Πόπερ περί επιστήμης

25/02/2013

Η επιστήμη ως διάψευση

Του Καρλ Πόπερ

Το παράθεμα που ακολουθεί δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο Conjectures and Refutations (Εικασίες και Ανασκευές), Λονδίνο, Routledge and Keagan Paul, σσ. 33-39 (1963). Παρατίθεται εδώ από βιβλίο του Theodore Schick ed., Readings in the Philosophy of Science (Αναγνώσεις από τη Φιλοσοφία της Επιστήμης), Mountain View, California, Mayfield Publishing Company, 2000, σσ. 9-13.

Όταν έλαβα τον κατάλογο συμμετεχόντων σε τούτο το μάθημα και συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο να μιλήσω σε συνάδελφους φιλόσοφους, σκέφτηκα, μετά από κάποιο δισταγμό και παρηγοριά, ότι θα προτιμούσατε μάλλον να σας μιλήσω για τα προβλήματα που με ενδιαφέρουν περισσότερο και για τις εξελίξεις εκείνες τις οποίες γνωρίζω καλύτερα και βαθύτερα. Αποφάσισα επομένως να κάνω κάτι που δεν έχω κάνει ποτέ στο παρελθόν: να κάνω μια αναδρομή στο δικό μου έργο επί της φιλοσοφίας της επιστήμης, από το φθινόπωρο του 1919, όταν επιλήφθηκα του προβλήματος που θα μπορούσε να διατυπωθεί με τη μορφή του ερωτήματος «Πότε μια θεωρία πρέπει να καταλογίζεται ως επιστημονική;» ή «Υπάρχει κριτήριο για τον επιστημονικό χαρακτήρα ή την κατάσταση μιας θεωρίας;».

Το πρόβλημα που με απασχολούσε εκείνη την εποχή δεν ήταν «Πότε μια θεωρία είναι σωστή;», ούτε «Πότε μια θεωρία είναι αποδεκτή;». Το πρόβλημα μου ήταν διαφορετικό. Ήθελα να κάνω διάκριση μεταξύ επιστήμης και ψευδο-επιστήμης, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η επιστήμη συχνά σφάλλει και ότι η ψευδοεπιστήμη μπορεί να σκοντάψει κατά τύχη στην αλήθεια.

Γνώριζα φυσικά την πιο ευρέως αποδεκτή απάντηση στο πρόβλημά μου: ότι η επιστήμη διακρίνεται από την ψευδοεπιστήμη —ή από τη «μεταφυσική»— από την εμπειρική της μέθοδο, που στην ουσία της είναι επαγωγική, ξεκινώντας από την παρατήρηση ή το πείραμα. Αντίθετα, συχνά διατύπωνα το πρόβλημά μου ως τη διάκριση μεταξύ μιας γνήσια εμπειρικής μεθόδου και μιας μη-εμπειρικής ή ακόμα ψευδο-εμπειρικής μεθόδου — δηλαδή με άλλα λόγια, μια μέθοδο που, αν και προσφεύγει στην παρατήρηση και το πείραμα, δεν επιτυγχάνει ποτέ να τηρήσει τα επιστημονικά πρότυπα. Η τελευταία μέθοδος περιγράφεται από την αστρολογία, με τον τεράστιο όγκο εμπειρικών στοιχείων που βασίζονται στην παρατήρηση — σε ωροσκόπια και σε βιογραφίες.

Επειδή όμως δεν ήταν το παράδειγμα της αστρολογίας που με οδήγησε στο πρόβλημά μου, ίσως θα πρέπει σύντομα να περιγράψω την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία τέθηκε για πρώτη φορά το πρόβλημα, και τα παραδείγματα που το παρακίνησαν. Μετά την κατάρρευση της Αυστριακής αυτοκρατορίας δημιουργήθηκε στην Αυστρία μια επανάσταση: ο αέρας ήταν γεμάτος από επαναστατικά συνθήματα και ιδέες καθώς και νέες και συχνά εξωφρενικές θεωρίες. Από τις θεωρίες που κίνησαν το ενδιαφέρον μου η πιο σημαντική ήταν αναμφίβολα και μακράν η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Οι τρεις άλλες ήταν η θεωρία της ιστορίας του Μαρξ, η ψυχανάλυση του Φρόιντ και η ονομαζόμενη «ατομική ψυχολογία» του Άλφρεντ Άντλερ.

