτικούς. δεν θα είχαμε καμιά αντίρρηση επ’ αυτού, αν οι πολιτικοί περιόριζαν τη συζήτηση μεταξύ τους και δεν προσπαθούσαν να επιβάλουν την ιδεολογία τους σε άλλους ή ακόμα και να διαμορφώσουνε τη μοίρα ολόκληρων κρατών.

Κάποτε προσπάθησα να δοκιμάσω στον εαυτό μου το σύστημα σκέψης της εργοδημοκρατίας, για την οποία μόλις έδωσα διάφορα παραδείγματα: Αν το 1933, που υποψιαζόμουν υποθετικά την ύπαρξη μιας καθολικής βιολογικής ενέργειας, ισχυριζόμουν δημόσια πως σίγουρα υπάρχει μια τέτοια ενέργεια και πως έχει τη δυνατό­τητα να καταστρέφει καρκινικούς όγκους, θα επιβεβαίωνα μονάχα τη σχιζοφρενική διάγνωση που κυκλοφορούσαν φανατισμένοι ψυχαναλυτές και θα κατάφερνα να με κλείσουν σε τρελοκομείο. Με βάση τις βιολογικές μου έρευνες θα μπορούσα να κυκλοφορήσω άπειρες ιδεολογίες και θα μπορούσα να ιδρύσω ένα πολιτικό κόμμα, ας πούμε ένα εργοδημοκρατικό κόμμα της ελευθερίας. Σί­γουρα θα το έκανα εξίσου καλά με άλλους που διέθεταν λιγότερη πείρα. Χάρη στην επιρροή μου πάνω στους ανθρώπους θα μπορούσα εύκολα να βάλω στο πλάι μου τα προσωπικά μου Ες-Ες και να δώσω σε χιλιάδες ανθρώπους εργοδημοκρατικά διακρι­τικά. Κάτι τέτοιο δεν θα με έφερνε ούτε ένα βήμα κοντύτερα στο πρό­βλημα του καρκίνου ή στην κατανόηση του κοσμικού ή ωκεάνιου συναισθήματος του ανθρώπινου ζώου. Θα είχα εδραιώσει θαυμάσια την ιδεολογία μιας εργοδημοκρατίας, η διεργασία όμως της εργοδημοκρατίας που υπάρχει στη φύση αλλά δεν γίνεται ακόμα αντιληπτή, θα εξακολουθούσε να παραμένει κρυφή. Χρειάστηκε να δουλέψω σκληρά για πολλά χρόνια, να παρατηρώ, να διορθώνω λάθη, να υπερνικάω τον παραλογισμό μου όσο καλύτερα μπορούσα, να κατανοήσω τους λόγους που η βιολογία είναι μηχανιστική και μυστικι­στική ταυτόχρονα. Δεν παραπονέθηκα. Χρειάστηκε να διαβάσω βιβλία, να ανατέμνω ποντίκια, να κατεργάζομαι διάφορες ύλες μ’ εκατοντάδες διαφορετικούς τρόπους μέχρι που ανακάλυψα πραγματικά την οργόνη, και μπόρεσα πρακτικά να τη συγκεν­τρώσω σε συσσωρευτές και να την κάνω ορατή. Μόνο αφού κατάφερα όλα αυτά μπόρεσα να θέσω την πρακτική πλευρά του ζητήματος, δηλαδή αν η οργόνη περιείχε θεραπευτικές ιδιότητες. Στην προσπάθειά μου αυτή καθοδηγήθηκα από την οργανική εξέλιξη της εργασιακής διαδικασίας. Αυτό σημαίνει πως κάθε ζωτικά αναγκαία και πρα­κτική εργασία αποτελεί ορθολογική, οργανική εξέλιξη που δεν μπορεί να υπερπηδηθεί ή να παρακαμφθεί με κανένα μέσο. Η προηγούμενη διατύπωση περιέχει μια σημαντική βιολογική βασική αρχή, που την ονομάζουμε «οργανική εξέλιξη». Ένα δέντρο πρέπει να πρώτα να φτάσει στο ύψος του ενός μέτρου προτού γίνει δύο μέτρα. Ένα παιδί πρέπει να μάθει να διαβάζει προτού μπορέσει να πληροφορηθεί την τυπωμένη έκφραση της γνώμης άλλων ανθρώπων. Ένας γιατρός πρέπει πρώτα να μάθει ανατομία προτού μπορέσει να καταλάβει την παθολογία. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις η εξέλι­ξη απορρέει από την οργανική πρόοδο μιας εργασιακής διαδικασίας. Ο εργαζόμενος είναι το λειτουργικό όργανο αυτής της εργασίας. Μπορεί να είναι καλό ή κακό λειτουργικό όργανο, αυτό όμως δεν έχει καμιά επίπτωση στην εργασιακή διαδικασία αυτή καθαυτή. Αν ένας άνθρωπος είναι καλό ή κακό λειτουργικό όρ­γανο, εξαρτάται ουσιαστικά από τον βαθμό παραλογισμού που κρύβει η δομή του.

Είναι ευνόητο ότι ο «νόμος της οργανικής εξέλιξης» λείπει από τις παράλογες λειτουργίες. Σε τέτοιου είδους λειτουργίες, ο σκοπός υπάρχει ως ιδέα από την αρχή, πολύ πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε πρακτική εργασία. Η δραστηριότητα ακολουθεί ένα έτοιμο και προκατασκευασμένο σχέδιο και, κατά συνέπεια, από την ίδια της τη φύση, πρέπει να είναι παράλογη. Τούτο φαίνεται άλλωστε καθαρά και ξάστερα από το γεγονός ότι απ’ τους παγκόσμια γνωστούς οπαδούς του παραλόγου δεν απομένει κυριολεκτικά τίποτα που να στέκεται και να μπο­ρούσε κάπως να χρησιμοποιηθεί.

Ο νόμος της οργανικής εξέλιξης εκδηλώνεται καθαρά μέσα στις χιλιετηρίδες σε συσχετισμό με όλες τις ειδικότητες της τεχνολογίας και της επιστήμης. Το έργο του Γαλιλαίου προέκυψε απ’ την κριτική του συστήματος του Πτολεμαίου και ήταν συνέχεια του έργου του Κοπέρνικου. Μετά ακολούθησε ο Κέπλερ και ο Νεύτωνας ακολούθησε τον Κέπλερ. Πολλές γενιές ανθρώπων που εργάστηκαν και διερεύνησαν εξελίχθηκαν από αυτά τα λειτουργικά όργανα των αντικειμενικών διεργασιών της φύσης. Αντίθετα, απ’ τον Αλέξανδρο, τον επονομαζόμενο Μεγάλο, τον Καίσαρα, τον Νέρωνα, τον Ναπολέοντα κλπ. δεν απέμεινε τίποτα. Σε κανέναν όμως από τους οπαδούς του παραλόγου δεν βρίσκουμε ούτε το ελάχιστο ίχνος συνέχισης του έργου τους, εκτός αν θεωρή­σουμε συνέχιση το όνειρο του Ναπολέοντα να γίνει δεύτερος Αλέξανδρος ή Καίσαρας.

Με όλους αυτούς τους άνδρες αποκαλύπτεται ότι ο παραλογισμός αποτελεί μη βιο­λογική και μη κοινωνική —ή καλύτερα αντιβιολογική και αντικοινωνική— λειτουργία της ζωής. Του λείπουν τα ουσιαστικά γνω­ρίσματα των ορθολογικών λειτουργιών της ζωής όπως η βλάστηση, η ανάπτυξη, η συνέχεια, η μη απόκλιση των διεργασιών, η διασύνδεση με άλλες λειτουργίες, ο τεμαχισμός και η παραγωγικότητα.

