Ανατροφή παιδιών

Άρθρο του Μάικλ Γκανζ, Μ.D., που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Journal of Orgonomy, Τόμ. 10, Νο 2.

Λειτουργική ανατροφή παιδιών[1]

Το περασμένο Σαββατοκύριακο είχαμε μια συζήτηση με τον καθηγητή Μάθιους κατά την οποία σχολίασε ότι κανείς δεν καταλαβαίνει πραγματικά τα παιδιά και το θέμα της ανατροφής τους από λειτουργική σκοπιά. Έμεινε στη σκέψη μου καθώς φυλλομετρούσα το υλικό που θα συζητούσα απόψε, έτσι έκανα λίγη έρευνα στην κλασική βιβλιογραφία και είδα ότι είχε δίκιο. Παρά την αφθονία θεωριών και ψυχοδυναμικών διατυπώσεων, ελάχιστο τμήμα της γνώσης μας βασίζεται στη λειτουργική κατανόηση. Αντιθέτως, βλέπει κανείς διάφορες νοσολογίες που προέρχονται κυρίως από τις παρατηρήσεις των διαταραχών στα παιδιά.

Το ερώτημα είναι: Γιατί υπάρχουν τέτοιες διαφορές; Γιατί τόσες πολλές συγκρουόμενες θεωρίες και τόσο μεγάλη σύγχυση; Και να μην ξεχνάμε ότι όλες αυτές οι ανόμοιες απόψεις και θολές θεωρίες έχουν συνηγόρους που τις υπερασπίζονται με τρομερό συγκινησιακό φορτίο σε συναντήσεις και στη βιβλιογραφία.

Η απάντηση που δίνει η οργονομία στο παραπάνω ερώτημα[3] είναι κυρίως ότι ο άνθρωπος έχει θωρακιστεί κατά την πορεία της εξέλιξής του. Οι συνέπειες που έχει η θωράκιση του ανθρώπου είναι πολύμορφες. Πρώτα απ’ όλα, όπως γνωρίζετε, διαχωρίζει το άτομο από τις λειτουργίες του πυρήνα του, τις συγκινήσεις του πυρήνα του. Η δε ενέργεια που συγκρατείται, χρησιμοποιείται για τη συντήρηση της θωρά­κισης. Η συμπεριφορά αυτή του οργανισμού λειτουργεί αποτελεσματικά περιορί­ζοντας τη συγκινησιακή κίνηση και καταπιέζοντας τη διέγερση σε κάποιο βαθμό. Τι συμβαίνει όμως όταν η διέγερση που προέρχεται από το εξωτερικό περιβάλλον γίνεται περισσότερη από αυτήν που μπορεί να περιορίσει το άτομο με τη θωράκισή του; Σε αυτή την περίπτωση το άτομο αναγκάζεται να ασκήσει στο περιβάλλον, σε εκείνη τη διεγερτική, ερεθιστική δύναμη κάποιο είδος ελέγχου. Αυτή είναι η βασική διαδικασία της αντίδρασης συγκινησιακής πανούκλας: να αναστείλει σε άλλους αυτό που προκαλεί αφόρητη διέγερση στον εαυτό. Υπό αυτή την άποψη, το παιδί μπορεί να θεωρηθεί πανίσχυρος διεγέρτης για τον θωρακισμένο ενήλικο, απλώς και μόνο επειδή εκφράζει τόσο πολλή κίνηση και συγκινησιακή ενέργεια. Η διαδικασία επιβολής θωράκισης στο παιδί λόγω δυσανεξίας της οργονοτικής του ζωντάνιας μπορεί να εξυπηρετήσει ως ένα είδος λυδίας λίθου για όλα όσα πρόκειται να αναπτύξω στη συνέχεια.

Για να ξεφύγουμε από τον βόρβορο των συγκρουόμενων απόψεων σχετικά με την ανατροφή παιδιών, ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την ενεργειακή βάση της εξελικτικής διαδικασίας του ανθρώπινου οργανισμού. Έχετε ήδη παρακολου­θήσει μια εισαγωγή στην έννοια της υπέρθεσης. Η νέα ζωή σχηματίζεται από την υπέρθεση του αρσενικού με το θηλυκό κατά τη γενετήσια περίπτυξη. Η υπέρθεση αυτή συνεχίζεται στο επίπεδο του πρωτοπλάσματος των γαμετών, όπου η επαφή μεταξύ των κυττάρων του σπερματοζωαρίου και του ωαρίου δημιουργεί αύξηση της διέγερσης. Η διέγερση με τη σειρά της αυξάνει το φορτίο της μητέρας σε πολύ υψηλό βαθμό ενώ ταυτόχρονα, επέρχεται μια μείωση του σφιξίματος στο σώμα της (1). Το φαινόμενο αυτό γίνεται αισθητό με διάφορους τρόπους. Ας πούμε ότι η γυναίκα είναι ασυνήθιστα τυχερή από την άποψη ότι είναι λιγότερη θωρακισμένη από τον μέσο όρο. Σε αυτή την περίπτωση, ενδεχομένως να μπορεί να αντέξει το αυξημένο φορτίο, να βιώσει την εγκυμοσύνη με μεγάλη ηδονή και να ρυθμίσει το υπερβολικό φορτίο που υπερβαίνει το συνηθισμένο με περιοδικές εκφορτίσεις μέσω της συνουσίας, δηλαδή μέσω του οργασμού.

Ας υποθέσουμε ακόμα ότι η γυναίκα δεν μπορεί να αντέξει την έντονη αύξηση του φορτίου ή ότι για κάποιο λόγο η σεξουαλική εκφόρτιση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι μειωμένη. Και στις δύο περιπτώσεις, πιθανόν να νιώσει την ανάπτυξη έντονου άγους κατά την πορεία της εγκυμοσύνης. Όπως γνωρίζουμε το άγχος προκύπτει από τη συστολή ενάντια στην ενεργειακή πίεση εκ των έσω, τη συστολή που εναντιώνεται στη διαστολή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν η συστολή δεν επαρκεί να δεσμεύσει την προς τα έξω κίνηση της ενέργειας, το άγχος μπορεί να είναι υπερβολικό. Μπορεί να υπάρξει πλήρης απώλεια επαφής και οργονοτικής ροής και το έμβρυο μπορεί να γίνει αισθητό σαν ξένος εισβολέας στο σώμα της μητέρας. Αυτό μπορεί να είναι συνειδητό και πιθανόν να εξελιχθεί σε σημείο που η γυναίκα να νιώσει μίσος για το έμβρυο και να προσπαθήσει να το ρίξει. Σε τέτοια περίπτωση, αυτό που σίγουρα χάνεται είναι η λειτουργία του παλμού, δηλαδή η βιοενεργειακή εναλλαγή της συστολής και της διαστολής μέσα στη μητέρα και στο έμβρυο. Οι κλινικές μας ενδείξεις δείχνουν ότι αυτή η απώλεια του παλμού πιθανόν να προδιαθέτει το έμβρυο σε βιοπάθειες αργότερα στη ζωή του. Έχω αναφέρει στο περιοδικό Journal of Orgonomy (2) την περίπτωση μιας σοβαρής παράλυσης που συνέβη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και αρκετοί άλλοι θεραπευτές έχουν αναφέρει σοβαρές παθήσεις που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε ασθενείς με παρόμοια θωράκιση. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπήρχαν ενδείξεις ότι οι μητέρες των ασθενών δεν ήθελαν τα παιδιά τους, ότι ενεργά και συνειδητά απέρριψαν την εγκυμοσύνη και προσπάθησαν να ρίξουν το παιδί.