Γίνονταν συζητήσεις και λέγονταν πολλές λαϊκές ανοησίες σχετικά με τις παραπάνω θεωρίες και ιδιαίτερα γύρω από τη σχετικότητα (πράγμα που ισχύει ακόμα και σήμερα), αλλά είχα την τύχη να μυηθώ στη μελέτη αυτής της θεωρίας από υπεύθυνα άτομα. Όλοι μας —τα μέλη του μικρού κύκλου φοιτητών στον οποίο ανήκα— συγκλονιστήκαμε με τα αποτελέσματα των παρατηρήσεων της έκλειψης του Έντιγκτον (Eddington), οι οποίες το 1919 αποτέλεσαν την πρώτη σημαντική επιβεβαίωση της θεωρίας της βαρύτητας του Αϊνστάιν. Ήταν πολύ μεγάλη εμπειρία για όλους  μας και άσκησε μεγάλη και μακρόχρονη επίδραση στην διανοητική μου εξέλιξη.

Οι τρεις άλλες θεωρίες που ανέφερα συζητιόνταν επίσης ευρέως στους φοιτητικούς κύκλους της εποχής μου. Έτυχε να έχω προσωπική επαφή με τον Άλφρεντ Άντλερ και συνεργάστηκα μαζί του στο κοινωνικό του έργο, σχετικά με τα παιδιά και τους έφηβους των συνοικιών της εργατικής τάξης της Βιέννης όπου είχε ιδρύσει κλινικές κοινωνικής καθοδήγησης.

Το καλοκαίρι του 1919 άρχισα να νιώθω όλο και λιγότερη ικανοποίηση από τις τρεις θεωρίες που ανέφερα — τη μαρξιστική θεωρία της ιστορίας, την ψυχανάλυση και την ατομική ψυχολογία. Άρχισα να έχω επιφυλάξεις ως προς την επιστημονικότητα των ισχυρισμών τους. Το πρόβλημά μου εμφανίστηκε αρχικά με την απλή μορφή του ερωτήματος «Τι λάθος κάνουν ο μαρξισμός, η ψυχανάλυση και η ατομική ψυχολογία; Γιατί διαφέρουν τόσο πολύ από τις θεωρίες της φυσικής, τη θεωρία του Νεύτωνα και ειδικά από τη θεωρία της σχετικότητας;».

Για να καταλάβει ο αναγνώστης καλύτερα αυτή την αντιπαράθεση, πρέπει να εξηγήσω ότι ορισμένοι από εμάς εκείνη την εποχή θα έλεγαν ότι πίστευαν στην αλήθεια της θεωρίας της βαρύτητας του Αϊνστάιν. Αυτό δείχνει ότι δεν με πείραζε η αμφισβήτηση της αλήθειας των τριών άλλων θεωριών, αλλά κάτι άλλο. Ούτε πίστευα περισσότερο ότι η μαθηματική φυσική ήταν πιο ακριβής από τις κοινωνιολογικού ή ψυχολογικού τύπου θεωρίες. Αυτό που με ανησυχούσε δεν ήταν ούτε το πρόβλημα της αλήθειας, τουλάχιστον σ’ εκείνο το στάδιο, ούτε το πρόβλημα της ακρίβειας ή της μετρησιμότητας. Αυτό που πίστευα ήταν ότι οι τρεις άλλες θεωρίες, αν και παρίσταναν τις επιστημονικές, στην πραγματικότητα είχαν περισσότερα κοινά με τους πρωτόγονους μύθους παρά με την επιστήμη, ότι έμοιαζαν περισσότερο με την αστρολογία παρά με την αστρονομία.