Ας μεταφέρουμε λοιπόν τις διαπιστώσεις που κάναμε στο πρόβλημα αν η συγκινησιακή πανούκλα μπορεί καταρχήν να υπερνικηθεί. Η απάντηση είναι: Ναι. Τα ανθρώπινα ζώα, όσο σαδιστικά, μυστικιστικά, φλύαρα, αδίστακτα, αφρονημάτιστα, θωρακισμένα και επιφανειακά και να είναι, έχουν εκ φύσεως την προδιάθεση να είναι ορθο­λογικά στις εργασιακές τους λειτουργίες. Όπως ακριβώς ο παραλογισμός εκτονώνεται και καλλιερ­γείται στις ιδεολογικές διαδικασίες και στον μυστικισμό, έτσι κι ο ορθολογισμός του ανθρώπου επιβεβαιώνεται και καλλι­εργείται μέσα στην εργασιακή διεργασία. Αποτελεί εγγενές τμήμα της εργασιακής διεργασίας και κατά συνέπεια εγγενές τμήμα του ανθρώπου, ότι δεν μπορεί να είναι παράλογος στην εργασιακή του λειτουργία. Εξαιτίας της ίδιας της φύσης του και εξαιτίας της ίδιας της φύσης της εργασίας, είναι αναγκασμένος να είναι ορθολογικός. Ο παραλογισμός αυτοαποκλείεται αυτόματα επειδή διαταράσσει την εργασιακή διεργασία και κάνει ανέφικτο τον στόχο της εργασίας. Η οξεία και ασυμβίβαστη αντίθεση ανάμεσα στη συγκινησιακή πανούκλα και στην εργασιακή διεργασία εκδηλώνεται ξεκάθαρα με τον παρακάτω τρόπο: ένας εργαζόμενος μπορεί να συνεννοηθεί πάντα καλά σε μια συ­ζήτηση περί λειτουργιών της εργασίας με τον όποιο τε­χνικό, βιομηχανικό εργάτη, γιατρό κλπ. Μόλις όμως η κουβέντα έρθει στις ιδεολογίες, η κατανόηση διαλύεται. Είναι χαρακτη­ριστικό ότι πάρα πολλοί δικτάτορες και πολιτικοί γενικά πάντα παραιτούνται απ’ την εργασία τους όταν εισέρχονται στην πολιτική. Ένας παπουτσής που θα βυθιζόταν στη μυστι­κιστική ιδέα πως είναι θεόσταλτος σωτήρας του λαού, αναπόφευκτα θα έκανε στραβά τη δουλειά του και τελικά θα πέθαινε της πείνας. Αντίθετα ένας πολιτικός μέσα απ’ αυτήν ακριβώς τη διαδικασία αποκτά ισχύ και πλούτη.

Ο συναισθηματικός παραλογισμός λοιπόν το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να καταστρέφει την εργασία, δεν είναι ποτέ σε θέση να αποδώσει εργασία.

Ας εξετάσουμε αυτό τον εργοδημοκρατικό συλλογισμό από τη δική του σκοπιά. Μήπως εδώ υπεισέρχεται κάποια ιδεολογία ή εξιδανίκευση «της εργασίας»; Έθεσα στον εαυτό μου αυτό το ερώτημα σχετικά με τη δουλειά μου να διδάσκω γιατρούς και παιδαγωγούς. Είναι καθήκον μου ως γιατρός, ερευνητής και δάσκαλος να ξεχωρίσω τη ζωτικά αναγκαία, ορθολογική εργασία από τη μη αναγκαία, παράλογη ιδεολογία, δηλαδή πρέπει να διαπιστώσω τον ορθολογισμό και τον ορθολογικά ενεργούντα χαρακτήρα της εργασίας. Δεν μπορώ να βοηθήσω τον σπουδαστή της νευροφυτοθεραπείας να ξεπεράσει μια πρακτική δυσκολία της δομής του ή της δουλειάς του με άλλους ασθενείς, παρηγορώντας τον με ένα καλύτερο «επέκεινα» ή ονομάζοντάς τον «στρα­τάρχη της νευροφυτοθεραπείας». Ο τίτλος του στρατάρχη δεν θα τον βοηθούσε ούτε στο ελάχιστο να ξεπερνά δυσκολίες. Ονομάζοντάς τον έτσι θα τον έβαζα μονάχα σε κίνδυνο και θα τον έσπρωχνα στη δυστυχία. Πρέπει να του πω όλη την αλήθεια για τις αδυναμίες και τα ελαττώματά του. Πρέπει να τον μάθω να τα βρίσκει ο ίδιος. Πάνω σ’ αυτό καθοδηγούμαι απ’ την πορεία της δικής μου εξέλιξης και της δικής μου πείρας. Δεν έχω κάποια ιδεολογία ότι πρέπει να είμαι ορθολογικός για ηθικούς ή άλλους λόγους. Η εργασία μου με αναγκάζει αντικειμενικά να συμπεριφέρομαι ορθολογικά. Θα λιμοκτονούσα αν δεν επιδίωκα να ενεργώ ορθολογικά. Η εργασία μου με διορθώνει αμέσως όταν αναπτύσσω τάσεις ν’ αποφύγω με αυταπάτες τις δυσκολίες, γιατί με αυταπάτες δεν μπορώ να εξαλείψω καμιά βιοπαθητική παραλυσία, όπως κι ένας μηχανικός, ένας αρχιτέκτονας, ένας αγρότης ή δάσκαλος δεν μπορεί να εκτελέσει με αυταπάτες την εργασία του. Ούτε απαιτώ ορθολογικότητα από τον εαυτό μου. Υπάρχει μέσα μου αντικειμενικά κι ανεξάρτητα από το τι είμαι κι από τη συγκινησιακή πανούκλα. Δεν διατάζω τους μαθητές μου να είναι ορθολογικοί, γιατί αυτό δεν θα ωφελούσε σε τίποτα. Τους διδάσκω και τους συμβουλεύω, για το δικό τους συμφέρον και ενόψει των πρακτικών εργασιακών διεργασιών, να διακρίνουν το ορθολογικό απ’ το παράλογο μέσα στον εαυτό τους και γύρω τους στον κόσμο. Είναι λοιπόν βασικό γνώρισμα της συγκινησιακής πανούκλας μέσα στην κοινωνική ζωή, να αποφεύγει τις δυσκολίες της ευθύνης και τις καταστάσεις της κα­θημερινής ζωής και της εργασίας καταφεύγοντας στην ιδεολο­γία, στην ψευδαίσθηση, στον μυστικισμό, στην ωμότητα ή στα πολιτικά κόμματα.

Πρόκειται για μια θεμελιακά καινούργια θέση. Καινούρ­γιος δεν είναι ο ορθολογισμός της εργασίας, ούτε η ορθολογική της επίδραση πάνω στον εργαζόμενο, αλλά το γεγονός πως τούτο υπάρχει αφ’ εαυτό είτε το ξέρω εγώ είτε όχι. Είναι καλύτερα όταν το ξέρω. Τότε μπορώ να εναρμονιστώ με την ορθο­λογική οργανική εξέλιξη. Η θέση αυτή είναι καινούργιο δεδομένο και για την ψυχολογία και για την κοινωνιολογία. Για την κοινωνιολογία είναι καινούργιο γιατί μέχρι τώρα θεωρούσε ορθολογικές τις παράλογες δραστηριότητες της κοινωνίας, και για την ψυχολογία επειδή δεν αμφέβαλλε ποτέ για τον ορθολογισμό της κοινωνίας.