Κάνοντας μια παρένθεση, θα ήθελα να τονίσω ότι αυτού του είδους η κλινική εμπειρία μπορεί να φωτίσει το όλο θέμα της κοινωνικής διαφωνίας περί άμβλωσης.[4] Αν η γυναίκα δηλώνει ότι δεν θέλει το παιδί, για οποιοδήποτε λόγο, η δήλωσή της πρέπει να αποτελεί σημαντική αντένδειξη να μην προχωρήσει με τη γέννηση του παιδιού. Αυτή και μόνο θα έπρεπε να αποφασίσει σε τέτοιου είδους καταστάσεις. Αν της αφαιρέσουμε το δικαίωμα της απόφασης, το αποτέλεσμα θα είναι δίχως άλλο διαταραγμένος ενεργειακός μεταβολισμός και συγκεκριμένη ευπάθεια απ’ τη μεριά του εμβρύου και αργότερα διαταραγμένη σχέση μεταξύ μητέρας και παιδιού.

Η εγκυμοσύνη πρέπει να αποφασίζεται με σύνεση. Δεν ζούμε σε συνθήκες πρωτόγονης κοινωνίας όπου τα παιδιά ενοποιούνταν σε τέτοιο βαθμό στη ζωή της κοινότητας ώστε δεν χρειάζονταν πολύπλοκες προετοιμασίες για τη γέννησή τους. Στην κοινωνία μας, τα παιδιά είναι επιθυμητά, αλλά χωρίς τον προσεκτικό προγραμ­μα­τισμό υπάρχουν φορές που γίνονται βάρος. Μπαίνουν στα πόδια μας, συχνά δεν έχουμε χρόνο γι’ αυτά, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Οι μητέρες έχουν καριέρα και τα παιδιά πρέπει να «ταιριάξουν» στη ζωή της μητέρας. Είναι λοιπόν ευνόητο ότι πρέπει να υπάρχει κάποια προνοητικότητα.

Ας συζητήσουμε όμως τον τοκετό. Οι διάφορες σχολές φυσικού τοκετού έχουν βοηθήσει πάρα πολύ. Η κύρια μέριμνά τους είναι να προετοιμάσουν τη μητέρα ώστε να συνεργαστεί με τη διαδικασία του τοκετού. Το μόνο που συνεχώς ξεχνούν να εισάγουν είναι η έννοια της εγκατάλειψης σε ένα γεγονός που συμβαίνει ακούσια — να εισάγουν τη μητέρα ώστε να εγκαταλειφθεί και να αφεθεί. Οι άνθρωποι της μεθόδου Λαμάζ απέχουν πολύ από αυτό. Η προσπάθειά τους προσανατολίζεται στη χαλάρωση της μητέρας, προσπαθούν να την βοηθήσουν να ξεπεράσει τη δυσκολία του τοκετού και να μειώσουν τον πόνο με έναν υπερβολικά τεχνητό τρόπο αναπνοής. Είναι σίγουρα βελτίωση αλλά η γυναίκα πρέπει να ακούσει ότι μπορεί να αναπνέει μαζί με τις συστολές, ότι πρέπει να εγκαταλείπεται στις συστολές και, το πιο σημαντικό, ότι τα μάτια της πρέπει πάντα να διατηρούν την επαφή κατά τη διάρκεια των συστολών. Συνήθως, επιτρέπουν στην επίτοκη να «φεύγει» στα μάτια. Το έχω δει να συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις. Όποτε έχω προτείνει η γυναίκα να διατηρεί βλεμματική επαφή με εκείνους που την φροντίζουν, οι φροντιστές έχουν εκπλαγεί με το πόσο η γυναίκα μπορεί να ξεπεράσει τις συστολές. Το αποτέλεσμα ήταν σε μια μαιευτική μονάδα να συμπεριληφθεί η βλεμματική επαφή στο πρωτόκολλο του τοκετού.

Θεωρούμε ευνόητο ότι δεν πρέπει να υπάρχει καμία βιασύνη κατά τον τοκετό. Το ιατρικό προσωπικό αγχώνεται όταν ο ρυθμός του τοκετού μειώνεται. Αντί να επιτρέπουν στη φύση να λειτουργήσει, πιστεύουν ότι πρέπει να πάρουν τον έλεγχο στα χέρια τους και έτσι προκαλούν τον τοκετό ή χρησιμοποιούν εμβρυουλκούς. Φυσικά υπάρχουν περιπτώσεις όπου τέτοιου είδους παρεμβάσεις υπαγορεύονται από την ιατρική πρακτική. Τις περισσότερες όμως φορές, ο τοκετός προγραμματίζεται χάριν της ευκολίας του νοσοκομείου, του γιατρού ή της μητέρας. Πρωταρχικός σκοπός θα έπρεπε να είναι η ανάγκη του νεογέννητου. Δεν θα έπρεπε ούτε να το σπρώξουμε ούτε να το τραβήξουμε για να γεννηθεί.

Ένα γεγονός που παραβλέπεται είναι ότι το μωρό στη μήτρα βρίσκεται σε περιβάλλον μεγάλης προστασίας. Η θερμοκρασία είναι αρκετά σταθερή, το φως είναι ελάχιστο και τα πάντα φιλτράρονται από τον μητρικό οργανισμό. Κατά τον τοκετό, το μωρό μπορεί να ξαφνιαστεί με αρκετούς τρόπους και πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ώστε το μωρό να μειωθεί στο ελάχιστο το σοκ που θα υποστεί. Πώς γίνεται αυτό; Για αρχή, τα φώτα της αίθουσας τοκετού που εστιάζονται με μεγάλη ένταση στο περίνεο, θα έπρεπε να στρέφονται αλλού όταν εμφανίζεται το κεφάλι ώστε να εμποδιστεί το σοκ στα μάτια. Μια άλλη επίθεση στα μάτια είναι η ενστάλαξη σταγόνων νιτρικού αργύρου που σκοπό έχουν να προλάβουν μολύνσεις που οφείλονται στο πέρασμα του παιδιού από τον κόλπο. Τα μωρά που δέχονται αυτές τις σταγόνες, σφίγγουν τα μάτια τους επί πέντε ημέρες, τα βλέφαρά τους πρήζονται σε σημείο που δεν μπορούν να ανοίξουν τα μάτια τους και, φυσικά, δεν μπορούν να δουν. Τον παλιό καιρό έλεγαν: «Τα μωρά δεν βλέπουν όταν γεννιούνται. Δεν μπορούν να εστιάσουν. Χρειάζονται δυο περίπου εβδομάδες πριν αρχίσουν να γνωρίζουν το περιβάλλον τους». Κι εκεί έληγε το θέμα. Εγώ όμως γνώριζω ότι τα παιδιά μπορούν να δουν αμέσως μόλις γεννιούνται και ότι όλα τα μωρά που ξεγέννησα μπορούσαν να ανοίξουν τα μάτια τους, να κοιτάξουν γύρω τους και ανταποκριθούν στο περιβάλλον. Είναι αλήθεια ότι μπορούν να εστιάσουν το βλέμμα τους και να ακολουθήσουν κάποια κίνηση αμέσως μετά τη γέννηση. Εντελώς πρόσφατα για πρώτη φορά ερευνητές τεκμηρίωσαν και δημοσίευσαν τέτοιου είδους ευρήματα. Έχει μεγάλη σημασία να προστατευτούν τα μάτια από το σοκ αμέσως μετά τη γέννηση έτσι ώστε αυτό το πολύ ερωτογόνο όργανο, αυτός ο κρίσιμος υποδοχέας απόστασης, να μην τραυματιστεί ούτε να μπλοκαριστεί από την αρχή. Οι μολύνσεις μπορούν να αποφευχθούν με τη χρήση μη ερεθιστικών, ευρέως φάσματος αντιβιοτικών αλοιφών.

Έχουν γίνει συζητήσεις σχετικά με τη διατήρηση της θερμοκρασίας του μωρού. Πρέπει να αποφεύγεται η υπερβολική ψύξη του δωματίου με τον κλιματισμό. Η ακραίες μεταβολές θερμοκρασίας από ζέστη σε κρύο προκαλούν σοκ στο μωρό. Αυτό που βοηθά είναι να τοποθετείται αμέσως το νεογέννητο στο στήθος της μητέρας, όπου σκεπάζεται ελαφρά και αφήνεται να θηλάσει αμέσως.