Βρήκα ότι όσοι από τους φίλους μου θαύμαζαν τον Μαρξ, τον Φρόιντ και τον Άντλερ, είχαν εντυπωσιαστεί με ορισμένα στοιχεία που ήταν κοινά και στις τρεις θεωρίες και ιδιαίτερα από την εμφανή δύναμη εξήγησης που διέθεταν. Οι θεωρίες αυτές έδειχναν να μπορούν να εξηγήσουν σχεδόν όλα όσα συνέβαιναν μέσα στον χώρο στον οποίο αναφέρονταν. Η μελέτη οποιασδήποτε από τις τρεις ήταν σαν να προκαλούσε μια διανοητική μεταστροφή ή αποκάλυψη, άνοιγες τα μάτια σου σε μια νέα αλήθεια που ήταν κρυμμένη από τους αμύητους. Μόλις άνοιγαν τα μάτια σου, έβλεπες επιβεβαιώσεις παντού: ο κόσμος ήταν γεμάτος από επαληθεύσεις της θεωρίας. Οτιδήποτε και αν συνέβαινε, την επιβεβαίωνε. Έτσι η αλήθεια ήταν συνεχώς έκδηλη και οι άπιστοι ήταν σαφώς άνθρωποι που δεν ήθελαν να δουν την έκδηλη αλήθεια, που αρνούνταν να την δουν, είτε επειδή απέβαινε ενάντια στα συμφέροντα της τάξης τους, είτε λόγω των απωθήσεών τους που παρέμεναν ακόμα «ανεπίλυτες» και ζητούσαν κραυγαλέα θεραπεία.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της κατάστασης ήταν για μένα η ακατάπαυστη ροή επιβεβαιώσεων, παρατηρήσεων που «επαλήθευαν» τις εν λόγω θεωρίες, και η συνεχής έμφαση που έδιναν οι οπαδοί στο συγκεκριμένο στοιχείο. Ένας μαρξιστής δεν μπορούσε να ανοίξει την εφημερίδα χωρίς να βρει σε κάθε σελίδα στοιχεία που επιβεβαίωναν τη δική του ερμηνεία της ιστορίας, όχι μόνο στις ειδήσεις αλλά και στον τρόπο που τις παρουσίαζε η εφημερίδα —πράγμα που αποκάλυπτε την ταξική της προκατάληψη— και φυσικά ιδιαιτέρως αυτά που η εφημερίδα δεν έλεγε. Οι φροϊδικοί αναλυτές τόνιζαν το γεγονός ότι οι θεωρίες τους επαληθεύονταν συνεχώς από τις «κλινικές παρατηρήσεις» τους. Όσο για τον Άντλερ, είχα εντυπωσιαστεί από μία προσωπική εμπειρία. Μια φορά, το 1919, του ανέφερα μια περίπτωση η οποία εμένα δεν μου φαινόταν ιδιαίτερα αντλερική, αλλά εκείνος δεν βρήκε καμία δυσκολία να αναλύσει το άτομο στο οποίο αναφερόταν με βάση τη θεωρία του για τα συμπλέγματα κατωτερότητας. Παρόλο που δεν είχε ποτέ δει ο ίδιος το παιδί. Ελαφρώς σοκαρισμένος, τον ρώτησα πώς ήταν τόσο σίγουρος. «Επειδή έχω χιλιάδες εμπειρίες», απάντησε, πράγμα που προκάλεσε την αυθόρμητη παρατήρησή μου «Και με αυτό το περιστατικό φαντάζομαι ότι η εμπειρία σας έγινε χιλιάδες και μία».

Εκείνο που σκεφτόμουν ήταν ότι οι προηγούμενες παρατηρήσεις του πιθανόν να μην ήταν περισσότερο ακλόνητες από αυτή την καινούργια. Ότι η κάθε εμπειρία ερμηνεύεται υπό το φως της «προηγούμενης εμπειρίας» και ότι ταυτόχρονα μετρά ως πρόσθετη επιβεβαίωση. Αναρωτήθηκα, τι επιβεβαιώνει πραγματικά; Τίποτα περισσότερο από το γεγονός ότι ένα περιστατικό μπορεί να ερμηνευτεί υπό το φως μιας θεωρίας. Αλλά αυτό σήμαινε πολύ λίγα πράγματα, σκέφτηκα, εφόσον κάθε περιστατικό που μπορεί να διανοηθούμε ερμηνεύεται με τη θεωρία του Άντλερ, ή εξίσου με τη θεωρία του Φρόιντ. Θα δώσω δύο πολύ διαφορετικά παραδείγματα από την ανθρώπινη συμπεριφορά: το ένα είναι ένας άνθρωπος που σπρώχνει ένα παιδί στη θάλασσα με πρόθεση να το πνίξει και το άλλο ένας άνθρωπος που θυσιάζει τη ζωή του προσπαθώντας να σώσει ένα παιδί. Η κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να εξηγηθεί εύκολα με τη φροϊδική και με την αντλερική θεωρία. Σύμφωνα με τον Φρόιντ ο πρώτος άνδρας υποφέρει από κάποια απώθηση (για παράδειγμα, κάποια συνιστώσα του οιδιπόδειου συμπλέγματός του), ενώ ο δεύτερος έχει πετύχει την εξιδανίκευση. Σύμφωνα με τον Άντλερ, ο πρώτος άνδρας υπέφερε από αισθήματα κατωτερότητας (έτσι πιθανώς δημιουργήθηκε η ανάγκη να αποδείξει την αξία του, τολμώντας να διαπράξει τέτοιο έγκλημα) αλλά το ίδιο και ο δεύτερος (του οποίου η ανάγκη ήταν να αποδείξει ότι τολμούσε να σώσει το παιδί). Δεν μπορούσα να σκεφτώ ούτε ένα παράδειγμα ανθρώπινης συμπεριφοράς που δεν ερμηνεύεται εξίσου από τις δύο θεωρίες. Ακριβώς αυτό το γεγονός —ότι ταίριαζαν πάντα, ότι πάντα επιβεβαιώνονταν— στα μάτια των οπαδών αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ των συγκεκριμένων θεωριών. Άρχισα να σκέφτομαι ότι αυτή η φαινομενική δύναμή τους ήταν στην πραγματικότητα η αδυναμία τους.