Η ζωτικά αναγκαία εργασία και η άλλη εργασία

Όσο πιο βαθιά ασχοληθούμε με την ουσία της φυσικής εργοδημοκρατίας, τόσο περισσότερο κακό ανακαλύπτουμε πως προκάλεσαν στην ανθρώπινη σκέψη οι πολιτικές ιδεολογίες. Ας προσπαθήσουμε να διαλευκάνουμε αυτό τον ισχυρισμό εξετάζοντας το περιεχό­μενο της έννοιας της εργασίας.

Έως τώρα αντιπαραθέσαμε στην πολιτική ιδεολογία την εργασία και ταυτίσαμε την εργασία με τον «ορθολογισμό» και την πολιτική ιδεολογία με τον «παραλογισμό». Ωστόσο η ζωντανή ζωή δεν είναι ποτέ μηχανική. Μ’ αυτή την αντιπαράθεση πιά­νουμε τον εαυτό μας να έχει εισαγάγει μια νέα παράλογη διχοτόμηση χωρίς γκρίζες περιοχές. Αυτή η χοντρική διχοτόμηση είναι δικαιολο­γημένη στο βαθμό που η πολιτική ουσιαστικά είναι πράγματι παράλογη και σε σύγκριση μαζί της η εργασία είναι ουσιαστικά ορθολογική. Για παράδειγμα, το χτίσιμο ενός καζίνου είναι ή όχι εργασία; Το παράδειγμα αυτό μας αναγκάζει να διαχωρίσουμε τη ζωτικά αναγκαία εργασία από κάθε άλλη εργασία που δεν είναι ζωτικά απαραίτητη. Με το «ζω­τικά αναγκαία εργασία» πρέπει να εννοήσουμε κάθε είδους εργασία που είναι απαραίτητη για να διατηρηθεί η ανθρώπινη ζωή και ο κοινωνικός μηχανισμός. Κάθε εργασία λοιπόν που η έλλειψή της θα έβλαπτε ή θα παρεμπόδιζε τη διεργασία της ζωής είναι ζωτικά αναγκαία. Αντίθετα κάθε εργασία που η έλλειψή της δεν θα άλλαζε σε τίποτα την πορεία της κοινωνίας και της ανθρώπινης ζωής δεν είναι ζωτικά αναγκαία. Ως μη-εργασία πρέπει να χαρακτηρίσουμε κάθε ενασχόληση που βλάπτει τη διεργασία της ζωής.

Η πολιτική ιδεολογία των κυρίαρχων αλλά μη εργαζόμενων τάξεων στο πέρασμα πολλών αιώνων εκτίμησε ελάχιστα τη ζωτικά αναγκαία εργασία και θεώρησε τη μη-εργασία σαν ένα γνώρισμα των ευγενών. Σ’ αυτό η σοσιαλιστική ιδεολογία όλων των αποχρώσεων αντέδρασε αντιστρέφοντας την αξιολόγηση μ’ ένα μηχανικό τρόπο. Θεώρησε λοιπόν ως «εργασία» ακριβώς εκείνες τις ενασχολήσεις που περιφρονήθηκαν κατά τον φεουδαλισμό, ουσιαστικά δηλαδή τη χειρωνακτική εργασία. Αντίθετα κάθε ενασχόληση της κυρίαρχης τάξης θεωρήθηκε μη-εργασία. Αυτή η μηχανική αντιστροφή της ιδεολογικής αξιολόγησης συμφωνούσε απόλυτα με την πολιτική έννοια των δυο κοινωνικών τάξεων, των κυρίαρ­χων και των κυριαρχούμενων, που ήταν απόλυτα διαχωρισμένες μεταξύ τους, οικονομικά και προσωπικά. Από καθαρά οικονομική άποψη η κοινωνία μπορούσε λοιπόν να διαιρεθεί σε «ιδιοκτήτες κεφαλαίου» και σε «ιδιοκτήτες του εμπορεύματος εργατική δύναμη». Απεναντίας απ’ τη σκοπιά της βιοκοινωνιολογίας δεν μπορούν να χαραχτούν απόλυτα ευκρινή ταξικά όρια, ούτε ιδεολογικά ούτε ψυχολογικά και καθόλου όσο αφορά στην εργασία. Η ανακάλυψη του γεγονότος ότι η ιδεολογία μιας ομάδας ανθρώπων δεν είναι απαραίτητο να συμφωνεί με την οικονομική της κατάσταση, και μάλιστα ότι η οικο­νομική και η ιδεολογική θέση συχνά αντιδιαστέλλονται έντονα, μας βοήθησε να κατανοήσουμε το φασιστικό κίνημα που ίσαμε τότε είχε μείνει ακατανόητο. Το 1930 έγινε φανερό πως υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στην ιδεολογία και στην οικονομία και πως η ιδεολογία μια ορισμένης τάξης μπορεί να εξελιχθεί σε κοινωνική δύναμη, ανεξάρτητη απ’ την κοινωνική θέση της συγκεκριμένης τάξης.

Διαμέσου της μελέτης της καταπίεσης της φυσικής σεξουαλικότητας των παιδιών και των εφήβων, αποδείχθηκε ότι υπάρχουν θεμελιώδεις βιολογικές λειτουργίες του ανθρώπινου ζώου που δεν έχουν καμιά σχέση με την οικονομική κατανομή των τάξεων και ότι τα ταξικά όρια αλληλοεπικαλύπτονται και αλληλοτέμνονται. Η καταπίεση της σεξουαλικής ζωής όχι μόνο αφορά όλα τα στρώματα και τις τάξεις κάθε πατριαρχικής κοινωνίας αλλά επικρατεί περισσότερο ακριβώς στις κυρίαρχες τάξεις. Η επιστήμη της σεξουαλικής οικονομίας απέδειξε ότι ένα μεγάλο μέρος του σαδισμού που χρησιμοποιεί μια κυρίαρχη τάξη για να καταπιέσει και να εκμεταλλευτεί άλλες τάξεις, πρέπει ουσιαστικά να αποδοθεί στον σαδισμό που πηγάζει απ’ την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα. Η συνάφεια σαδισμού, σεξουαλικής καταπίεσης και ταξικής καταπίεσης εκφράστηκε υπέροχα στο διάσημο βιβλίο του Ντε Κόστερ με τίτλο Ο μαθητευόμενος μάγος. Τιλ Οϊλενσπίγκελ.

Οι πραγματικές κοινωνικές λειτουργίες της εργασίας επίσης επικαλύπτουν και τέμνουν τα πολιτικά-ιδεολογικά ταξικά όρια. Στα σοσιαλιστικά κόμματα έβρισκε κανείς πολλούς πολιτικούς ηγέτες που δεν είχαν προσφέρει ποτέ ζωτικά αναγκαία εργασία και δεν ήξεραν τίποτα για την εργασιακή διεργασία. Ήταν συνηθι­σμένο φαινόμενο ένας εργάτης να εγκαταλείπει την εργασία του μόλις προωθούνταν σε πολιτικό στέλεχος. Απ’ την άλλη μεριά οι τάξεις που ο πολιτικός σοσιαλισμός διαχώριζε από τους εργάτες θεωρώντας τες «άρχουσες μη εργαζόμενες» τάξεις, περιλάμβαναν σημαντικούς εργατικούς συλλόγους. Το παράδειγμα που διαδηλώνει καλύτερα απ’ όλα την αδυναμία των τυπικών πολιτικών ιδεολογιών να δουν την πραγματικότητα, είναι ότι τα ηγετικά μέλη της πολιτικής αντίδρασης, στην Αυστρία λ.χ., στρατολογήθηκαν απ’ τους κύκλους του Πολυτεχνείου. Αυτοί οι τεχνικοί ήταν μηχανικοί στα ανθρακωρυχεία, κατα­σκευαστές σιδηροδρομικών μηχανών, αεροπλάνων, γεφυρών, δημόσιων κτιρίων κλπ.