Η πτέρυγα νεογνών είναι το πιο απάνθρωπο μέρος των νοσοκομείων και πρέπει να καταργηθεί. Η μόνη της λειτουργία θα έπρεπε να είναι η απομόνωση κάποιου άρρωστου μωρού. Όπως είναι η σημερινή της διαχείριση, είναι το μέρος όπου καταστρέφονται τα υγιή νεογέννητα. Η εναλλακτική λύση της παραμονής των μωρών με τη μητέρα τους είναι εξαιρετική. Ακόμα καλύτερη λύση είναι να κοιμάται το μωρό στο ίδιο κρεβάτι με τη μητέρα. Τα περισσότερα μωρά θηλάζουν αμέσως και κοιμούνται για μεγάλες περιόδους, γεγονός που επιτρέπει στη μητέρα να ξεκουρα­στεί. Η σημασία της συνεχούς επαφής με τη μητέρα είναι το σημείο που θέλω να τονίσω. Μετά την μακρόχρονη παραμονή του στη μήτρα, το νεογέννητο δεν θα έπρεπε να χωριστεί απότομα από τη μητέρα. Όταν η μητέρα είναι υγιής και αποδέχεται το παιδί, η συνεχής επαφή με τον οργανισμό της μητέρας έχει την πιο μεγάλη σημασία.

Ανήκω στη σχολή των «στεγνών μωρών» και δεν πλένω το μωρό μέχρι να γίνει ενός μηνός. Υπάρχει στο νεογέννητο ένα προστατευτικό στρώμα που είναι καλύτερο να μην το απομακρύνουμε. Ελάχιστα πράγματα μπορούν να τα ερεθίσουν. Οι απεκκρίσεις τους είναι πολύ ουδέτερες και συνήθως δεν παθαίνουν εξανθήματα τόσο νωρίς, ιδιαίτερα αν θηλάζουν. Έτσι λοιπόν τα αφήνω στην ησυχία τους. Το πρώτο μπάνιο πρέπει να γίνεται πολύ απαλά και σταδιακά, με τη μητέρα να κρατά το μωρό πολύ κοντά της.

Κάθε είδους χειρισμός του μωρού πρέπει φυσικά να γίνεται απαλά και χωρίς άγχος. Για παράδειγμα, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πηγαίνουμε κάθε ώρα και να παίρνουμε τη θερμοκρασία του μωρού από τον πρωκτό, πράγμα που γίνεται στα νοσοκομεία. Οι νοσοκόμες, μαζί με τα πρωκτικά τους θερμόμετρα, τρέχουν συνεχώς στα νοσοκομεία κουβαλώντας μικρά μπιμπερό γεμάτα ζαχαρόνερο. Τις πιάνει άγχος ότι τα μωρά δεν λαμβάνουν αρκετά υγρά. Αν βάλουμε το μωρό στο στήθος αμέσως, παρόλο που το γάλα δεν κατεβαίνει τις πρώτες μια δυο ημέρες, αυτό που λαμβάνει το παιδί του φτάνει. Η διαθέσιμη ποσότητα πρωτογάλατος, δηλαδή της πρώτης έκκρισης του στήθους, όχι μόνο είναι αρκετή να συντηρήσει το παιδί, αλλά περιέχει αρκετά ουσιώδη στοιχεία που πρόσφατα έχει ανακαλυφθεί ότι παρέχουν ανοσία. Φυσικά αν η μητέρα δεν θέλει να θηλάσει το παιδί της, δεν πρέπει να την εξαναγκάσουμε. Δεν πρέπει να την κάνουμε να νιώθει ένοχη. Αν θέλει ή το σκέφτεται, πρέπει να την ενθαρρύνουμε.

Σε περιπτώσεις που η μητέρα θηλάζει, μπορεί να εμφανιστεί γενετήσιο άγχος. Αν έχει ζωντανό οργανισμό, η μητέρα θα νιώσει μεγάλη απόλαυση από τον θηλασμό του παιδιού της. Από καιρό γνωρίζουμε ότι ο θηλασμός συμβάλλει στην πρόκληση συστολής στη μήτρα μετά τον τοκετό, γεγονός που ωφελεί επειδή μειώνει την ποσότητα της αιμορραγίας που συμβαίνει μετά τον τοκετό. Πουθενά όμως στα ιατρικά εγχειρίδια που έχω διαβάσει δεν αναφέρεται ότι ο θηλασμός του μωρού αποτελεί σεξουαλικά ηδονική εμπειρία για τη μητέρα. Είναι προβληματική εμπειρία για ορισμένες γυναίκες επειδή φοβούνται ότι η σεξουαλική διέγερση είναι ανώμαλη. Αν τις ενημερώσουμε εκ των προτέρων λέγοντάς τους ότι «άκου, πρόκειται για κάτι που μπορεί να νιώσεις και δεν αποτελεί καθόλου πρόβλημα», θα μειώσει το άγχος της γυναίκας που το νιώθει για πρώτη της φορά.

Στις μητέρες που δεν θηλάζουν τα παιδιά τους πρέπει να λέμε: «Όταν κρατάς το μωρό και του δίνεις το μπιμπερό, άφησέ το να κοιτά τα μάτια σου. Μην στηρίζεις το παιδί στη γωνία της κούνιας με το μπουκάλι και περνάς μετά από μια ώρα για να συλλέξεις το άδειο μπουκάλι. Μείνε με το μωρό. Ταΐζεις το μωρό και το κοιτάς». Το παιδί πίνει τον μητρικό οργανισμό και με το στόμα και με τα μάτια. Λαμβάνει αισθήματα, λαμβάνει ενεργειακά μοτίβα. Το χώσιμο ενός μπιμπερού στο στόμα του μωρού χωρίς καμία επαφή προσφέρει ελάχιστα, επειδή χάνεται η πρωταρχική επαφή με τη θηλή και τα μάτια.

Η αγωγή της τουαλέτας είναι μία ακόμα σπουδαία πρόοδος του πολιτισμού μας. Η πρώιμη αγωγή της τουαλέτας εκλογικεύεται με τα λόγια: «Είναι κοινωνικό πρόβλημα. Δεν μπορεί να πάει στον παιδικό σταθμό πριν μάθει, γι’ αυτό πρέπει να το επισπεύσουμε». Η αλήθεια είναι ότι λόγω ενός αισθήματος που δημιουργείται στον γονιό, δεν μπορεί να ανεχτεί τον φυσικό ρυθμό και για άλλη μια φορά, επειδή τον βολεύει, ασκεί έλεγχο. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να μάθουμε το παιδί να πηγαίνει στην τουαλέτα πριν την ηλικία των τριών ετών. Μετά την ηλικία αυτή μπορούμε να εισάγουμε το παιδί στο θαύμα της οικιακής υδραυλικής εγκατάστασης του σπιτιού. Τι συμβαίνει όμως όταν το μαθαίνουμε πριν την ηλικία των τριών; Ο οργανισμός του παιδιού δεν έχει από τη φύση την ικανότητα να ελέγχει τον σφικτήρα, επειδή η πλήρης νευροφυσιολογική ωρίμανση σε αυτό το επίπεδο δεν συμβαίνει πριν τον τρίτο χρόνο. Πώς λοιπόν το κάνει το παιδί; Πώς μαθαίνει το μωρό των έντεκα ή δεκατριών μηνών να «πηγαίνει» κατά διαταγή μια ορισμένη στιγμή όταν το μουσικό καθοίκι αντηχήσει; Μαθαίνει με σπαστική συστολή των μυών του εδάφους της λεκάνης, επειδή ο σφιγκτήρας σε αυτή την ηλικία δεν μπορεί να συγκρατήσει το περιεχόμενο των εντέρων. Και τι κάνει αυτό; Δημιουργεί ένα παιδί με πολύ σφιγμένο έδαφος λεκάνης, γοφούς και πόδια. Έτσι, στρώνεται από πολύ νωρίς η βάση για ένα συγκεκριμένο είδος θωράκισης, τόσο μυϊκής όσο και χαρακτηρολογικής, η οποία αν και θεραπεύσιμη δημιουργεί πολλά προβλήματα αργότερα στη ζωή.