Η κατάσταση με τη θεωρία του Αϊνστάιν ήταν εντυπωσιακά διαφορετική. Ένα τυπικό παράδειγμα — η πρόβλεψη του Αϊνστάιν, που μόλις είχε επιβεβαιωθεί από την αποστολή του Έντιγκτον. Η θεωρία περί βαρύτητας του Αϊνστάιν είχε για συνέπεια ότι το φως πρέπει να έλκεται από σώματα μεγάλης μάζας (όπως ο ήλιος), ακριβώς όπως έλκονταν τα υλικά σώματα. Συνεπώς μπορούσαμε να υπολογίσουμε πως το φως ενός μακρινού άστρου του οποίου η φαινομενική θέση ήταν κοντά στον ήλιο θα έφτανε στη γη από τέτοια διεύθυνση που το αστέρι θα φαινόταν ελαφρώς μακρύτερα από τον ήλιο. Με άλλα λόγια, τα άστρα κοντά στον ήλιο θα φαίνονταν να έχουν απομακρυνθεί λίγο από τον ήλιο και το ένα από το άλλο. Πρόκειται για φαινόμενο που δεν μπορεί να παρατηρηθεί επειδή τέτοιου είδους αστέρια είναι αόρατα στη διάρκεια της μέρας λόγω της λαμπρότητας του ήλιου. Κατά τη διάρκεια όμως μιας έκλειψης, είναι δυνατόν να ληφθούν φωτογραφίες αυτών των άστρων. Αν ο ίδιος αστερισμός φωτογραφηθεί τη νύχτα μπορεί κάποιος να μετρήσει τις αποστάσεις στις δύο φωτογραφίες και να ελέγξει το προβλεπόμενο αποτέλεσμα.

Το εντυπωσιακό της παραπάνω θεωρίας είναι ο κίνδυνος που κρύβει τέτοιου είδους πρόβλεψη. Αν η παρατήρηση δείξει ότι το προβλεπόμενο φαινόμενο δεν υπάρχει, τότε η θεωρία απλώς ανασκευάζεται. Η θεωρία είναι ασύμβατη με ορισμένα πιθανά αποτελέσματα της παρατήρησης — στην ουσία με αποτελέσματα που ανέμεναν όλοι πριν τον Αϊνστάιν.[1] Η κατάσταση αυτή είναι εντελώς διαφορετική από εκείνην που περιέγραψα παραπάνω, όπου όπως φάνηκε οι εν λόγω θεωρίες είναι συμβατές με τις πιο διαφορετικές ανθρώπινες συμπεριφορές, έτσι ώστε να είναι πρακτικά αδύνατον να βρεθεί ανθρώπινη συμπεριφορά που να μην αποτελεί επαλήθευση των θεωριών.

