Τι είναι ο χαρακτήρας και οι παράγοντες διαμόρφωσής του

Από το βιβλίο Ανάλυση του χαρακτήρα, του Βίλχελμ Ράιχ, M.D., μτφρ. Νίκος Σιδέρης, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981.

Η λειτουργία της διαμόρφωσης του χαρακτήρα

Το επόμενο ζήτημα που θα μάς απασχολήσει αφορά τούς παράγοντες, που οδηγούν τον χαρακτήρα στη απόκτηση της καθορισμένης μορφής με την οποία είναι λειτουργικός. Σ’ αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαίο να θυμηθούμε μερικά χαρακτηριστι­κά κάθε χαρακτηρολογικής αντίδρασης. Ο χαρακτήρας συνίσταται σε μια χρόνια μεταβολή του εγώ, που θα μπορούσε να περιγράφει σαν σκλήρυνση. Αυτή η σκλήρυνση είναι η πραγμα­τική βάση, που μετατρέπει σε χρόνιο τον χαρακτηριστικό τρόπο αντίδρασης — κι ο σκοπός της είναι η προστασία του εγώ από τούς εξωτερικούς και εσωτερικούς κινδύνους. Σαν προστατευτικός σχηματισμός, που έχει γίνει χρόνιος, θα μπο­ρούσε ν’ αποκληθεί «θωράκιση», μια και ολοφάνερα συνιστά έναν περιορισμό της ψυχικής κινητικότητας της προσωπικότη­τας στο σύνολό της. Αυτός ο περιορισμός μετριάζεται από τις μη χαρακτηρολογικές, δηλαδή άτυπες σχέσεις με τον εξωτερικό κόσμο, που φαίνεται ότι αποτελούν ανοιχτές οδούς επικοινωνίας σ’ ένα κατά τα αλλά κλειστό σύστημα. Αποτελούν «ρωγμές» στη «θωράκιση» μέσα από τις οποίες, ανάλογα με την κατάστα­ση, λιμπιντικά και αλλά ενδιαφέροντα διοχετεύονται έξω και ξανατραβιούνται μέσα σαν ψευδοπόδια. Κι η ίδια η θωράκιση, όμως, πρέπει να νοηθεί σαν εύκαμπτη. Ο τρόπος αντίδρασής της κινείται πάντοτε σύμφωνα με την αρχή της ηδονής-δυσαρέσκειας. Σε δυσάρεστες καταστάσεις η θωράκιση συστέλλεται — σε ευχάριστες καταστάσεις διαστέλλεται. Ο βαθμός χαρακτηρολογικής ευλυγισίας, η ικανότητα ν’ ανοίγεται κανείς στον εξωτερικό κόσμο η να κλείνεται απέναντί του, ανάλογα με την κατάσταση. Αποτελεί τη διαφορά ανάμεσα σε μια προσανατολισμένη-στην-πραγματικότητα και σε μια νευρωσική χαρακτηροδομή. Ακραία πρό­τυπα παθολογικά άκαμπτης θωράκισης είναι οι συναισθηματικά μπλοκαρισμένοι ψυχαναγκαστικοί χαρακτήρες κι ο σχιζοφρενικός αυτισμός, που τείνουν κι οι δυο στην κατατονική ακαμψία.

Η χαρακτηροθωράκιση διαμορφώνεται σα χρόνιο αποτέλε­σμα της σύγκρουσης ανάμεσα στις ενστικτικές απαιτήσεις και σ’ ένα εξωτερικό κόσμο που τις ματαιώνει. Η ισχύς της κι ο μόνιμος λόγος ύπαρξής της πηγάζουν απ’ τις τρέχουσες συγ­κρούσεις ανάμεσα στο ένστικτο και τον εξωτερικό κόσμο. Η έκφραση και το σύνολο αυτών των χτυπημάτων του εξωτερικού κόσμου πάνω στην ενστικτική ζωή, με τη συσσώρευση και την ποιοτική της ομοιογενοποίηση, αποτελούν ένα ιστορικό όλο. Αυτό γίνεται αμέσως ξεκάθαρο, αρκεί να σκεφτούμε γνωστούς χαρακτηρολογικούς τύπους, όπως «ό αστός», «ο υπάλληλος», «ό προλετάριος», «ό χασάπης», κλπ. Αυτή η θωράκιση διαμορ­φώνεται γύρω από το εγώ, γύρω απ’ αυτό ακριβώς το τμήμα της προσωπικότητας που βρίσκεται στα σύνορα ανάμεσα στη βιοφυσιολογική ενστικτική ζωή και τον εξωτερικό κόσμο. Γι’ αυτό την επονομάζουμε χαρακτήρα του εγώ.