Πιστεύω ότι άνθρωποι που έχουν έρθει στη χώρα μας από κάθε είδους πολιτιστικό υπόβαθρο έχουν μόνιμη έγνοια με την τροφή και κάθε παππούς ανησυχεί αν το εγγόνι του τρώει αρκετά. Τα παιδιά όμως γνωρίζουν πόσο και τι και πότε να φάνε. Πάντα γνωρίζουν. Όσο και αν το καταλαβαίνετε αυτό, υπάρχει πάντα μια τάση για έλεγχο. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουν καθόλου. Είναι απολύτως βέβαιοι ότι το μωρό δεν ξέρει πόσο να φάει ούτε πότε να σταματήσει. Αργότερα στη ζωή, διεξάγεται μια ανείπωτη μάχη πάνω στο τραπέζι του φαγητού. Υπάρχουν υπερβολικά χοντρά και υπερβολικά αδύνατα παιδιά που έχουν κάποιον πάνω από το κεφάλι τους να τους λέει τι να φάνε και πόσο να φάνε. Και να τα κάνει δυστυχισμένα. Έχουν έρθει τέτοιοι γονείς απεγνωσμένοι και τους λέω: «Σφίξε τα δόντια ή φύγε από το δωμάτιο και προσπάθησε να πειραματιστείς για έναν μήνα — μην πεις στο παιδί πόσο και πότε να φάει». Σε δύο τέτοιες περιπτώσεις, οι γονείς θαύμασαν την αλλαγή που διενεργήθηκε όταν τα παιδιά άρχισαν να τρώνε σωστά από μόνα τους.

Ο ύπνος είναι ένα ακόμα πρόβλημα. Ορισμένοι γονείς περιμένουν να καταρρεύσει το παιδί πριν το βάλουν για ύπνο. Δεν θα έπρεπε. Βάλτε το παιδί για ύπνο όταν σας φαίνεται νυσταγμένο. Τα παιδιά θέλουν να είναι στο κέντρο της δράσης. Είναι έξυπνα, σε εγρήγορση και εύστροφα και δεν θέλουν να φύγουν από το πάρτι. Ο τυπικός επιτρεπτικός γονιός, που θέλει να είναι φιλελεύθερος με το παιδί και νομίζει ότι αυτός είναι ο τρόπος να εδραιώσει το παιδί μόνο του τη ρουτίνα του, το αφήνει μόνο του. Τότε το παιδί θα εξαντληθεί εντελώς στις μία ή δύο τα ξημερώματα. Αυτού του είδους η γονική συμπεριφορά είναι στην πραγματικότητα παραίτηση της φυσικής ευθύνης.

Τα νήπια και τα παιδιά πρέπει να κοιμούνται μόνα τους. Μπορούν να κοιμούνται με τη μητέρα τους μετά τη γέννα, αλλά μετά από μια δυο εβδομάδες πρέπει να κοιμούνται στην κούνια τους. Αν είναι φοβισμένα ή αγχωμένα, φυσικά θα πρέπει να έχουν επαφή με τους γονείς χωρίς αναγκαστικά να μοιράζονται το κρεβάτι τους όλη τη νύχτα. Η ανεξαρτησία που απαιτεί το παιδί εξυπηρετείται καλύτερα με το να το αφήνουμε μόνο του. Υπάρχει ενεργειακή βάση γι’ αυτό. Για να διαφορο­ποιήσει τα όρια του εγώ του, είναι καλύτερα να βιώσει το παιδί αυτό το πέρα δώθε από τη μητέρα για ένα διάστημα. Το παιδί χρειάζεται κάποιο χρόνο για να συνει­δη­τοποιήσει ότι πρόκειται για ξεχωριστό οργανισμό, και ο ύπνος με τη μητέρα σε ηλικία τριών ετών δεν είναι ο τρόπος να γίνει. Υπάρχουν πολλοί που το κάνουν λόγω της δικής τους αδυναμίας να αφήσουν το παιδί, καθώς και εκείνοι που λόγω της έλλειψης ικανοποιητικής επαφής με το παιδί, προσπαθούν να την αναπληρώσουν με αυτό τον τρόπο. Είναι ιδιαίτερα τραυματική για το παιδί και αποτελεί παράδειγμα υποκατά­στατης επαφής.

Μου κάνει εντύπωση ότι μιλάω για πράγματα που οι περισσότεροι άνθρωποι πιθανόν να θεωρήσουν ασήμαντα θέματα. Αλήθεια τώρα, πόσο σημαντικό είναι για το παιδί ποια είναι η συμπεριφορά κατά τον τοκετό, ή αν χειρίζονται το μωρό με τον τάδε τρόπο, ή αν θηλάσει ή αν η μητέρα είναι ή δεν είναι αγχωμένη; Τι σημασία έχουν όλα αυτά μακροπρόθεσμα; Από την άποψη της προφύλαξης της θωράκισης στα παιδιά, αυτά τα θέματα έχουν κεφαλαιώδη σημασία. Επειδή αυτή η έννοια λείπει από την κλασική άποψη της ανάπτυξης του παιδιού, πολλοί επαγγελματίες του χώρου υιοθετούν την άποψη ότι: «Γενιές ολόκληρες παιδιών μεγάλωσαν με αγωγή τουαλέτας στα δύο χρόνια και δεν έβλαψε κανέναν». Λείπει η αναγνώριση της κεντρικής σημασίας που έχει ο βιολογικός παλμός στην υγεία του παιδιού, επομένως όλα αυτά τα θέματα είναι γι’ αυτούς ασήμαντα.

Μία από τις πιο συχνές συνθήκες που δημιουργούν διαταραχές στα παιδιά είναι η παραίτηση της φυσικής ευθύνης την οποία πρέπει να αναλαμβάνουν οι γονείς και άλλοι ενήλικες για να καθοδηγούν το παιδί στην εξέλιξή του. Όπως και με τον αυστηρό και υπερβολικό έλεγχο, η παραίτηση δημιουργεί απαιτητικά, απείθαρχα, σκληρά και θυμωμένα παιδιά. Η προέλευσή της έγκειται στην ανικανότητα ή απροθυμία του γονιού να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της ανατροφής. Εκείνοι που παραιτούνται υπερασπίζονται τον εαυτό τους λέγοντας ότι το κάνουν υπέρ μιας επιστροφής σε πιο πρωτόγονη ή φυσική κατάσταση, αλλά στην ουσία αποτελεί σοβαρή έλλειψη επαφής μεταξύ ενήλικου και παιδιού.

Το λειτουργικό αντίθετο αυτής της κατάστασης είναι η διαδικασία που ο Ράιχ ονόμασε αυτορρύθμιση. Όλες οι λεπτομέρειες που ήδη αναφέραμε σχετικά με την ανατροφή παιδιών ενθαρρύνουν την αυτορρύθμιση. Ο γονιός μπορεί να βοηθήσει το παιδί να αναπτύξει αυτορρύθμιση με τη χρήση της πρωτογενούς οργονοτικής του αίσθησης. Τι είναι όμως η πρωτογενής οργονοτική αίσθηση; Όταν μπορείς να καταλάβεις από τη φωνή του παιδιού σου στο άλλο δωμάτιο αν είναι πεινασμένο, πονεμένο, θυμωμένο ή αν θέλει επαφή ή αν υποκρίνεται —όταν η κραυγή του παιδιού σου λέει κάτι— αυτό είναι πρωτογενής οργονοτική αίσθηση. Πιθανόν να είχες την ευκαιρία να κρατήσεις στην αγκαλιά σου παιδιά και των δύο φύλων και να αναγνωρίζεις τις βασικές ποιοτικές διαφορές μεταξύ της αίσθησης ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Η αντίληψη της διαφοράς είναι λειτουργία της πρωτογενούς οργονοτικής σου αίσθησης. Άνθρωποι που τρέχουν προς ένα παιδί με άγρια ή αρπακτική διάθεση, που δεν εξετάζουν αν το παιδί θέλει επαφή ή όχι, που δεν μπορούν να καταλάβουν αν είναι δεκτικό, δεν διαθέτουν αυτή την ευαισθησία. Η οργονοτική ευαισθησία και η επαφή γίνονται αισθητές ως ευχάριστη ροη στα γεννητικά όργανα στη θηλάζουσα μητέρα. Ο πατέρας δεν πρέπει να μένει απέξω στον τομέα αυτό. Η στενή επαφή του με το παιδί θα προκαλέσει την ίδια απαλή ροή σεξουαλικής ευχαρίστησης. Ωστόσο είναι πιο έντονη στη γυναίκα, επειδή η θηλή και το στόμα ενώνουν τη μητέρα με το παιδί ώστε να σχηματίσουν ένα οργονοτικό σύστημα. Πρόκειται για παράδειγμα υπέρθεσης, λειτουργικά ταυτόσημης με εκείνο που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της συνουσίας, κατά την οποία ο κόλπος και το πέος ενώνουν τον άντρα και τη γυναίκα. Και τα δύο είναι όμοια ως προς τη διέγερση, την αλληλοδιείσδυση, την ενεργειακή συγχώνευση των οργανισμών και την εκφόρτιση. Αυτή η εκφόρτιση στο μωρό που θηλάζει περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Ράιχ ο οποίος την ονόμασε στοματικό οργασμό κατά τον οποίο εμφανίζεται τρέμουλο γύρω από το στόμα του παιδιού το οποίο εξαπλώνεται σε ολόκληρο το σώμα, που στην αρχή τρέμει και μετά χαλαρώνει.