Οι παραπάνω σκέψεις με έκαναν τον χειμώνα 1919-20 να εξάγω συμπεράσματα που μπορώ να διατυπώσω ως εξής:

  1. Είναι εύκολο να βγουν επιβεβαιώσεις, ή επαληθεύσεις, για σχεδόν κάθε θεωρία — αν ψάχνουμε για επιβεβαιώσεις.
  2. Οι επιβεβαιώσεις πρέπει να γίνονται δεκτές μόνο όταν είναι αποτέλεσμα επικίνδυνης πρόβλεψης, δηλαδή αν, χωρίς τη διαφώτιση της υπό διερεύνηση θεωρίας, μπορούμε να αναμένουμε ένα γεγονός το οποίο δεν συνάδει με τη θεωρία — ένα γεγονός που θα ανασκεύαζε τη θεωρία.
  3. Κάθε καλή επιστημονική θεωρία αποτελεί και απαγόρευση: απαγορεύει την ύπαρξη ορισμένων φαινομένων. Όσο περισσότερα απαγορεύει μια θεωρία, τόσο καλύτερη είναι.
  4. Μια θεωρία που δεν ανασκευάζεται από κανένα υπαρκτό γεγονός δεν είναι επιστημονική. Η μη ανασκευασιμότητα μιας θεωρίας δεν αποτελεί αρετή (όπως συχνά πιστεύουν οι άνθρωποι) αλλά ατέλεια.
  5. Κάθε γνήσιος έλεγχος μιας θεωρίας αποτελεί προσπάθεια διάψευσής της ή ανασκευής της. Η ελεγξιμότητα είναι διαψευσιμότητα, αλλά υπάρχουν βαθμοί ελεγξιμότητας. Ορισμένες θεωρίες είναι πιο ελέγξιμες, πιο εκτεθειμένες σε ανασκευή από άλλες. Διακινδυνεύουν περισσότερο.
  6. Τα επιβεβαιωτικά στοιχεία δεν θα έπρεπε να μετρούν εκτός αν είναι αποτέλεσμα γνήσιου ελέγχου της θεωρίας. Και αυτό σημαίνει ότι μπορούν να παρουσιαστούν ως σοβαρή αλλά ανεπιτυχής προσπάθεια διάψευσης της θεωρίας. (Σήμερα, τέτοιου είδους περιπτώσεις τις αποκαλώ «υποστηρικτικά στοιχεία» [corroborating evidence].)
  7. Ορισμένες γνήσια ελέγξιμες θεωρίες, όταν βρίσκεται ότι δεν ευσταθούν, οι οπαδοί τους εξακολουθούν να τις υποστηρίζουν — για παράδειγμα εισάγοντας ad hoc (για το συγκεκριμένο λόγο) ορισμένες βοηθητικές υποθέσεις ή με την ad hoc επανερμηνεία της θεωρίας έτσι ώστε να αποφεύγει την ανασκευή. Η διαδικασία αυτή μπορεί πάντα να γίνει, αλλά ενώ διασώζει τη θεωρία από ανασκευή το τίμημα είναι το γκρέμισμα ή τουλάχιστον η μείωση, του επιστημονικού της κύρους.  (Αργότερα χαρακτήρισα αυτή την επιχείρηση διάσωσης ως «συμβατική στροφή» ή «συμβατικό στρατήγημα» [conventionalist twist or conventionalist stratagem].)

Όλα αυτά μπορούν να συνοψιστούν λέγοντας ότι κριτήριο του επιστημονικού κύρους μιας θεωρίας είναι η διαψευσιμότητa ή η ανασκευασιμότητa ή η ελεγξιμότητά της.

ΙΙ

Θα εξηγήσω τα παραπάνω χρησιμοποιώντας τα παραδείγματα των διάφορων θεωριών που προανέφερα. Η βαρυτική θεωρία του Αϊνστάιν ικανοποίησε σαφώς το κριτήριο της διαψευσιμότητας.  Πέρα από το γεγονός ότι τα μετρητικά όργανα που διαθέταμε εκείνη την εποχή δεν επέτρεπαν την μετά πλήρους βεβαιότητας εξαγωγή αποτελεσμάτων από τους ελέγχους, υπήρχε σαφώς η πιθανότητα ανασκευής της θεωρίας.

Η αστρολογία πιθανότατα δεν πέρασε ποτέ τις εξετάσεις αυτές. Οι αστρολόγοι εντυπωσιάστηκαν πολύ και παραπλανήθηκαν από όσα πίστευαν ότι αποτελούσαν επιβεβαιωτικά στοιχεία — σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε δεν τους έκανε καμία εντύπωση οποιοδήποτε αντίθετο στοιχείο. Ακόμα, κάνοντας τις ερμηνείες και τις προφητείες τους επαρκώς ασαφείς, μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν τις εξηγήσεις τους για να απορρίψουν οτιδήποτε αποτελούσε ανασκευή της θεωρίας, κάτι που δεν θα συνέβαινε αν η θεωρία και οι προφητείες ήταν πιο ακριβείς. Για να διαφύγουν τη διάψευση κατέστρεψαν την ελεγξιμότητα της θεωρίας τους. Τυπικό κόλπο κάθε προφήτη είναι να προλέγει το μέλλον με τόση ασάφεια ώστε οι προβλέψεις του να ισχύουν ούτως ή άλλως: γίνονται μη ανασκευάσιμες.