Στον πυρήνα της οριστικής διαμόρφωσης της θωράκισης βρίσκουμε κατά κανόνα, στη διάρκεια της ανάλυσης, τη σύγ­κρουση ανάμεσα στις γενετήσιες αιμομικτικές επιθυμίες και την πραγματική ματαίωση της ικανοποίησης τους. Η διαμόρ­φωση του χαρακτήρα αρχίζει σαν καθορισμένη μορφή ξεπεράσματος του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Οι συνθήκες που οδηγούν σ’ αυτό ακριβώς το είδος επίλυσης είναι ειδικές, δηλαδή σχετίζονται ειδοποιά με τον χαρακτήρα. (Αυτές οι συνθήκες αντιστοιχούν στις κυρίαρχες κοινωνικές συνθήκες, στις οποίες υπόκειται η παιδική σεξουαλικότητα. Αν αυτές οι συνθήκες αλλάξουν, τότε τόσο οι συνθήκες διαμόρφωσης του χαρακτήρα, όσο και οι δομές του χαρακτήρα θ’ αλλάξουν.) Γιατί υπάρχουν κι άλλοι τρόποι επίλυσης της σύγκρουσης, φυσικά όχι τόσο σημαντικοί η τόσο καθοριστικοί σε σχέση με τη μελλοντική ανάπτυξη της όλης προσωπικότητας, π.χ., η απλή απώθηση η ή διαμόρφωση μιας παιδικής νεύρωσης. Αν κοιτάξουμε να δούμε τί το κοινό υπάρχει σ’ αυτές τις συνθήκες, βρίσκουμε από τη μια εξαιρετικά έντονες γενετήσιες επιθυμίες και, από την άλλη, ένα σχετικά αδύναμο εγώ, το οποίο από το φόβο μήπως τιμωρηθεί καταφεύ­γει για την προστασία του σε απωθήσεις. Η απώθηση οδηγεί σε κατάπνιξη των παρορμήσεων, που με τη σειρά της απειλεί την απλή αυτή απώθηση με κάποιο ξέσπασμα των απωθημένων παρορμήσεων. το αποτέλεσμα είναι ένας μετασχηματισμός του εγώ — π.χ., η ανάπτυξη στάσεων με προορισμό την αναχαίτιση του φόβου, στάσεις που συνοψίζονται στον όρο «δειλία». Αν κι αυτό αποτελεί την πρώτη μόνο καταβολή ενός χαρακτήρα, οι συνέπειες για τη διαμόρφωσή του είναι αποφασιστικές. Η δειλία η κάποια σχετική στάση του εγώ συνιστά έναν περιορι­σμό του εγώ. Όμως, αναχαιτίζοντας επικίνδυνες καταστάσεις, που ΘΑ μπορούσαν ν’ αποτελέσουν πρόκληση σ’ ό,τι είναι απωθημένο, μια τέτοια στάση αποτελεί και ενίσχυση του εγώ.

Τελική, όμως, αυτός ο πρώτος μετασχηματισμός του εγώ, δηλαδή η δειλία, δεν επαρκεί για την κυριάρχηση του ενστί­κτου. Αντίθετα, οδηγεί εύκολα στην ανάπτυξη άγχους και γίνεται πάντοτε η συμπεριφορική βάση της παιδικής φοβίας. για να διατηρηθεί η απώθηση, γίνεται αναγκαίος ένας πρόσθε­τος μετασχηματισμός του εγώ: οι απωθήσεις πρέπει να τσιμενταριστούν μεταξύ τους, το εγώ πρέπει να σκληρυνθεί, η άμυνα πρέπει ν’ αποκτήσει ένα χρόνια λειτουργικό, αυτοματικό χαρακτήρα. Κι εφόσον το ταυτόχρονα αναπτυσσόμενο παιδικό άγχος αποτε­λεί συνεχή απειλή για τις απωθήσεις· εφόσον το απωθημένο υλικό εκφράζεται στο άγχος· εφόσον, επιπρόσθετα, το ίδιο το άγχος απειλεί με αποδυνάμωση το εγώ, χρειάζεται λοιπόν να δημιουργηθεί κι ένας προστατευτικός σχηματισμός ενάντια στο άγχος. Η κινητήρια δύναμη πίσω απ’ όλα αυτά τα μέτρα που παίρνει το εγώ είναι, σε τελευταία ανάλυση, ο συνειδητός η ασυνείδητος φόβος της τιμωρίας, που τροφοδοτείται από την προεξάρχουσα συμπεριφορά των γονέων και των δασκάλων. Έτσι, βρισκόμαστε μπρος στο φαινομενικό παράδοξο, ότι δηλαδή ο φόβος οδηγεί το παιδί στο να θέλει να ξεπεράσει το φόβο του.