Εκείνο λοιπόν που προκαλεί στον ενήλικο αυτό που ονομάζω επαφική ανταπόκριση είναι η πρωτογενής οργονοτική ευαισθησία. Συγκεκριμένα, ορίζουμε επαφή την ακριβή αντίληψη των αισθήσεων του ατόμου πάνω από έναν ορισμένο ουδό διέγερσης. Η επαφή με έναν άλλο οργανισμό συνεπάγεται αμοιβαία διέγερση αλλά όχι απαραίτητα σωματική εγγύτητα. Για παράδειγμα, συμβαίνει όταν οι άνθρωποι διεγείρονται κοιτώντας ο ένας τον άλλον.

Κατά την αλληλεπίδραση με παιδιά, η επαφική ανταπόκριση είναι όταν ανταποκρινόμαστε σωστά στην κάθε περίσταση και το κύριο αποτέλεσμα είναι να φέρει το παιδί σε καλύτερη επαφή τόσο με εμάς όσο και με τον εαυτό του. Για παράδειγμα, πρέπει να γνωρίζουμε πότε κάποια δραστηριότητα που διεγείρει το παιδί περνά από το φυσικό στο τεχνητό. Ορισμένα παιδιά είναι εξαιρετικά ζωηρά. Ορισμένα είναι εύστροφα και έξυπνα με φυσικό τρόπο. Η καλύτερη λέξη που τους ταιριάζει είναι διαβολάκια. Αυτά τα διαβολάκια, όταν υπερδιεγερθούν, μπορούν να γίνουν πραγματικός τρόμος. Η εξυπνάδα τους γίνεται εξαναγκασμένη. Ξέρουν ότι μπορούν να εκμαιεύσουν ανταπόκριση από τον ενήλικο και σε εκείνο το σημείο η συμπεριφορά τους είναι πολύ αντιπαθητική. Πρέπει να μπορείτε να καταλάβετε πότε αναλαμβάνει δράση η υποκατάστατη συμπεριφορά, να την σταματήσετε και να μην ανταποκρίνεστε σ’ αυτήν σαν να είναι ακόμα ευχάριστη.

Πρέπει να υπάρχει μια ευελιξία σχετικά με όλα τα παραπάνω. Δεν υπάρχουν άκαμπτοι και σίγουροι κανόνες για το πώς να αντιδράτε σε ένα παιδί. Μερικές φορές μπορεί να θεωρήσετε σημαντικό να συνεχίσει το παιδί, να γκρινιάξει ή να έχει κρίση οργής και να το αφήσετε να δουλέψει μόνο του τα συναισθήματά του. Άλλες φορές μπορεί να είναι πιο σωστό να το κάνετε να βγάλει το θυμό που κρύβεται πίσω από τη γκρίνια. Αποκτάτε την αίσθηση της κατάστασης όταν δουλεύετε με παιδιά.

Τα παιδιά στην ουσία ζουν σε έναν δικό τους κόσμο. Έρχονται στον δικό μας για λίγο, αλλά ο τρόπος που προσλαμβάνουν τον κόσμο είναι μοναδικός και ενδιαφέρων επειδή δεν έχουν δομηθεί. Καθώς μεγαλώνουν, οι φαντασιώσεις τους γίνονται πιο εκπληκτικές. Δεν θα έπρεπε να τα διορθώνουμε λέγοντας: «Όχι, δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι έτσι αυτό». Για παράδειγμα, σκεφτείτε το παιχνίδι που παίζουν όλοι με τα σύννεφα: «Εκείνο είναι σαν άλογο, εκείνο σαν ελέφαντας, εκείνο σαν κροκόδειλος και εκείνο σαν κροκόδειλος με κεφάλι αλόγου». Μερικοί γονείς δεν μπορούν να το αντέξουν: «Μην λες ανοησίες, δεν μοιάζει καθόλου με κροκόδειλο. Ο κροκόδειλος δεν μπορεί να έχει κεφάλι αλόγου». Και συνεχίζουν περιορίζοντας ή αρνούμενοι το γεγονός ότι το παιδί βλέπει με ιδιαίτερο τρόπο. Η ελευθερία στην φαντασιακή ζωή των παιδιών είναι σημαντική επειδή επιτρέπει να αναπτυχθεί η δημιουργικότητα. Οι ενήλικοι που έχουν τη μεγαλύτερη δημιουργικότητα σε οποιονδήποτε τομέα είναι εκείνοι που είχαν τη μεγαλύτερη ελευθερία να φαντά­ζονται όταν ήταν παιδιά.[5] Κάθε διανοητική λειτουργία επαυξάνεται από την ελευθερία κατά την παιδική ηλικία και υπάρχουν τρόποι με την οποία μπορεί να προστατευτεί και ενθαρρυνθεί.

Η επαφική ανταπόκριση είναι εκείνη που ενθαρρύνει την έκφραση στα παιδιά στο μέτρο που αυτή η έκφραση 1) δεν παραβιάζει τα δικαιώματα ή την άνεση των άλλων και 2) δεν είναι επικίνδυνη για το παιδί. Πρέπει να τα βοηθάμε να καταλαβαίνουν και να σέβονται τις ανάγκες των άλλων και να αποφεύγουν καταστάσεις που μπορεί να αποβούν επικίνδυνες. Η διδασκαλία αυτή βαραίνει τους ώμους των γονέων. Για παράδειγμα, πρέπει να βοηθήσουμε το παιδί να καταλάβει ότι μια φυσική συμπεριφορά όπως ο αυνανισμός μπορεί να είναι εντελώς αποδεκτός σε κάποιο τόπο και χρόνο και ότι πρέπει να εμποδιστεί σε κάποιον άλλον, επειδή προκαλεί αναστάτωση σε ορισμένους ανθρώπους. Υπάρχει μια ποιότητα αυτογνω­σίας που αναπτύσσουν τα παιδιά που μεγαλώνουν με αυτορρύθμιση και επαφικό τρόπο. Μπορούν να καταλάβουν πότε κάποιος παράξενος ενήλικος ή επισκέπτης δεν μπορεί να δεχθεί αυτό που κάνουν. Δεν είναι ο τύπος του παιδιού που θα κάνει αυτό που θέλει προκλητικά για να αποδείξει πόσο «ελεύθερο» είναι. Λόγω της καθοδήγησης των γονιών σχετικά με τέτοιες καταστάσεις, είτε εγκαταλείπουν αυτές τις καταστάσεις είτε δεν επιβάλλουν τη συμπεριφορά τους σε άλλους ανθρώπους. Τέτοιου είδους φυσική επίγνωση αποκτάται με την πάροδο του χρόνου σε ένα επαφικό περιβάλλον. Όπου λείπει αυτό το περιβάλλον, τα παιδιά χάνουν την επαφή με τον εαυτό τους και δεν μπορούν να αντιληφθούν τις ανάγκες των άλλων.