Η μαρξιστική θεωρία της ιστορίας, παρά τις σοβαρές προσπάθειες ορισμένων από τους ιδρυτές και τους οπαδούς της, τελικά υιοθέτησε την πρακτική των προφητών. Σε ορισμένες από τις πρώιμες διατυπώσεις της (για παράδειγμα η ανάλυση του Μαρξ του χαρακτήρα της «επερχόμενης κοινωνικής επανάστασης») οι προβλέψεις ήταν ελέγξιμες και στην πραγματικότητα διαψεύστηκαν.[2] Αντί όμως να δεχθούν τις διαψεύσεις, οι οπαδοί του Μαρξ επανερμήνευσαν τη θεωρία και τα στοιχεία για να τα κάνουν να συμφωνούν. Με αυτό τον τρόπο διέσωσαν τη θεωρία από την ανασκευή. Το έκαναν όμως με τίμημα τη υιοθέτηση ενός επινοήματος που την έκανε μη ανασκευάσιμη. Έτσι έδωσαν «συμβατική στροφή» στη θεωρία και με αυτό το στρατήγημα κατέστρεψαν την πολυδιαφημισμένη διεκδίκηση του επιστημονικού της κύρους.

Οι δύο ψυχαναλυτικές θεωρίες ανήκουν σε διαφορετική τάξη. Ήταν εντελώς μη ελέγξιμες, μη ανασκευάσιμες. Δεν μπορεί κάποιος να διανοηθεί ανθρώπινη συμπεριφορά που να αντιφάσκει μαζί τους, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως ο Φρόιντ και ο Άντλερ δεν έβλεπαν ορισμένα πράγματα με σωστό τρόπο. Προσωπικά δεν αμφιβάλλω ότι το μεγαλύτερο μέρος των απόψεών τους έχουν μεγάλη σπουδαιότητα και πιθανόν κάποια μέρα να αποτελέσουν μέρος μιας ψυχολογικής επιστήμης που θα μπορεί να ελεγχθεί. Αυτό που όντως σημαίνει είναι ότι οι «κλινικές παρατηρήσεις» για τις οποίες οι αναλυτές πιστεύουν αφελώς ότι επιβεβαιώνουν τη θεωρία τους, δεν επιτυγχάνουν τον σκοπό τους παραπάνω από τις καθημερινές επιβεβαιώσεις που βρίσκουν οι αστρολόγοι στην πρακτική τους.[3] Όσον αφορά στο επικό έργο του Φρόιντ σχετικά με το Εγώ, το Υπερ-εγώ και το Αυτό, δεν μπορεί να υπάρχει αξίωση επιστημονικού κύρους περισσότερο απ’ όσο μπορεί κανείς να αξιώσει το ίδιο για τις ιστορίες του Ομήρου για τον Όλυμπο. Οι θεωρίες αυτές περιγράφουν ορισμένα γεγονότα, αλλά με τη μορφή μύθων. Περιέχουν πάρα πολύ ενδιαφέρουσες ψυχολογικές προτάσεις, αλλά όχι σε ελέγξιμη μορφή.