Ας εφαρμόσουμε λοιπόν την εργοδημοκρατική κριτική στην έννοια του καπιταλιστή: για την πολιτική ιδεολογία ο καπιταλιστής ήταν ή «ηγέτης της οικονομίας» ή «άεργο παράσιτο». Κι οι δυο αντιλήψεις ήταν μηχανικές, ιδεολογικές, πολιτικά ανεδαφικές, μη επιστημονικές. Υπάρχουν καπιταλιστές που εργάζονται και καπιταλιστές που δεν εργάζονται. Υπάρχουν κα­πιταλιστές που η εργασία τους είναι ζωτικά αναγκαία και άλ­λοι που η εργασία τους είναι περιττή. Εδώ μας είναι εντελώς αδιάφορο σε ποια πολιτική κατεύθυνση ή ιδεολογία πρόσκειται ο ένας ή ο άλλος καπιταλιστής. Η αντίθεση εργασίας και πολι­τικής αφορά τον καπιταλιστή εξίσου όπως και τον μισθωτό εργάτη, σ’ ένα και το αυτό πρόσωπο. Όπως ένας οικοδόμος μπορεί να είναι φασίστας, έτσι κι ένας καπιταλιστής θα μπορούσε να είναι σοσιαλιστής. Με λίγα λόγια, φτάσαμε στη συνειδητοποίηση ότι είναι αδύνατον να προσανατολιστεί κάποιος στο κοινωνικό χάος βασιζόμενος στις πολιτικές ιδεολογίες. Η μόνη δυνατότητα επαναπροσανατολισμού προσφέρεται από το εύρος ιδεών της εργοδημοκρατίας, το οποίο βασίζεται στην ρεαλιστική εκτίμηση της έννοιας της εργασίας. Συνακόλουθα και σε σχέση με την ζωτικά αναγκαία εργασία, η πολιτική τάξη των καπιταλιστών  διαιρείται σε δύο ομάδες, που όχι μόνο αντιμάχονται η μία την άλλη αλλά είναι συχνά ανταγωνιστικές μεταξύ τους: Η μία ομάδα αποτελείται από εκείνους που κατέχουν κεφάλαιο και ούτε εργάζονται ούτε σχεδιάζουν, αλλά βάζουν άλλους να παράγουν τα κέρδη. Ένας Χένρι Φορντ μπορεί να έχει την άλφα ή τη βήτα πολιτική άποψη, μπορεί να είναι ιδεολογικά άγγελος ή τέρας· αυτό δεν αλλάζει τίποτα στο γεγονός πως ήταν ο πρώτος Αμερικανός κατασκευαστής αυτοκινήτου και άλλαξε απόλυτα την τεχνική όψη της Αμερι­κής. Ο Έντισον αναμφίβολα ήταν πολιτικά και ιδεολογικά καπιτα­λιστής. Θα ήθελα όμως να γνωρίσω το πολιτικό στέλε­χος ενός εργατικού κινήματος που να μη χρησιμοποιεί τη λάμπα πυρακτώσεως την οποία κατασκεύασε προσωπικά ο Τόμας Έντισον, ή που θα τολμούσε να ισχυριστεί δημόσια πως ο Έντισον ήταν ένα άεργο παράσιτο της κοινωνίας. Από τη σκοπιά της εργοδημοκρατίας το ίδιο ισχύει για τους αδελφούς Ράιτ, για τον Γιούνκερς, τον Ράιχερτ, τον Τσάις. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλούς ακόμα. Υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ των καπιταλιστών που εκτελούν αντικειμενική εργασία και των μη εργαζόμενων καπιταλιστών που εκμεταλλεύονται απλώς το γεγονός ότι κατέχουν κεφάλαιο. Σε σχέση με την εργασία οι δεύτεροι δεν αποτελούν ξεχωριστό ταξικό τύπο, γιατί καταρχήν είναι ταυτόσημοι με οποιονδήποτε σοσιαλιστή γραφειοκρά­τη του κόμματος που κάθεται σε κάποιο γραφείο και καθορίζει «την πολιτική της εργατικής τάξης». Χορτάσαμε από μη εργαζόμενους κατόχους κεφαλαίου, και μη εργαζόμενα πολιτικά στελέχη. Και ξέρουμε να μην προσανατολιζόμαστε πια σε ιδεολογικές έννοιες αλλά σε πρακτικές δραστηριότητες.

Απ’ τη σκοπιά της ζωτικά αναγκαίας εργασίας πολλές βαθιά χαραγμένες έννοιες της πολιτικής, και οι «πολιτικές επιστήμες» που εξαρτώνται απ’ αυτές, συμπληρώνονται και μεταβάλλονται. Η έννοια του «εργάτη» πρέπει να επεκταθεί. Η έννοια των οικονο­μικών τάξεων συμπληρώνεται με το δεδομένο της ανθρώπινης δομής, περιορίζοντας έτσι εξαιρετικά την κοινωνική σπουδαιότητα των οικονομικών τάξεων.

Παρακάτω θα εκθέσουμε τις σημαντικές μεταβολές στις έννοιες που συνωθούνται από τα βασικά νέου είδους κοινωνικά γεγονότα καθώς και από την ανακάλυψη της φυσικής εργοδημοκρατίας. Δεν τρέφω αυταπάτες για τον τρόπο με τον οποίο θα γίνουν δεκτές αυτές οι αλλαγές: Ο άλφα και ο βήτα πολιτι­κός ιδεολόγος ακούγοντας αυτές τις αλλαγές θα βγάλει ένα πολύ αξιοπρεπές ξεφωνητό. Δεν θα επηρεάσει όμως το γεγονός ότι αυτές οι καταστάσεις και διαδικασίες είναι πραγματικότητα είτε ασκήσει βία είτε όχι. Καμιά πολιτική διαδικασία, όποια και να είναι η απήχησή της, καμιά εκτέλεση εκατοντάδων «-ιστών» δεν θα αλλάξει τίποτα στο γεγονός πως ένας γιατρός ή τεχνικός, παιδαγωγός ή αγρότης στην Αμερική, τις Ινδίες, τη Γερμανία, ή οπουδήποτε αλλού επιτελεί ζωτικά αναγκαία εργασία. Επιπλέον, στην πρακτική καθημερινότητα επιτελεί, ασχέτως αποτελέσματος, απείρως περισσότερα για την πορεία της διεργασίας της ζωής απ’ ό,τι επιτέλεσε έστω και κατά προσέγγιση ολόκληρη η Κομιντέρν από το 1923. Με τη διάλυση της Κομιντέρν το 1943 δεν άλλαξε σε τίποτα η ζωή των ανθρώπων. Φανταστείτε μονάχα στην Κίνα ή στην Αμερική σε μια καθορισμένη μέρα να βγαίνανε απ’ την κοινωνική διαδικασία όλοι οι δάσκαλοι ή όλοι οι γιατροί!