Ας μιλήσουμε όμως περί ορίων. Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται συχνά με τον εξής τρόπο: «Ορισμένα όρια πρέπει να τεθούν για τις πρωταρχικές καταστροφικές εκφράσεις, αλλιώς θα έχουμε στα χέρια μας μια ανεξέλεγκτη κατάσταση με ένα παιδί απείθαρχο, σκληρό, μοχθηρό κ.λπ.» Το σφάλμα σε αυτή την πρόταση έγκειται στην πεποίθηση που εξισώνει την καταστροφική ή αντικοινωνική συμπεριφορά με τη φυσική επιθετικότητα, η οποία προέρχεται από τον βιολογικό πυρήνα. Πρόκειται για κίνηση προς τον κόσμο, για δραστηριότητα του ατόμου που κατευθύνεται προς το περιβάλλον του. Μπορεί να είναι σθεναρή αλλά δεν είναι άγρια, να διαθέτει αυτοπεποίθηση αλλά δεν είναι πιεστική. Στο παιδί μπορούμε να την δούμε στο παιχνίδι του, στην κοινωνική δραστηριότητα, και στην επίδειξη συναισθημάτων. Τι συμβαίνει όταν ο ενήλικος δεν μπορεί να αντέξει αυτές τις εκφράσεις; Γεμίζει άγχος και προσπαθεί να τις περιορίσει, να καταβάλλει το παιδί. Ο περιορισμός αυτός, που συχνά δεν είναι εμφανής, δημιουργεί σωματική ένταση στο παιδί η οποία μετατρέπει μια αρχικά ήρεμη, και γεμάτη αυτοπεποίθηση έκφραση σε άγρια, σαδιστική και απεχθή. Πρόκειται για συγκινήσεις του δευτερογενούς στρώματος απέναντι στις οποίες τίθενται όρια για λόγους πολιτισμικής αναγκαιότητας. Το τελικό προϊόν είναι το καλοαναθρεμμένο, πολιτισμένο, συγκρατημένο, καθόλου αυθόρμητο, θωρακι­σμένο παιδί του οποίου η ζωική ενέργεια αναλώνεται για τη διατήρηση αυτού του κοινωνικού προσωπείου.

Οι περιορισμοί εναντίον της συμπεριφοράς του παιδιού λαμβάνουν δύο μορφές που η καθεμιά τους έχει ποιοτικά διαφορετικά αποτελέσματα. Η πρώτη, είναι συνήθως άγρια, άμεση και σωματική και χρησιμοποιείται από θρησκευόμενες, στρατιωτικές ή εργατικές οικογένειες. Δημιουργεί θωράκιση σκληρή και άγρια, αλλά τακτοποιημένη. Στη θεραπεία, η προέλευση της θωράκισης είναι συνήθως σαφής. Όταν ο περιορισμός εξασκείται με επίκληση της νόησης, όπως κάνει ο σύγχρονος φιλελεύθερος, υπάρχει μεγάλη ασυνέπεια, η θωράκιση έχει ανοργάνωτη ποιότητα και η προέλευσή της είναι θολή.

Πιθανώς τώρα να ρωτήσετε: «Η ορμήνια περί δικαιωμάτων των άλλων ή προστασίας του παιδιού δεν συνεπάγεται πειθαρχία;». Ναι, είναι σωστό αυτό. Πρέπει να μάθει να μην τρέχει στη μέση του δρόμου. Δεν μπορούμε να περιμένουμε από ένα δίχρονο να αναγνωρίζει τις συνέπειες των πράξεών του, με μια απλή εξήγησή τους. Αν κατευθυνθεί προς το δρόμο, πρέπει να του πούμε να μην το κάνει και ταυτόχρονα να του δώσουμε μια στον πισινό. Δεν είσαστε έξαλλος ή θέλετε να λυγίσετε τη θέληση του παιδιού ώστε να σας υπακούσει. Θέλετε απλώς να φέρετε το παιδί σε επαφή ότι εννοείτε τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζετε τη συμπεριφορά του. Δεν υπάρχει γρηγορότερη ή καλύτερη μέθοδος από μια ξυλιά στον πισινό. Όταν εφαρμόζει πειθαρχία, ο γονιός δεν αισθάνεται μίσος αλλά βαθιά ανησυχία για την ασφάλεια του παιδιού. Το παιδί το καταλαβαίνει διαισθητικά και αναγνωρίζει τη διαφορά μεταξύ πειθαρχίας και άγριας επίθεσης. Σκεφτείτε την κατάσταση όπου το παιδί είναι σκέτος τύραννος. Είναι υπερδιεγερμένο, ενοχλεί τους πάντες, και πετιέται προς όλες τις διευθύνσεις. Μπορεί να πείτε «Κοίτα, πραγματικά δεν θέλω να κάνεις αυτό που κάνεις. Σταμάτα.» Το παιδί σε κοιτάζει, σε ακούει, αλλά συνεχίζει. Στο σημείο αυτό συνειδητοποιείς ότι είναι εκτός επαφής, δεν μπορείς να το προσεγγίσεις και η συμπεριφορά του είναι αφόρητη. Σταματάς τη συμπεριφορά και το φέρνεις ξανά σε επαφή με τον εαυτό του, με μια ξυλιά στον πισινό. Αμέσως τα μάτια του ανοίγουν, μπορεί να κλάψει και, συνήθως, θα έρθει σε εσάς να το πάρετε αγκαλιά. Δεν θέλει επιβεβαίωση ότι «ο μπαμπάς και η μαμά δεν με μισούν στ’ αλήθεια», αλλά ότι νιώθει καλύτερα, νιώθει ανακούφιση και μπορεί να κάνει επαφή με ικανοποιητικό τρόπο.

Θέλω να δώσω ένα ακόμα παράδειγμα. Ο τρίχρονος γιος μου είναι παιδί της μηχανικής εποχής μας και λατρεύει τα μηχανήματα με τα κουμπιά και τους διακόπτες. Άρχισε να παίζει με το μαγνητόφωνό μου. Του είπα λοιπόν μια φορά «Μην παίζεις με το μαγνητόφωνο». Του το είπα δεύτερη φορά «Πήγαινε στα δικά σου παιχνίδια. Μην παίζεις μ’ εκείνο.» Την τρίτη φορά, έφαγε μια ξυλιά. Κάθε φορά που περνούσε δίπλα στο μαγνητόφωνο τις επόμενες δύο εβδομάδες έλεγε «Όχι το παιχνίδι του μπαμπά» και έσκαγε ένα πολύ γλυκό χαμόγελο. Δεν ήταν ένα διαταραγμένο, στενοχωρημένο, φοβισμένο ή τραυματισμένο παιδί. Τίποτα το τραυματικό δεν του είχε συμβεί. Απλώς κατάλαβε ότι τα παιχνίδια του και τα παιχνίδια του μπαμπά είναι δυο διαφορετικά πράγματα και η ίδια κατάσταση ίσχυε και για άλλα πράγματα, έτσι λοιπόν «παιχνίδια του μπαμπά» είναι τώρα η αριθμομηχανή και η γραφομηχανή.[6]

Το μόνο πράγμα που δεν πρέπει να κάνει κανείς σε παιδί είναι να επικαλεστεί αποκλειστικά το μυαλό του. Φυσικά εξηγείς το λόγο που επιμένεις για κάτι. Λες «Δεν μπορείς να παίξεις μ’ αυτό επειδή μπορεί να σπάσει και δεν είναι παιχνίδι και το χρειάζομαι για τη δουλειά μου». Αν όμως ένα παιδί, ιδιαίτερα πολύ μικρής ηλικίας, συνεχίζει να κάνει κάτι κακό και κάτσεις και του το εξηγήσεις αρκετές φορές (για παράδειγμα, γιατί δεν πρέπει να κάνει θόρυβο ή να τρέχει στην αυλή του γείτονα) τότε χάνεις πια το δίκιο σου. Το ανα­γκάζεις να χρησιμοποιήσει το μυαλό του για να διαχειριστεί τη σωματική του διέγερση πριν η συλλογιστική του διεργασία έχει ωριμάσει αρκετά ώστε να το κάνει μόνη της. Μπορεί να έχει αποτέλεσμα και να αποφευχθεί η σωματική πειθαρχία, αλλά δημιουργεί μεγάλη ενοχή στο πολύ μικρό παιδί, το οποίο πρέπει να σκεφτεί πάρα πολύ πριν ενεργήσει. Είναι σωστότερο να επικαλεστούμε το μυαλό μεγαλύτερων παιδιών, πέντε ή έξι ετών, προκειμένου να ασκήσουν κοινωνικό έλεγχο. Σε αυτή πια την ηλικία, έχει αναπτυχθεί μεγαλύτερη ικανότητα να καθυστερούν την ικανοποίηση και το παιδί έχει αποκτήσει καλύτερη κατανόηση των δικαιωμάτων και των αναγκών των άλλων.