Παράλληλα, συνειδητοποίησα ότι τέτοιου είδους μύθοι μπορούν να εξελιχθούν και να γίνουν ελέγξιμοι. Ότι από ιστορική άποψη όλες —ή σχεδόν όλες— οι επιστημονικές θεωρίες προέρχονται από μύθους και ότι ένας μύθος μπορεί να περιέχει σημαντικές προσδοκίες επιστημονικών θεωριών. Παραδείγματα είναι η θεωρία της εξέλιξης μέσω της δοκιμής και λάθους, του Εμπεδοκλή, ή ο μύθος του Παρμενίδη για το αμετάβλητο του μονολιθικού σύμπαντος (block universe[4]) στο οποίο τίποτα δεν συμβαίνει και το οποίο, αν προσθέσουμε άλλη μια διάσταση, γίνεται το μονολιθικό σύμπαν του Αϊνστάιν (στο οποίο επίσης δεν συμβαίνει τίποτα, εφόσον τα πάντα, από την τετραδιάστατη άποψη, είναι καθορισμένα και προδιαγεγραμμένα από την αρχή). Έτσι λοιπόν σκέφτηκα ότι αν μια θεωρία βρεθεί ότι είναι μη επιστημονική, ή «μεταφυσική» (όπως θα λέγαμε), δεν σημαίνει εκ τούτου ότι είναι και ασήμαντη ή «χωρίς νόημα» ή «ασυναρτησία».[5] Δεν μπορεί όμως να ισχυριστεί ότι υποστηρίζεται από εμπειρικά στοιχεία με την επιστημονική έννοια — αν και μπορεί κάλλιστα να είναι, από κάποια γενετική έννοια, «αποτέλεσμα παρατήρησης».

(Υπήρχαν πάρα πολλές άλλες θεωρίες παρόμοιου προ-επιστημονικού ή ψευδο-επιστημονικού χαρακτήρα και, δυστυχώς, μερικές είχαν ίδια επιρροή με τη μαρξιστική ερμηνεία της ιστορίας. Για παράδειγμα, η φυλετική ερμηνεία της ιστορίας — μία ακόμα εντυπωσιακή θεωρία που τα εξηγεί όλα, όπως όλες αυτές οι θεωρίες που στα αδύναμα μυαλά ορθώνονται με τη δύναμη μιας αποκάλυψης.)

Έτσι λοιπόν το πρόβλημα που προσπάθησα να λύσω προτείνοντας το κριτήριο της διαψευσιμότητας δεν ήταν ούτε πρόβλημα έλλειψης νοήματος ή σημασίας, ούτε πρόβλημα αλήθειας ή αποδοχής. Ήταν πρόβλημα χάραξης μιας γραμμής (όσο καλά μπορεί να χαραχθεί) μεταξύ των δηλώσεων, ή συστημάτων δηλώσεων, των εμπειρικών επιστημών και όλων των άλλων δηλώσεων — είτε έχουν θρησκευτικό ή μεταφυσικό χαρακτήρα, είτε απλώς ψευδο-επιστημονικό χαρακτήρα. Χρόνια αργότερα —πρέπει να ήταν μεταξύ 1928 με 1929— ονόμασα αυτό το αρχικό μου πρόβλημα «πρόβλημα οροθέτησης» (problem of demarcation). Το κριτήριο της διαψευσιμότητας είναι μία λύση στο πρόβλημα της οροθέτησης, διότι μια δήλωση, ή σύστημα δηλώσεων, για να μπορεί να θεωρηθεί επιστημονικό, πρέπει να μπορεί να αντικρούεται με παρατηρήσεις που μπορούν να υπάρξουν ή μπορούμε να τις διανοηθούμε.


[1] Το παραπάνω είναι υπεραπλούστευση, διότι το μισό από το φαινόμενο Αϊνστάιν μπορεί να εξηγηθεί από την κλασική θεωρία, αν υποθέσουμε ότι η φύση του φωτός είναι σωματιδιακή.

[2] Για παράδειγμα, βλέπε Open Society and Its Enemies (Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της), κεφάλαιο 15, τμήμα iii και υποσημειώσεις 13-14.