Η ιστορία των τελευταίων είκοσι ετών δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι οι κομματικές ιδεολογίες που διατυμπανίζουν την «κατάργηση των ταξικών αντιθέσεων», «την εδραίωση της εθνικής ενότητας» κλπ., όχι μόνο δεν κλόνισαν καθόλου την ύπαρξη των ταξικών αντιθέσεων, τη διάσπαση της ανθρώπινης κοινότητας και την καταπίεση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας, αλλά μάλλον τις όξυναν απλώς και μάλιστα καταστροφικά. Η επίλυση της κοινωνικής τραγωδίας του ανθρώπινου ζώου που προσφέρει η φυσική επιστήμη πρέπει επομένως ν’ αρχίσει με τη διευκρίνιση και τη διόρθωση των κομματικο-ιδεολογικών εννοιών που κάνουν τη διάσπαση της ανθρώπινης κοινωνίας μόνιμο φαινόμενο.

Η εργοδημοκρατία δεν περιορίζει την έννοια «εργάτης» στον βιομηχανικό εργάτη. Για την αποφυγή παρανοήσεων, ονομάζει εργα­ζόμενους όλους όσους επιτελούν ζωτικά αναγκαία κοινω­νική εργασία. Η έννοια της «εργατικής τάξης», που πολιτικά και ιδεολογικά περιορίζεται στους βιομηχανικούς εργάτες, απο­μάκρυνε τον βιομηχανικό εργάτη από τον τεχνικό και τον παιδα­γωγό, και δημιούργησε εχθρότητα μεταξύ των εκπροσώπων των διαφόρων ζωτικά αναγκαίων εργασιακών διαδικασιών. Η συγκεκριμένη ιδεολογία είχε κατορθώσει μάλιστα να καθυποτάξει τους γιατρούς και τους δασκάλους στο «επαναστατικό προλε­ταριάτο», θεωρώντας τους «δούλους της αστικής τάξης». Ενάντιά της αντιτάχθηκαν όχι μόνο οι γιατροί και οι δάσκαλοι αλλά και το βιομηχανικό προλεταριάτο. Αυτό είναι ευνόητο γιατί η αντικειμενική και εδραιωμένη σχέση και συνεργασία μεταξύ γιατρών και εργατών ενός βιομηχανικού κέντρου είναι πολύ πιο βαθιά και σοβαρή από τη σχέση ανάμεσα στους βιομηχανικούς εργάτες και τους πολι­τικούς φορείς της εξουσίας. Μιας και η εργαζόμενη κοινότητα και η περιπλοκότητα των διάφορων κλάδων της ζωτικά αναγκαίας εργασίας πηγάζουν από φυσικές διεργασίες και γαλουχούνται από φυσικά συμφέ­ροντα, είναι τα μόνα που έχουν τη δυνατότητα να αντισταθούν στην πολιτική διάσπαση. Είναι φανερό ότι αν μια ζωτικά αναγκαία ομάδα βιομηχανικών εργατών υποβιβάσει μια εξίσου ζωτικά αναγκαία ομάδα γιατρών, τεχνικών, ή δασκάλων σε «υπηρέτη» προβιβάζοντας τον εαυτό της σε «αφεντικό», τότε οι δά­σκαλοι, οι γιατροί και οι τεχνικοί καταφεύγουν στις αγκάλες εκείνων που πρεσβεύουν την ρατσιστική υπεροχή επειδή δεν θέλουν να είναι υπηρέτες, ούτε καν «υπηρέτες του επαναστατικού προλεταριά­του». Και το επαναστατικό προλεταριάτο καταφεύγει στις αγκάλες του πολιτικού κόμματος ή του συνδικαλισμού, που δεν του φορτώνει καμιά ευθύνη και το γεμίζει με την αυταπάτη της «ηγετικής τάξης». Τούτο δεν αλλάζει τίποτα στο γεγονός ότι αυτή η «ηγετική τάξη», όπως έχει δειχθεί ξεκάθαρα, δεν είναι σε θέση να αναλάβει έμπρακτη κοινωνική ευθύνη, φτάνοντας μάλι­στα στο σημείο να καταφύγει σε ρατσιστικό μίσος, όπως στην Αμερική, όπου τα συνδικάτα των λευκών εργατών απαγορεύουν την εγγραφή μαύρων εργατών.

Όλα αυτά  είναι αποτέλεσμα βαθιά εντυπωμένων κομματικο-ιδεολογικών εννοιών, που κάτω απ’ την κυριαρχία τους πνίγεται η κοινότητα που συστάθηκε με την εργασία. Επομέ­νως μονάχα η νέα έννοια του εργαζόμενου, εκείνου δηλαδή που προσφέρει ζωτικά αναγκαία εργασία, είναι σε θέση να ξεπεράσει το χάσμα και να εναρμονίσει τους κοινωνικούς συνασπισμούς με τις οργανώσεις της ζωτικά αναγκαίας εργασίας.

Μπορούμε να πούμε απ’ τα πριν πως αυτή η αποσαφήνιση των εννοιών δεν θ’ αρέσει στους ιδεολόγους των κομμάτων. Μπορούμε να είμαστε εξίσου σίγουροι πως από την τοποθέτηση σ’ αυτή την αποσαφήνιση των εννοιών θα διαχωριστεί ξεκάθαρα και αυθόρμητα η ιδεολο­γική ήρα απ’ το πρακτικό σιτάρι, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους εξουσιαστικού μηχανισμού. Όσοι αποδέχονται και υποστηρίζουν τη φυσική εργατική κοινότητα, που καθορίζεται αυστηρά από τις αλληλοσυνδέσεις κάθε ζωτικά αναγκαίας εργασίας, θα είναι το πρακτικό σιτάρι. Αντίθετα εκείνοι που θα θεωρήσουν τις κομματικές ιδεολογίες και έννοιες —δηλαδή τις ιδεολογίες και τις έννοιες που εμποδίζουν την κοινωνία μας από κάθε άποψη— πιο σημαντικές από την κοινωνία του συνόλου των εργαζόμενων, θα βρουν κάθε είδους προφά­σεις για να δημιουργήσουν θόρυβο και μ’ αυτό τον τρόπο θ’ αποδείξουν πως είναι ήρα. Η αποσαφήνιση των εννοιών όμως θα εναρμονιστεί με τη φυσικά υπάρχουσα γνώση που σχετίζεται με αυτές τις σχέσεις και επομένως με την ανάγκη να διαμορφώσει την κοινωνική ζωή σύμφωνα με τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ όλων των κλάδων εργασίας.