Ουσιαστικά, η λιμπιντοοικονομικά αναγκαία σκλήρυνση του εγώ πραγματοποιείται στη βάση τριών διαδικασιών:

  1. Ταυτίζεται με την ματαιώνουσα πραγματικότητα, όπως προσωποποιείται στη μορφή του κύριου καταπιεστικού προσώ­που.
  2. Στρέφει ενάντια στον εαυτό την επιθετικότητα, που κινητο­ποιείται ενάντια στο καταπιεστικό πρόσωπο και που παρήγαγε το άγχος.
  3. Αναπτύσσει αντιδραστικές στάσεις απέναντι στις σεξουα­λικές ενορμήσεις, δηλαδή χρησιμοποιεί την ενέργεια αυτών των ενορμήσεων για να εξυπηρετήσει τούς δικούς της σκοπούς — και συγκεκριμένα, για να τις αναχαιτίζει.

Η πρώτη διαδικασία δίνει στη θωράκιση τα σημαντικά της περιεχόμενα. (Το συναισθηματικό μπλοκάρισμα ενός ψυχαναγ­καστικού ασθενή έχει τη σημασία: «Πρέπει να ελέγχω τον εαυτό μου, όπως μου ’λεγε πάντοτε ο πατέρας μου ότι πρέπει να κάνω» — έχει όμως και τη σημασία: «Πρέπει να διασώσω την ευχαρίστησή μου και να γίνω αδιάφορος απέναντι στις απαγορεύσεις του πατέρα μου».)

Η δεύτερη διαδικασία πιθανά δεσμεύει το ουσιαστικότερο στοιχείο της επιθετικής ενέργειας, αποκλείει ένα μέρος του τρόπου κίνησης κι έτσι δημιουργεί έναν ανασταλτικό παράγον­τα του χαρακτήρα.

Η τρίτη διαδικασία αποσύρει μια ορισμένη ποσότητα λίμπιντο από τις απωθημένες λιμπιντικές ενορμήσεις, έτσι που η πίεσή τους μειώνεται. Αργότερα αυτός ο μετασχηματισμός όχι μόνο εξαλείφεται, αλλά και γίνεται περιττός εξαιτίας της ενίσχυσης της παραμένουσας ενεργειακής κάθεξης, που είναι αποτέλεσμα του περιορισμού του τρόπου κίνησης, ικανοποίη­σης και γενικής παραγωγικότητας.