[3] Οι «κλινικές παρατηρήσεις», όπως όλες οι άλλες παρατηρήσεις, είναι ερμηνείες που γίνονται υπό το φως θεωριών και από αυτόν το λόγο και μόνο έχουν την τάση να υποστηρίζουν τις θεωρίες υπό το φως των οποίων ερμηνεύονται. Η πραγματική στήριξη μπορεί όμως να προέλθει μόνο από παρατηρήσεις που γίνονται ως έλεγχοι (από «προσπάθειες ανασκευής») και γι’ αυτόν το λόγο τα κριτήρια ανασκευής πρέπει να θέτονται εκ των προτέρων. Πρέπει να υπάρχει κοινή συμφωνία για το ποιες παρατηρούμενες καταστάσεις, αν όντως παρατηρηθούν, θα σημαίνουν την ανασκευή της θεωρίας. Ποιες όμως κλινικές αντιδράσεις θα ανασκεύαζαν προς ικανοποίηση των αναλυτών, όχι απλώς μια συγκεκριμένη αναλυτική διάγνωση αλλά την ίδια την ψυχανάλυση; Δεν υπάρχει άραγε μια ολόκληρη οικογένεια αναλυτικών εννοιών, όπως η «αμφιθυμία» (δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχει αμφιθυμία), για την οποία θα ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να βρεθούν τέτοια κριτήρια; Ακόμα, πόση πρόοδος έχει γίνει στη διερεύνηση του ζητήματος κατά πόσον οι (συνειδητές ή ασυνείδητες) προσδοκίες και θεωρίες που υποστηρίζουν οι αναλυτές επηρεάζουν τις «κλινικές αντιδράσεις» του ασθενή; Ας μη μιλήσουμε για τις συνειδητές προσπάθειες να επηρεαστεί ο ασθενής προτείνοντάς του ερμηνείες κτλ. Πολλά χρόνια πριν εισήγαγα τον όρο «Φαινόμενο Οιδίποδα» για να περιγράψω την επιρροή μιας θεωρίας ή μια προσδοκίας ή μιας πρόβλεψης, επί του γεγονότος το οποίο προβλέπει ή περιγράφει. Θα θυμηθεί ο αναγνώστης ότι η τυχαία αλυσίδα γεγονότων που οδήγησαν τον Οιδίποδα στην πατροκτονία, ξεκίνησε από την πρόβλεψη του συγκεκριμένου γεγονότος από τη Σφίγγα. Πρόκειται για χαρακτηριστικό στοιχείο και επαναλαμβανόμενο θέμα σε τέτοιους μύθους, αλλά δεν έχει ποτέ ελκύσει το ενδιαφέρον των αναλυτών, ίσως όχι τυχαία. (Το πρόβλημα του αναλυτή που υποβάλλει επιβεβαιωτικά όνειρα αναλύεται από τον Φρόιντ, για παράδειγμα στο έργο του με τίτλο Gesammelte Schriften, III, 1925, όπου στη σελίδα 315 γράφει: «Αν κάποιος ισχυριστεί ότι τα περισσότερα όνειρα που χρησιμοποιούνται στην ανάλυση… οφείλουν την προέλευσή τους στην υποβολή [από τον αναλυτή], τότε από την σκοπιά της αναλυτικής θεωρίας δεν μπορεί να υπάρξει καμία αντίρρηση. Όμως, δεν υπάρχει κάτι σ’ αυτό το γεγονός» προσθέτει αναπάντεχα «που να αφαιρεί από την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων μας.»)

[4] στμ: Άλλη ονομασία του «αιωνισμού» – eternalism. Λέγεται και μονολιθικός χρόνος ή μονολιθικό σύμπαν επειδή περιγράφει τον χωρόχρονο ως ένα αμετάβλητο τετραδιάστατο «μονόλιθο» (block), αντίθετα με την άλλη άποψη που θέλει τον χωρόχρονο έναν τρισδιάστατο χώρο που διαμορφώνεται από το πέρασμα του χρόνου.

[5] Η περίπτωση της αστρολογίας, που σήμερα είναι τυπικό παράδειγμα ψευδοεπιστήμης, είναι καλό παράδειγμα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δέχθηκε επιθέσεις από αριστοτελικούς και άλλους οπαδούς της λογικής ακόμα και στις μέρες του Νεύτωνα, για τους λάθος λόγους — διότι σήμερα είναι δεκτή η παραδοχή ότι οι πλανήτες εξασκούν κάποια «επιρροή» στα γήινα («υποσελήνια») συμβάντα. Μάλιστα, η θεωρία της βαρύτητας του Νεύτωνα και ιδιαίτερα η σεληνιακή θεωρία των πλημμυρών, από ιστορική άποψη ήταν τέκνο της αστρολογικής γνώσης. Όπως γνωρίζουμε, ο Νεύτων δυσκολευόταν να δεχθεί μια ομόσταυλη θεωρία ότι, για παράδειγμα, η επιδημία της «ινφλουέντσα» οφειλόταν σε κάποια αστρική «επίδραση». Και ο Γαλιλαίος, χωρίς αμφιβολία για τον ίδιο λόγο, απέρριπτε τη σεληνιακή θεωρία των πλημμυρών, ενώ οι ενδοιασμοί του για τον Κέπλερ μπορεί να εξηγηθούν κάλλιστα από τους ενδοιασμούς του για την αστρολογία.