Δεν θέλω να παρεξηγηθώ και να θεωρήσετε ότι λέω πως πρέπει να βαράτε με το παραμικρό. Όχι. Και πάλι θυμίζω ότι πρέπει να αναλάβει η πρωτογενής οργονοτική σας ευαισθησία. Έχετε δει ποτέ μια λέαινα να κάθεται και να εξηγεί στα κουτάβια της γιατί δεν πρέπει να υπερβούν τα όρια της σπηλιάς; Όχι. Όταν το κουτάβι φύγει, η λέαινα σηκώνεται και του δίνει μία — και όχι τόσο απαλά όσο λέω εγώ για τα παιδιά. Παίρνει το κουτάβι και το πετάει στον αέρα πάνω από ένα μέτρο. Μετά η μητέρα πάει και το τρίβει με τη μουσούδα της και έτσι το κουτάβι μαθαίνει να μην ξεστρατίζει. Αυτή είναι η λειτουργία που υπάρχει στη φύση και προτείνω ότι είναι πιο φυσική για την ανατροφή μικρών παιδιών.

Θα ήθελα να σχολιάσω και τα μάτια, τα οποία θεωρήθηκαν κύρια ερωτογενής ζώνη για πρώτη φορά από τον Δρ. Έλσγουορθ Μπέικερ. Θα έχετε παρατηρήσει ότι τα μάτια των παιδιών είναι πολύ πιο μαλακά απ’ τα δικά μας. Είναι φωτεινά και λάμπουν με ένα καθάριο βάθος που δείχνει ότι δεν υπάρχει θωράκιση. Πολλά πράγματα μπορούν να διαταράξουν τη μαλακότητα. Για παράδειγμα, σκληρές ματιές γεμάτες θυμό, μίσος ή εχθρότητα κάνουν το παιδί να κλείσει τα μάτια ή να κοιτάξει αλλού. Όταν κάνει κάτι τέτοιο, συμβαίνει ένα από δύο πράγματα. Είτε προσπαθεί να προστατευθεί από την επίθεση είτε δεν μπορεί να εκφράσει στον ενήλικο τα δικά του αισθήματα με τα μάτια. Γι’ αυτούς τους λόγους, δεν είναι καθόλου καλή ιδέα να κάτσετε να καρφώσετε τα μάτια σας στα δικά του και να του πείτε «Στο είπα έξι φορές να μην το ξανακάνεις. Η γιαγιά σου είπε…» επειδή τότε το παιδί συστέλλεται. Δεν ακούει καν αυτά που λέτε. Το μόνο που ξέρει είναι ο φόβος που νιώθει και συστέλλεται, πρώτα στο κεφάλι και μετά σε ολόκληρο το σώμα. Δεν βλέπεις ποτέ ένα παιδί να συστέλλεται έτσι όταν τρώει μια ξυλιά που έχει δοθεί για ορθολογικούς λόγους. Μετά το αρχικό ξάφνιασμα, υπάρχει απελευθέρωση της έντασης και βλέπουμε διαστολή και ότι το παιδί είναι πιο δεκτικό στην επαφή. Όταν ουρλιάξεις στο παιδί, το απειλήσεις με απώλεια της αγάπης, το κάνεις να νιώσει ένοχο ή του εξηγείς με τις ώρες, το βλέπεις να συστέλλεται στρεφόμενο στον εαυτό του και χρειάζεται πολύ χρόνο για να ξεπεράσει αυτή τη συστολή. Το παιδί γίνεται υπάκουο αλλά κακό, επειδή πρέπει να εκφράσει τη δραστηριότητά του με κάποιον τρόπο και αισθάνεται, όχι διανοητικά αλλά με όλο του τον οργανισμό, ότι έχει συμβεί κάτι άδικο.

Οι έφηβοι περνούν ακόμα πιο δύσκολα. Ζουν σε έναν κόσμο που δεν έχουν φτιάξει οι ίδιοι και ο οποίος τους γεμίζει δυστυχία. Στους εφήβους βλέπουμε την απόρριψη του κόσμου των ενηλίκων και την αντικατάστασή του με ισχυρή πίστη σε κάποια ομάδα συνομήλικών του. Γεγονός που τους οδηγεί σε απερίσκεπτες και εν δυνάμει επικίνδυνες καταστάσεις όπου αποδέχονται προκλήσεις, εκδηλώνουν τελετουργική συμπεριφορά και, σε συγκινησιακό επίπεδο, παλινδρομούν σε παιδικές συμπεριφορές. Ένα παιδί που αναπτύσσεται αρκετά καλά χωρίς ενοχές σχετικά με τις σωματικές του λειτουργίες πιθανόν ξαφνικά να επιδεινωθεί στην εφηβεία, να «στραβώσει». Και όλη αυτή η συμπεριφορά, την οποία είμαι σίγουρος ότι γνωρίζει ο καθένας από τη ζωή του, ονομάζεται φυσιολογική εφηβική εξέγερση. Δεν υπάρχει τίποτα το φυσιολογικό σ’ αυτήν. Ο Ράιχ το είπε ως εξής (3): «…η κοινωνιολογική σχολή της ψυχανάλυσης που εγκατέλειψε τη θεωρία της λίμπιντο, τη σεξουαλική θεωρία και ισχυρίζεται ότι “όχι η σεξουαλικότητα αλλά η κοινωνία”, είναι σκέτη υπεκφυγή, σκέτος φόβος να έρθει σε επαφή με το χειρότερη μπλέξιμο στο οποίο έχει βρεθεί η ανθρωπότητα, τη σεξουαλική νεύρωση του ανθρώπου». Αυτή είναι η πρόταση που εισάγει την επόμενη, η οποία θεωρώ ότι έχει εξαιρετική σημασία: «Δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει λύση σε οποιοδήποτε κοινωνικό πρόβλημα, όσο τα παιδιά και οι έφηβοι μεγαλώνουν με λίμναση της βιολογικής ενέργειας…».