Έτσι, η θωράκιση του εγώ πραγματοποιείται σαν αποτέλε­σμα του φόβου της τιμωρίας, σε βάρος της ενέργειας του id και περιέχει τις απαγορεύσεις και τις προδιαγραφές των γονέων και των δασκάλων. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορεί η χαρακτηρο­λογική διαμόρφωση να εκπληρώσει την οικονομική της λει­τουργία, που είναι η χαλάρωση της πίεσης της απώθησης και, πάνω απ’ όλα, η ενίσχυση του εγώ. το πράγμα, όμως, δεν σταματά εδώ. Αν, από τη μια, αυτή η θωράκιση είναι έστω και παροδικά ικανή ν’ αναχαιτίσει τις παρορμήσεις από τα μέσα, συνιστά, από την άλλη, ένα μακροπρόθεσμο μπλοκάρισμα όχι μόνο ενάντια στα ερεθίσματα από τα έξω, αλλά κι ενάντια σε κάθε παραπέρα παιδαγωγική επιρροή. Εκτός απ’ τις περιπτώ­σεις όπου υπάρχει ανάπτυξη ισχυρού πείσματος, αυτό το μπλοκάρισμα δεν είναι υποχρεωτικό ν’ αποκλείει μια εξωτερική ευπείθεια. θα πρέπει ακόμη να ’χουμε στο νου μας ότι η εξωτερική ευπείθεια, όπως π.χ. Στους παθητικούς-θηλυκούς χαρακτήρες, μπορεί να συνδυάζεται με την πιο μανιασμένη εσωτερική αντίσταση. Στο σημείο αυτό πρέπει ακόμη να τονίσουμε ότι στο ένα άτομο η θωράκιση πραγματοποιείται στην επιφάνεια της προσωπικότητας, ενώ σ’ ένα άλλο άτομο στα βάθη της προσωπικότητας. Στη δεύτερη περίπτωση, η εξωτερική και έκδηλη εμφάνιση της προσωπικότητας δεν είναι η πραγματική, αλλά η φαινομενική της έκφραση. Ο συναισθη­ματικά μπλοκαρισμένος ψυχαναγκαστικός χαρακτήρας κι ο παρανοϊκός-επιθετικός χαρακτήρας είναι παραδείγματα θωράκισης στην επιφάνεια — ο υστερικός χαρακτήρας είναι παράδει­γμα θωράκισης στα βάθη της προσωπικότητας. το βάθος της θωράκισης εξαρτάται από τις συνθήκες παλινδρόμησης και καθήλωσης και αποτελεί ελάσσονα πλευρά του προβλήματος της χαρακτηρολογικής διαφοροποίησης.

Αν, από μια άποψη, η χαρακτηροθωράκιση είναι το αποτέλεσμα της σεξουαλικής σύγκρουσης της παιδικής ηλικίας και ο καθοριστικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε αυτή η σύγκρουση, γίνεται, στις συνθήκες στις οποίες υπόκειται η διαμόρφωση του χαρακτήρα στους δικούς μας πολιτιστικούς κύκλους, η βάση των κατοπινών νευρωσικών συγκρούσεων και των συμπτωματικών νευρώσεων στην πλειοψηφία των περιπτώ­σεων — γίνεται η αντιδραστική βάση του νενροχτικού χαρακτήρα.

Πιο λεπτομερειακή συζήτηση του θέματος θα γίνει αργότερα. Στο σημείο αυτό περιορίζομαι σε μια σύντομη σύνοψη.

Μια προσωπικότητα, που η χαρακτηροδομή της αποκλείει την εγκαθίδρυση μιας σεξοικονομικής ρύθμισης της ενέργειας, είναι η προϋπόθεση κάθε κατοπινής νευρωσικής ασθένειας. Έτσι, οι βασικές συνθήκες της ασθένειας δεν είναι η παιδική σεξουαλική σύγκρουση και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα σαν τέτοια, αλλά ο τρόπος χειρισμοί) τους. Εφόσον, όμως, ο τρόπος χειρισμού αυτών των συγκρούσεων καθορίστηκε κατά μεγάλο μέρος από τη φύση της ίδιας της οικογενειακής σύγκρουσης (ένταση του φόβου της τιμωρίας, μέγεθος της ενστικτικής ικανοποίησης, χαρακτήρας των γονέων, κλπ.) η εξέλιξη του εγώ του μικρού παιδιού μέχρι και την οιδιπόδεια φάση καθορί­ζει, τελικά, το αν ένα άτομο θα γίνει νευρωσικό η αν θα πετύχει μια ρυθμισμένη σεξουαλική οικονομία σα βάση της κοινωνικής και σεξουαλικής του ικανότητας.