Στην ανάλυση της έννοιας του εργάτη που επιχειρώ εδώ, ακολούθησα μονά­χα τη λογική που μου επιβάλλει η εργοδημοκρατία. Ήμουν υποχρεωμένος να φτάσω στα συμπεράσματα που προανέφερα, είτε το ήθελα είτε όχι, για έναν πολύ απλό λόγο: τον καιρό που έγραφα αυτές τις σελίδες, χρειάστηκε να φτιάξω κάτι πινακίδες και αφίσες για το Όργονον.[1] Δεν είμαι ξυλουργός, επομένως δεν μπορώ να κατασκευάζω πινακίδες. Δεν είμαι ούτε γραφίστας, επομένως δεν μπορώ να φτιάξω καλές επιγραφές. Χρειαζόμασταν όμως πινακίδες για το εργαστήριο. Έτσι αναζήτησα έναν επιπλοποιό κι ένα μπογιατζή και να συζητήσω μαζί τους, ίσος προς ίσον, πώς θα είναι καλύτερα να κατασκευαστούν και να φιλοτεχνηθούν οι πινακίδες. Δίχως τη δική τους πρακτική κι έμπειρη συμβουλή δεν θα μπορούσα να προχωρήσω. Στην δεδομένη κατάσταση ήταν εντελώς αδιάφορο αν θεωρούσα τον εαυτό μου σοφολογιότατο ακαδημαϊκό και φυσικό ερευνητή· κι ήταν εξίσου αδιάφορο αν  ο γραφίστας ή ο ξυλουργός είχε τάδε ή τη δείνα «άποψη» περί φασισμού ή περί Νιου Ντηλ. Ο ξυλουργός δεν μπορούσε να με θεωρήσει «υπηρέτη του επαναστατικού προλεταριάτου» και ο γραφίστας δεν μπο­ρούσε να με θεωρήσει εξαιρετικά περιττό «διανοού­μενο». Η εργασιακή διαδικασία μας ανάγκαζε ν’ ανταλλάξουμε γνώση και πείρα. Για παράδειγμα, αν ο γραφίστας ήθελε να κάνει καλή δουλειά, έπρεπε να καταλάβει το σύμβολο που χρησιμοποιούμε για τη λειτουργική μέθοδο έρευνας. Αποδείχθηκε ότι φούντωσε από ενθουσιασμό για την εργασία όταν έμαθε το νόημα του συμβόλου. Από την άλλη μεριά, έμαθα από τον γραφίστα και τον ξυλουργό πολλά πρά­γματα για τη διάταξη των γραμμάτων και για την κατασκευή των πινακίδων, γεγονός που σκοπό είχε να εκφραστεί σωστά η λειτουργία του Ινστιτούτου στον υπόλοιπο κόσμο.

Αυτό το παράδειγμα της αντικειμενικής και ορθολογικής συνύφανσης των κλάδων εργασίας είναι αρκετά εναργές, για να αντιληφθούμε καλύτερα τον αβυσσαλέο παραλογισμό που κυριαρχεί στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, καταπνίγοντας έτσι τη φυσική εργασιακή διαδικασία. Όσο πιο χειροπιαστά προσπαθούσα να οραματιστώ τη σχέση της εργασίας μου με άλλους κλάδους εργασίας, τόσο καλύτερα κατανοούσα το πλαίσιο σκέψης της εργοδημοκρατίας. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία: η εργασιακή διαδικασία προχωρούσε καλά όταν επέτρεπα στον εαυτό μου να διδαχθεί απ’ τους κατασκευαστές μικροσκοπίων και τους ηλεκτρολόγους μηχανολόγους, κι όταν εκείνοι με τη σειρά τους μου επέτρεπαν να τους καθοδηγήσω για τη λειτουργία ενός φακού ή μιας ηλεκτρικής συσκευής όπως εφαρμοζόταν στην οργονική φυσική. Δεν θα μπορούσα να κάνω ούτε βήμα στην έρευνα της οργόνης δίχως τον υαλουργό και τον ηλεκτρολόγος μηχανολόγο. Και με τη σειρά τους, ο μηχανολόγος και ο υαλουργός παλεύανε σκληρά με τα άλυτα προβλήματα της θεωρίας του φωτός και του ηλεκτρισμού, μερικές πλευρές της οποίας ελπίζουμε να βρουν την εξήγησή τους με την ανακάλυψη της οργόνης.

Σκόπιμα επεκτάθηκα με συνειδητά απλοϊκό τρόπο στο αυτονόητο γεγονός της αλληλεξάρτησης των διαφόρων κλάδων της εργασίας, γιατί έχω πειστεί πως όσο απλά και να φαίνονται τα πράγματα, για τους εργαζόμενους παραμένουν ξένα και καινούργια. Αυτό βέβαια φαίνεται απίστευτο, είναι όμως αληθινό και ευνόητο. Η φυσική διασύνδεση και αλληλεξάρτηση όλων των εργασιακών δια­δικασιών δεν είναι σαφής και απλή μέσα στη σκέψη και στην αίσθηση των εργαζόμενων. Κάθε εργαζόμενος γνω­ρίζει βέβαια αυτή τη διασύνδεση καθαρά πρακτικά και αυτόματα εξαιτίας της εργασίας του, του φαίνεται όμως περίεργο όταν του λέμε ότι η κοινωνία δεν θα μπορούσε να υπάρξει δίχως τη δική του εργασία, ή πως είναι υπεύθυνος για την κοινωνική οργάνωση της εργασίας του. Αυτό το χάσμα ανάμεσα στη ζω­τικά αναγκαία δραστηριότητα και στην επίγνωση της ευθύνης γι’ αυτή τη δραστηριότητα, προέκυψε και διατηρείται συνέχεια με το πολιτικό σύστημα των ιδεολογιών. Οι ίδιες ιδεολογίες ευθύνονται για την απόσταση μεταξύ πρακτικής δραστηριότητας και παράλογου προσανατολισμού των εργαζομένων. Άλλο ένας ισχυρισμός που ηχεί περίεργα και παράξενα. Μπορούμε όμως εύκολα να πειστούμε για την ορθότητά του αν πάρουμε στα χέρια μας οποιαδήποτε εφημερίδα της Ευρώπης, της Ασίας ή οπουδήποτε αλλού και τη μελετήσουμε προσεχτικά, όποια ημερομηνία και να έχει. Σπάνια και εντελώς συμπτωματικά γίνεται αναφορά στις βασικές αρχές και τη φύση των διεργασιών της αγάπης, της εργασίας και της γνώσης, πόσο ζωτικά απαραίτητες και αλληλένδετες είναι, την ορθολογικότητα, τη σοβαρότητά τους κτλ. Αντίθετα οι ημερήσιες εφημερίδες είναι γεμάτες από υψηλή πολιτική, διπλωματία, στρατιωτικές και επίσημες εκδηλώσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία επίπτωση στην πραγματική διεργασία της καθημερινής ζωής. Με αυτόν τον τρόπο, ο μέσος εργαζόμενος κυριαρχείται από την αίσθηση πως η ουσιαστική του σημασία είναι μικρή σε σύγκρι­ση με τις υψηλές και πολύπλοκες «έξυπνες» συζητήσεις περί «στρατηγι­κής και τακτικής». Αισθάνεται μικρός, περιττός, φερμένος σαν από σύμπτωση στη ζωή. Εύκολα μπορούμε να ελέγξουμε την ορθότητα αυτού του ισχυρισμού της μαζικής ψυχολογίας. Τέ­τοιους ελέγχους έχω κάνει πολύ συχνά και έβγαζα πάντα το ίδιο συμπέρασμα:

1) Κάποιος εργαζόμενος έχει μια καλή ιδέα η οποία φέρει σημαντική βελτίωση στην εργασία του. Του ζητούμε να διατυπώσει γραπτά και να δημοσιεύσει τη μικρή ή μεγάλη ανακάλυψή του. Όταν του προτείνουμε κάτι τέτοιο αντιμετωπίζουμε μια παράξενη συμπεριφορά. Ο εργαζόμενος, που η εργασία του είναι σημαντική και απαραίτητη, μοιάζει να θέλει να χωθεί ξανά στο καβούκι του. Είναι σα να ήθελε να πει (και συχνά το διατυπώνει και λε­κτικά έτσι): «Ποιος είμαι εγώ που θα γράψω άρθρο; Η εργασία μου δεν μετράει». Η στάση αυτή του εργαζόμενου προς την εργασία του είναι ένα τυπικό φαινόμενο της μαζικής ψυχολογίας. Εδώ το παρουσίασα πολύ απλοποιημένο, αλλά πιάνω καλά την ουσία του κι ο καθένας μπορεί εύκολα να πειστεί γι’ αυτό.