Οι έφηβοι στον πολιτισμό μας βρίσκονται σε ακόμα δυσκολότερη θέση από εφήβους προηγούμενων γενεών. Παλιότερα, η σεξουαλική καταπίεση συμβάδιζε με τις αρνητικές προς το σεξ στάσεις. Όσοι κατάφερναν να εκφράσουν τη σεξουαλι­κό­τητά τους το έκαναν κρυφά και με ενοχή. Σήμερα, ο έφηβος βομβαρδίζεται με ερεθίσματα που εκφράζουν σεξουαλικότητα με άγριο και πορνογραφικό τρόπο. Η πανταχού παρούσα χρήση ναρκωτικών, η πίεση για συμμόρφωση και οι τραχιές κλήσεις για «σεξουαλική ελευθερία» προκαλούν μια οξεία συγκινησιακή αποδιορ­γάνωση που συχνά καταλήγει σε σύγχυση της σεξουαλικής ταυτότητας. Αυτό που διατυμπανίζεται ως σεξουαλική ελευθερία, στην πραγματικότητα είναι ελευθε­ριότητα του χειρίστου είδους, λειτουργικά ταυτόσημη με τη σεξουαλική καταπίεση. Η κοινή αρχή λειτουργίας και των δύο στάσεων είναι η απόρριψη της γενετη­σιό­τητας. Η χρήση ναρκωτικών και η ενθάρρυνση φρενιτιωδών προγενετήσιων και διεστραμμένων παρορμήσεων δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερη ένταση σε κάποιον που είναι ήδη εκτεθειμένος στην υψηλή φόρτιση της αναδυόμενης σεξουαλικής διέγερσης. Η αδυναμία ικανοποίησης κάτω από αυτές τις συνθήκες προκαλεί φρενιτιώδη υποκατάστατη συμπεριφορά, σε έναν οργανισμό που είναι ήδη αδυνατισμένος από τη θωράκιση η οποία αναπτύσσεται με χαοτικό τρόπο.[7]

Τα παραπάνω ελάχιστα παραδείγματα δείχνουν σαφώς πόσο απέχουμε από τη γενική κοινωνική αποδοχή της εφηβικής σεξουαλικότητας. Ούτε λίγο ούτε πολύ χρειάζεται μια πλήρης αλλαγή της συγκινησιακής δομής των ανδρών και των γυναικών στον πολιτισμό μας. Ενόψει των προηγουμένων, καταλαβαίνουμε την εκτίμηση του Ράιχ ότι θα χρειαστούν αρκετές χιλιάδες χρόνια.

Στο σχολείο, η σεξουαλική εκπαίδευση είναι σκέτη απελπισία, τουλάχιστον μέχρι τώρα. Είναι εμφανώς τεχνητή και συχνά προγραμματισμένη. Περιγράφει αρκετά καλά τι συμβαίνει κατά τη συνουσία αλλά με καθαρά ποσοτικό τρόπο. Η ποιότητα, τα αισθήματα και οι συγκινήσεις, μένουν απέξω. Τα γεννητικά όργανα παρουσιάζονται ως ξεχωριστά από το υπόλοιπο σώμα, όπως γίνεται και στην πορνογραφία, η οποία απευθύνεται στο κεφάλι δίνοντας έναν παρεξηγημένο και αποκομμένο ρόλο στα γεννητικά όργανα. Ως προς τον κανόνα του οργασμού, περιγράφονται η μηχανική ένταση και η χαλάρωση, αλλά παραβλέπονται η βιοενεργειακή φόρτιση και η εκφόρτιση. Ορισμένοι έφηβοι γνωρίζουν ότι αυτά που τους διδάσκονται δεν συμβαίνουν στη ζωή. Όσοι ξέρουν καλύτερα την απορρίπτουν, πολλοί όμως όχι. Αγωνίζονται, μπερδεύονται και φεύγουν από την τάξη με παραμορφωμένες απόψεις για τη σεξουαλική λειτουργικότητα. Η κατάσταση επιδεινώνεται με την τάση να εμποτίζουν τους εφήβους με «εναλλακτικούς τρόπους ζωής» στους οποίους νευρωτικές δραστηριότητες (π.χ. ομοφυλοφιλία) παρουσιά­ζονται ως ίσες με την ετεροφυλοφιλία. Όλα αυτά είναι άμεσο αποτέλεσμα της ανικανότητας των εκπαιδευτών να αντέξουν τις φυσικές εκφράσεις της ζωής σε άλλους και της προσπάθειάς τους να καταπιέσουν την ανάδυσή τους. Για να σας θυμίσω πώς ξεκίνησα αυτή τη συζήτηση, σας δίνω πάλι ένα παράδειγμα της συγκινησιακής πανούκλας που επιβάλλει τη θωράκιση στα παιδιά.

Τι μπορεί κάποιος να κάνει; Η εκπαίδευση μπορεί να βοηθήσει πάρα πολύ, αλλά εκπαίδευση κυρίως στο σπίτι από τους γονείς ή ενήλικους που στηρίζουν οι ίδιοι τη γενετησιότητα. Αυτό συνεπάγεται συμβουλές για έλεγχο γεννήσεων με πρακτικό τρόπο και παροχή γνήσιου ιδιωτικού χώρου στους εφήβους στο σπίτι. Μόνο σε τέτοια ατμόσφαιρα θα μάθουν οι έφηβοι να χειρίζονται τις ερωτικές τους σχέσεις με υπεύθυνο τρόπο. Δεν εκπλήσσει κανέναν που ελάχιστοι δυστυχώς μπορούν να το κάνουν στη σεξουαλικά «πεφωτισμένη» εποχή μας.

Τέλος, θα ήθελα να τονίσω ένα πράγμα. Οι γονείς δεν μπορεί να είναι τέλειοι. Είναι σίγουρο ότι θα κάνουμε λάθη με τα παιδιά μας. Ως γονείς, πρέπει να προσέχετε να μην περιμένετε τελειότητα από τον εαυτό σας και ως εκπαιδευτές που έχετε επαφή με γονείς πρέπει να προσέχετε να μην τους κάνετε να νιώσουν ότι πρέπει να χρησιμοποιούν στερεότυπες μεθόδους. Το κύριο έργο μας είναι να αναγνωρίσουμε τις ανάγκες των παιδιών μας και να διορθώσουμε τα λάθη μας όταν μπορούμε. Τα παιδιά μας θα ανταποκριθούν στην αγάπη μας, στο σεβασμό μας και στην εμπιστοσύνη και έτσι θα μεγαλώσουν καλύτερα.

[1]     Διάλεξη που δόθηκε ως μέρος του σεμιναρίου «Η ζωή και το έργο του Βίλχελμ Ράιχ» που διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης την άνοιξη του 1975.

[2]     Ιατρός οργονομιστής, Μέλος του Αμερικανικού Κολεγίου Οργονομίας, Ψυχίατρος, μέλος του Αμερικανικού Συμβουλίου Ψυχιατρικής και Νευρολογίας, μέλος του Κολεγίου Ιατρών Φιλαδέλφειας.

[3]     Χρωστάω ευγνωμοσύνη στους Δρ. Έλσγουορθ Μπέικερ και Ρίτσαρντ Μπλάσμπαντ που διευκρίνισαν πολλά σημεία στην παρούσα εργασία.

[4]     στμ: Η απόφαση που νομιμοποίησε τις αμβλώσεις στις ΗΠΑ είχε παρθεί μόλις δύο χρόνια πριν από τη διάλεξη, το 1973. Το θέμα ήταν και παραμένει καυτό, διχάζοντας ακόμα και σήμερα τους πολίτες των ΗΠΑ.

[5]     Αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με την υπερβολική, νευρωτική φαντασία σε ένα αποσυρμένο παιδί, που συχνά είναι αυνανιστικό ισοδύναμο.

[6]     Οι εμπειρίες των οργονομιστών με την ανατροφή παιδιών είναι περισσότερο προσωπικές παρά κλινικές και επομένως θέμα συζήτησης. Για παράδειγμα, παρά την αναμφισβήτητη αξία της διάλεξης του Δρ. Γκανζ, ορισμένοι γιατροί αμφισβητούν τις απόψεις του για τις ξυλιές και μπορούμε να θυμηθούμε τον ίδιο τον Ράιχ που είχε μετανιώσει πικρά όταν μια φορά χτύπησε τον μικρό γιο του Πίτερ. Ορισμένοι επίσης πιστεύουν ότι τα ακριβά μηχανήματα, «ελκυστικοί μπελάδες» και επικίνδυνα αντικείμενα δεν πρέπει να είναι σε θέση που μπορούν να πιάσουν τα παιδιά. Η έλλειψη ταύτισης απόψεων τονίζει την επείγουσα ανάγκη να συνεχιστεί η έρευνα για τα παιδιά και τα νήπια που ξεκίνησε ο Ράιχ. (Σ.τ.ΚΦΜπ.)

[7]     Για περιεκτική ανάλυση αυτών των προβλημάτων, βλέπε «Η άνοδος του ψυχοπαθή», της Δρ. Μπάρμπαρα Κούπμαν, στο Journal of Orgonomy, Τομ. 7, Νο 1.