Η αντιδραστική βάση του νευρωσικού χαρακτήρα σημαίνει ότι τράβηξε πολύ μακριά και επέτρεψε στο εγώ να γίνει άκαμπτο, με τρόπο που απέκλεισε την επίτευξη ρυθμισμένης σεξουαλικής ζωής και σεξουαλικής εμπειρίας. Οι ασυνείδητες ενστικτικές δυνάμεις αποστερούνται έτσι από κάθε ενεργειακή διέξοδο και η σεξουαλική λίμναση όχι μόνο γίνεται μόνιμη, αλλά και συνεχώς αυξάνει. Στη συνέχεια, διαπιστώνουμε μια σταθερή ανάπτυξη των χαρακτηρολογικών από αντίδραση σχηματισμών (π.χ., ασκητική ιδεολογία, κλπ.) ενάντια στις σεξουαλικές απαιτήσεις, που προχωρά παράλληλα και σε σχέση με συγκαι­ρινές συγκρούσεις σε σημαντικές καταστάσεις της ζωής. έτσι διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος. Η λίμναση αυξάνεται και οδηγεί σε νέους από αντίδραση σχηματισμούς, με τον ίδιο τρόπο όπως και οι φοβικοί προκάτοχοί τους. όμως, η λίμναση αυξάνει πάντοτε πιο γρήγορα από τη θωράκιση, μέχρι πού, τελικά, ο από αντίδραση σχηματισμός δεν επαρκεί πιά για την αναχαίτιση της ψυχικής έντασης. Σ’ αυτό το σημείο είναι που οι απωθημένες σεξουαλικές επιθυμίες αναδύονται και αναχαιτίζονται αμέσως με τον σχηματισμό συμπτωμάτων (διαμόρφωση μιας φοβίας η κάποιου ισοδυνάμου της).

Σ’ αυτή τη νευρωσική διαδικασία, οι διάφορες αμυντικές θέσεις του εγώ αλληλεπικαλύπτονται και συγχωνεύονται. Έτσι, σε μια κάτοψη της προσωπικότητας, βρίσκουμε πλάι-πλάι χαρακτηρολογικές αντιδράσεις οι οποίες, από την άποψη της ανάπτυξης και του χρόνου, ανήκουν σε διαφορετικές περιόδους. Στη φάση της τελικής κατάρρευσης του εγώ, η κάτοψη της προσωπικότητας μοιάζει με τόπο ύστερα από έκρηξη ηφαιστείου, που εκσφενδονίζει ανάμικτα σωρούς πετρωμάτων που ανή­κουν σε διάφορα γεωλογικά στρώματα. όμως, δεν είναι ιδιαίτε­ρα δύσκολο να ξεδιακρίνουμε μέσα σ’ αυτό τον κυκεώνα την κύρια σημασία και τον κύριο μηχανισμό όλων των χαρακτηρο­λογικών αντιδράσεων. με το ξεχώρισμα και την κατανόησή τους οδηγούμαστε κατευθείαν την κεντρική παιδική σύγκρου­ση.

Συνθήκες της διαφοροποίησης του χαρακτήρα

Ποιες συνθήκες, άμεσα αναγνωρίσιμες, μάς δίνουν τη δυνατό­τητα να καταλαβαίνουμε τ( συνιστά τη διαφορά ανάμεσα σε μια υγιή και σε μια παθολογική θωράκιση; Η διερεύνηση της διαμόρφωσης του χαρακτήρα παραμένει στείρα θεωρητικολογία όσο δεν απαντούμε σ’ αυτή την ερώτηση με αρκετά συγκεκριμέ­νο τρόπο, προσφέροντας έτσι κατευθυντήριες γραμμές στο πεδίο της διαπαιδαγώγησης. Στα πλαίσια, όμως, της κυρίαρχης σεξουαλικής ηθικής, τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την ερευνά μας θα φέρουν τον παιδαγωγό, που θέλει ν’ αναθρέψει υγιείς άντρες και γυναίκες, σε πολύ δύσκολη θέση.

Και πρώτα-πρώτα, πρέπει να τονιστεί και πάλι ότι η διαμόρ­φωση του χαρακτήρα εξαρτάται όχι μόνο από το γεγονός ότι το ένστικτο και η ματαίωση συγκρούονται μεταξύ τους, αλλά κι από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αυτό — από τη φάση ανάπτυξης κατά την οποία επισυμβαίνουν αυτές οι διαμορφωτικές του χαρακτήρα συγκρούσεις — κι από το ποια ένστικτα συμμετέχουν σ’ αυτές.