2) Ας πλησιάσουμε τώρα το συντάκτη μιας τυχαίας ημερήσιας εφημερίδας. Του προτείνουμε να συμπιέσει κάπου σε δυο σελίδες της εφημερίδας τα επίσημα, αυστηρά πολιτικά «προβλήματα στρατηγικής και τακτικής» και να κρατήσει την πρώτη και τη δεύτερη σελίδα της εφημερίδας για εκτενή άρθρα που αφορούν στα πρακτικά καθημερινά προβλήματα της τεχνικής, της ιατρικής, της παιδείας, των ορυχείων, της αγρονομίας, της βιομηχανικής εργασίας κτλ. Θα μας κοιτάξει εντελώς αμήχανα και σαστισμένα και θ’ αρχίσει ν’ αναρωτιέται για την πνευματική μας ισορροπία.

Οι δυο βασικές αυτές συμπεριφορές, δηλαδή της μάζας των ανθρώπων και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοκαθορίζονται. Η κοινή γνώμη έχει ουσιαστικά πολιτική φύση και εκτιμάει ελάχιστα την καθημερινή ζωή της αγάπης, της εργασίας και της γνώσης. Αυτό συμφωνεί απόλυτα με την αίσθηση της κοινωνικής ασημαντότητας που νιώθουν όλοι όσοι αγαπούν, εργάζονται και μαθαίνουν.

Ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει καμιά σκέψη για ορθολογική ανα­διάρθρωση των κοινωνικών συνθηκών όσο ο πολιτικός παραλογισμός συμμετέχει με 99% και οι βασικές λειτουργίες της κοινω­νικής ζωής μόνο με 1% στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και επομένως στη διαμόρφωση της χαρακτηροδομής του ανθρώπου. Η αντίστροφη ακριβώς αναλογία θα ήταν η ελάχιστη απαίτηση, αν θέλουμε να αποδυνα­μώσουμε τον πολιτικό παραλογισμό και να πετύχουμε την αυτορρύθμιση της κοινωνίας. Μ’ αλλά λόγια, η αντικειμενική διεργασία της ζωής πρέπει να βρει μια θαρραλέα φωνή στον τύπο και στις διάφορες μορφές του κοινωνικού βίου, και πρέπει να ταυτίζεται μαζί τους.

Σε αυτή την επέκταση και διόρθωση των πολιτικών εννοιών συναντάμε ένα δύσκολο επιχείρημα: δεν μπορούμε απλά να δια­γράψουμε τις πολιτικές ιδεολογίες, διότι οι εργάτες, οι αγρότες, οι τεχνικοί κλπ. καθορίζουν την πορεία της κοινωνίας όχι μόνο με τη ζωτικά αναγκαία εργασία τους αλλά και με τις πολιτικές τους ιδεολογίες! Οι αγροτικοί πόλεμοι του μεσαίωνα ήταν πολι­τικές εξεγέρσεις που συντέλεσαν στη μετατροπή της κοινωνίας. Το κομμουνιστικό κόμμα στη Ρωσία άλλαξε την όψη της Ρω­σίας. Δεν μπορούμε, έτσι λένε, να εμποδίσουμε ή να απαγορέ­ψουμε την «πολιτικοποίηση» και τη διαμόρφωση πολιτικών ιδεο­λογιών. Είναι κι αυτά ανθρώπινες ανάγκες κι έχουν επίσης κοι­νωνικές επιπτώσεις όπως η αγάπη, η γνώση και η εργασία. Σε αυτά  τα επιχειρήματα προβάλουμε τις εξής αντιρρήσεις:

  1. Το πλαίσιο σκέψης της εργοδημοκρατίας δεν θέλει ν’ απαγορέ­ψει ή να εμποδίσει τίποτα. Στρέφεται αποκλειστικά στην εκπλήρωση των βιολογικών λειτουργιών της αγάπης, της εργασίας και της γνώσης. Όταν αυτή η εκπλήρωση ενισχύεται από κάποια πολιτική ιδεολογία, τότε η φυσική εργοδημοκρατία προάγεται. Αν όμως μια πολιτική ιδεολογία παρέμβει με παρά­λογες αξιώσεις και ισχυρισμούς, τότε η εργοδημοκρατία θα συμπεριφερθεί σαν τον ξυλοκόπο που θέλει να κόψει ένα δέντρο και του ρίχνεται ένα φίδι φαρμακερό. Για να μπορέσει να συνεχίσει να κόβει δέντρα ανενόχλητος, θα σκο­τώσει το φαρμακερό φίδι. Δεν θα σταματήσει να κόβει δέντρα επειδή υπάρχουν στο δάσος φαρμακερά φίδια.
  2. Είναι αλήθεια ότι οι πολιτικές ιδεολογίες είναι επίσης καταστάσεις που έχουν πραγματικές κοινωνικές συνέπειες και δεν μπορούμε απλά να τους απαγορέψουμε να υπάρχουν ή να τις καταργήσουμε με συζήτηση. Απ’ την άλλη μεριά όμως η άποψη της εργοδημοκρατίας είναι ότι αυτές ακριβώς οι καταστάσεις αποτελούν ένα πολύ μεγάλο μέρος της τραγωδίας του ανθρώπου. Το γεγονός ότι οι πολιτικές ιδεολογίες είναι χειροπιαστές πραγματικότητες δεν αποτελεί απόδειξη του ζωτικά αναγκαίου χαρακτήρα τους. Η βουβωνική πανούκλα ήταν μια εξαιρετικά ισχυρή κοινωνική πραγματικότητα, κανείς όμως δεν θα την υπολόγιζε ως ζωτικά αναγκαία. Μια ανθρώπινη παροικία σ’ ένα παρθένο δάσος είναι μια ζωτικά αναγκαία υπόθεση και μια υλική, χειροπιαστή, κοινωνική κατάσταση. Αλλά και η πλημμύρα είναι μια τέτοια κατάσταση. Ποιος λοιπόν θα ταύτιζε την καταστροφική δύναμη μιας πλημμύ­ρας με τις δραστηριότητες του εποικισμού, μόνο και μόνο επειδή και τα δυο έχουν κοινωνικές επιπτώσεις; Άλλωστε αυτός ακριβώς ο μη διαχωρισμός εργασίας και πολιτικής, πραγματικότητας και αυταπάτης· αυτό ακριβώς το λάθος μας να θεωρούμε την πολιτική ως ορθολογική ανθρώπινη δρα­στηριότητα όπως λ.χ. η σπορά ή το χτίσιμο, ευθύνεται που ένας αποτυχημένος μπογιατζής μπόρεσε να ωθήσει στη δυστυχία ολόκληρο τον κόσμο. Και έχω τονίσει επανειλημμένα ότι ο κύριος σκοπός αυτού του βιβλίου —που άλλωστε δεν γράφτηκε για τη διασκέδαση μου— είναι ν’ αποδείξει αυτή την καταστροφική πλάνη της ανθρώ­πινης σκέψης και να εξαλείψει τον παραλογισμό της πολι­τικής. Σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής μας τραγωδίας είναι ακριβώς το γεγονός ότι η αγροτιά, η βιομηχανική εργατιά, οι γιατροί κλπ. επηρεάζουν το κοινωνικό είναι, όχι αποκλειστικά με τις κοινωνικές τους δραστηριότητες, αλλά παράλληλα και μάλιστα κατεξοχήν με τις πολιτικές τους ιδεολογίες. Διότι η πολι­τική δραστηριότητα παρεμποδίζει την αντικειμενική και εξειδικευμένη δραστηριότητα, κατακερματίζει κάθε επαγγελματικό κλάδο σε εχθρικές ιδεολογικές ομάδες, διασπά τη βιο­μηχανική εργατιά, περιορίζει τη δραστηριότητα των γιατρών και ζημιώνει τους ασθενείς. Κοντολογίς, ακριβώς η πολιτική ενασχόληση είναι που παρεμποδίζει ακριβώς εκείνο που προ­φασίζεται πως επιδιώκει να υπερασπιστεί: την ειρήνη, την εργασία, την εξασφαλισμένη ζωή, τη διεθνή συνεργασία, την ελεύθερη, αντικειμενική έκ­φραση της γνώμης, της ελευθερία στο πιστεύω κλπ. κλπ.
  3. Είναι αλήθεια ότι τα πολιτικά κόμματα μερικές φορές αλλάζουν την όψη μιας κοινωνίας. Εμείς όμως απ’ τη σκοπιά της εργοδημοκρατίας πρεσβεύουμε ότι αυτά είναι ψυχαναγκαστικά έργα. Ο Καρλ Μαρξ αρχικά, όταν ασχολήθηκε με την κριτική της πολιτικής οικονομίας, δεν ήταν ούτε πολιτικός ούτε άνθρωπος των κομ­μάτων, αλλά επιστήμονας οικονομολόγος και κοινωνιολόγος. Η συγκινησιακή πανούκλα στις ανθρώπινες μάζες ήταν αυτή που τον εμπόδισε ν’ ακουστεί· η συγκινησιακή πανούκλα τον έκανε να καταλήξει στη φτώχεια και στην αθλιότητα· η συγκινησιακή πανούκλα τον ανάγκασε να ιδρύσει μια πολιτική οργάνωση, την περίφημη «Ένωση των Κομμουνιστών», που τη διέλυσε ο ίδιος μετά από λίγο καιρό. Η συγκινησιακή πανούκλα ήταν εκείνη που μετέτρεψε τον επιστημονικό μαρξισμό σε μαρξισμό των πολιτικών κομμάτων, ο οποίος δεν είχε πλέον καμιά σχέση με τον επιστημονικό μαρξισμό και που μά­λιστα φέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης για τη ανάδυση του φα­σισμού. Η φράση του Μαρξ πως «δεν είναι μαρξιστής» δείχνει επακριβώς αυτή την κατάσταση. Δεν θα προχωρούσε ποτέ στην ίδρυση μιας πολιτικής οργάνωσης αν ο κανόνας στις ανθρώπινες μάζες ήταν η ορθολογική κι όχι η παράλογη σκέψη. Οι πολιτικές μηχανισμοί ήταν βέβαια συχνά μια αναγκαιότητα, ήταν όμως ένα ψυχαναγκαστικό μέτρο που οφειλόταν στον ανθρώπινο παραλογισμό. Αν η εργασία συνέπιπτε με την κοινωνική ιδεολογία, αν οι ανάγκες, η ικανοποίηση των αναγκών και τα μέσα για την ικανοποίηση των αναγκών ταυτίζονταν με την ανθρώπινη χαρακτηροδομή, δεν θα υπήρχε καθόλου πολιτική, διότι τότε θα ήταν άχρηστη. Όταν δεν έχουμε σπίτι κατοικούμε από ανάγκη στην κουφάλα ενός δέντρου. Η κουφάλα ενός δέντρου μπορεί να είναι καλή ή κακή, αλλά δεν είναι σπίτι. Ο στόχος παραμένει το αξιοπρεπές σπίτι κι όχι η κουφάλα, ακόμα κι αν για ένα διάστημα υποχρεωθούμε να ζήσουμε σ’ αυτήν. Η κατάργηση της πολιτικής, και του κράτους από το οποίο ξεπηδά, ήταν ο στόχος που είχαν λησμονήσει οι ιδρυτές του σοσιαλισμού. Ξέρω πως είναι δυσάρεστο να το υπενθυμίζω. Απαιτείται πολύ σκέψη, ευθύτητα, γνώσεις, αυτοκριτική, από έναν γιατρό να θεωρεί κύριο στόχο της δραστηριότητάς του την πρό­ληψη των ασθενειών εκείνων απ’ τη θεραπεία των όποιων ζει. Οφείλουμε να θεωρήσουμε αντικειμενικό, ορθολογικό κοινωνιο­λόγο, τον πολιτικό εκείνο που βοηθάει την ανθρώπινη κοινω­νία να αποκαλύψει τόσο διεξοδικά την τα παράλογα κίνητρα της πολιτικής και της «αναγκαιότητάς» της, ώστε κάθε μορφή πολιτικής να γίνει περιττή.

Αυτή η εργοδημοκρατική κριτική της πολιτικής δεν στέκεται μόνη της. Στην Αμερική το μίσος κατά της πολιτικής εξουσιολαγνίας και η γνώση της κοινωνικής της βλαβερότητας είναι ευρέως διαδεδομένη. Απ’ τη Σοβιετική Ένωση ακούμε ότι κι εκεί οι τεχνοκράτες επιβάλλονται ολοένα περισσότερο στους πολιτικούς. Πιθανώς μάλιστα η εκτέλεση ηγετικών Ρώσων πολιτικών από πολιτικούς να είχε ένα κρυφό απ’ όλους κοινωνικό νόημα, παρά το γεγονός ότι φτάσαμε να θεωρούμε αυτές τις εκτελέσεις έκφραση του πολιτικού παραλογισμού και σαδισμού. Η πολιτική των ευρωπαίων δικτατόρων επί μια δεκαετία δεν είχε αντίπαλο. Αν θέλουμε να δούμε δίχως κόπο την ουσία της πολιτικής, ας σκεφτούμε το γεγονός ότι ένας Χίτλερ μπόρεσε να κρα­τήσει έναν ολόκληρο κόσμο με κομμένη την ανάσα επί πολλά χρόνια. Το γεγονός ότι ο Χίτλερ ήταν πολιτική ιδιοφυία αποκαλύπτει τη φύση της πολιτικής γενικότερα, όσο κανένα άλλο γεγονός. Με τον Χίτλερ η πολιτική έφτασε στο ανώτατο σημείο εξέλιξης. Γνωρίζουμε τους καρπούς της και το πώς αντέδρασε σ’ αυτήν ο κόσμος. Κοντολογίς, πιστεύω πως ο 20ός αιώνας με τις τεράστιες καταστροφές του αποτελεί την απαρχή ενός νέου κοινωνικού θριάμβου, απαλλαγμένου από την πολιτι­κή. Είναι βέβαια αδύνατο να προβλέψουμε ποιο ρόλο θα παίξει η ίδια η πολιτική στον εξοστρακισμό της πολιτικής συγκινησιακής πανούκλας, και ποιο ρόλο θα παίξουν οι συνειδητά οργανωμένες λειτουργίες της αγάπης, της εργασίας και της γνώσης.

[1] Η οικία και το ερευνητικό εργαστήριο του Ράιχ στην πόλη Ρέιντζλι της πολιτείας Μέιν των ΗΠΑ.