Για μια καλύτερη κατανόηση της κατάστασης, ας προσπαθή­σουμε να διαμορφώσουμε ένα μοντέλο απ’ την αφθονία των συνθηκών που επιδρούν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα. ένα τέτοιο μοντέλο αποκαλύπτει τις ακόλουθες θεμελιακές δυνατό­τητες. το αποτέλεσμα της διαμόρφωσης του χαρακτήρα εξαρτάται από:

  • τη φάση κατά την οποία ματαιώνεται η παρόρμηση·
  • τη συχνότητα κι ένταση των ματαιώσεων-απογοητεύσεων·
  • τις παρορμήσεις ενάντια στις οποίες κατευθύνεται κύρια η ματαίωση·
  • τη σχέση ανάμεσα στην απόλαυση και τη ματαίωση·
  • το φύλο του προσώπου που είναι κύρια υπεύθυνο για τις ματαιώσεις-απογοητεύσεις·
  • τις αντιφάσεις ανάμεσα στις ίδιες τις ματαιώσεις.

Όλες αυτές οι συνθήκες καθορίζονται από την κυρίαρχη

κοινωνική τάξη σε σχέση με την εκπαίδευση, την ηθική και την ικανοποίηση των αναγκών — σε τελευταία ανάλυση, από την κυρίαρχη οικονομική δομή της κοινωνίας.

Ο σκοπός μιας μελλοντικής πρόληψης των νευρώσεων είναι η διαμόρφωση χαρακτήρων, που όχι μόνο να παρέχουν στο εγώ επαρκή υποστήριξη ενάντια στον εσωτερικό κι εξωτερικό κόσμο, αλλά και να επιτρέπουν τη σεξουαλική και κοινωνική ελευθερία κίνησης, που είναι αναγκαία στην ψυχική οικονομία. Έτσι, πρέπει ν’ αρχίσουμε από την κατανόηση των βασικών συνεπειών κάθε ματαίωσης της ικανοποίησης των ενστίκτων του παιδιού.

Κάθε τέτοια ματαίωση, που προκύπτει από τις σημερινές μεθόδους διαπαιδαγώγησης, προκαλεί απόσυρση της λίμπιντο μέσα στο εγώ και, κατά συνέπεια, ενίσχυση του δευτερογενούς ναρκισσισμού. Αυτό αποτελεί ήδη έναν μετασχηματισμό του[1] εγώ, στο μέτρο που παρουσιάζεται αύξηση της ευαισθησίας του εγώ, που εκφράζεται σα δειλία και σαν ανεπτυγμένο αίσθημα άγχους. Αν, όπως συμβαίνει συνήθως, το πρόσωπο, που είναι υπεύθυνο για τη ματαίωση, είναι αγαπημένο, τότε αναπτύσσεται μια αμφιθυμική στάση κι αργότερα ταύτιση μ’ αυτό το πρόσω­πο. Πέρα από την καταστολή, το παιδί εσωτερικεύει ορισμένα γνωρίσματα του χαρακτήρα αυτού του προσώπου — και φυσικά, αυτά ακριβώς τα γνωρίσματα, που στρέφονται ενάντια στο ένστικτό του. Αυτό που συμβαίνει τότε είναι ουσιαστικά η απώθηση του ενστίκτου ή η αντιμετώπισή του με κάποιον άλλο τρόπο.

Όμως, το αποτέλεσμα της ματαίωσης πάνω στον χαρακτήρα εξαρτάται σε μεγάλο μέρος από το πότε ματαιώνεται η παρόρμηση. Αν ματαιωθεί στα αρχικά στάδια της ανάπτυξής της, η απώθηση πετυχαίνει υπερβολικά καλά αν και η νίκη είναι πλήρης, η παρόρμηση δεν μπορεί μήτε να μετουσιωθεί-εξιδανικευθεί, μήτε να ικανοποιηθεί συνειδητά. Π.χ., η πρώτη απώθηση του πρωκτικού ερωτισμού εμποδίζει την ανάπτυξη των πρωκτι­κών εξιδανικεύσεων και προετοιμάζει το έδαφος για βαριούς πρωκτικούς από αντίδραση σχηματισμούς. και το σημαντικότε­ρο, από την άποψη του χαρακτήρα, είναι ότι αυτός ο αποκλει­σμός των παρορμήσεων από τη δομή της προσωπικότητας διαταράσσει τη δραστηριότητά της σα σύνολο. Αυτό φαίνεται, π. χ., σε παιδιά που η επιθετικότητά τους κι η κινητική τους ευχαρίστηση έχουν πρόωρα ανασταλεί — η κατοπινή τους ικανότητα για εργασία ΘΑ είναι κατά συνέπεια μειωμένη.

Στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής της, μια παρόρμηση δεν μπορεί ν’ απωθηθεί ολοκληρωτικά. μια ματαίωση σ’ αυτό το σημείο είναι πολύ πιθανότερο να δημιουργήσει μιαν άλυτη σύγκρουση ανάμεσα στην απαγόρευση και την παρόρμηση. Αν η πλήρως ανεπτυγμένη παρόρμηση συναντήσει κάποια αιφνί­δια, απρόβλεπτη ματαίωση, τότε διαμορφώνεται το έδαφος για την ανάπτυξη μιας παρορμητικής προσωπικότητας.[2] Στην περί­πτωση αυτή, το παιδί δεν αποδέχεται πλήρως την απαγόρευση. Παρόλα αυτά, αναπτύσσει αισθήματα ενοχής, που με τη σειρά τους εντείνουν τις παρορμητικές ενέργειες, μέχρι που τελικά γίνονται ψυχαναγκαστικές παρορμήσεις. Έτσι, βρίσκουμε στους παρορμητικούς ψυχοπαθείς μια αδιαμόρφωτη χαρακτηροδομή, που είναι το αντίθετο της χρείας για επαρκή θωράκιση ενάντια στον εξωτερικό και τον εσωτερικό κόσμο. Είναι χαρακτηριστι­κό στον παρορμητικό τύπο ότι ο από αντίδραση σχηματισμός δε χρησιμοποιείται ενάντια στις παρορμήσεις — αλλά οι ίδιες οι παρορμήσεις (κύρια σαδιστικές) χρησιμοποιούνται σαν άμυνα ενάντια σε φαντασιακές καταστάσεις κινδύνου, όπως κι ενάντια στον κίνδυνο που πηγάζει από τις παρορμήσεις. Έτσι, σαν αποτέλεσμα της άτακτης γενετήσιας δομής, η λιμπιντική οικονομία βρίσκεται σε κακή κατάσταση, η σεξουαλική λίμναση μερικές φορές αυξάνει το άγχος και, μαζί μ’ αυτό, τις χαρακτηρολογικές αντιδράσεις, οδηγώντας συχνά σε κάθε εί­δους υπερβασίες.

Το αντίθετο του παρορμητικού είναι ο ενστικτικά ανεσταλμένος χαρακτήρας. Ενώ ο παρορμητικός τύπος χαρακτηρίζεται από τη σύγκρουση ανάμεσα στο πλήρως ανεπτυγμένο ένστικτο και την αιφνίδια ματαίωση, ο ενστικτικά ανεσταλμένος τύπος χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση ματαιώσεων-απογοητεύσεων και άλλων ανασταλτικών του ενστίκτου παιδαγωγικών μέτρων, από την αρχή μέχρι το τέλος της ενστικτικής του ανάπτυξης. Η χαρακτηροθωράκιση, που αντιστοιχεί σ’ αυτόν, τείνει να είναι άκαμπτη, συμπιέζοντας σημαντικά την ψυχική ευλυγισία του ατόμου, και διαμορφώνει την αντιδραστική βάση για καταθλιπτικές καταστάσεις και ψυχαναγκαστικά συμπτώμα­τα (ανεσταλμένη επιθετικότητα). Όμως, μετατρέπει επίσης τ’ ανθρώπινα όντα σε πειθήνιους, υποτακτικούς πολίτες. Σ’ αυτό έγκειται η κοινωνιολογική της σημασία.

Το φύλο κι ο χαρακτήρας του προσώπου, που είναι το κύρια υπεύθυνο για την ανατροφή ενός ατόμου, έχουν μέγιστη σημασία για τη φύση της κατοπινής σεξουαλικής ζωής αυτού του ατόμου.

Θα αναγάγουμε την πολύ περίπλοκη επιρροή, που εξασκεί πάνω στο παιδί μια αυταρχική κοινωνία, στο γεγονός ότι, σ’ ένα σύστημα διαπαιδαγώγησης στηριγμένο στις οικογενειακές μονάδες, οι γονείς λειτουργούν σαν οι κύριοι εκτελεστές της κοινωνικής επιρροής. ’Εξαιτίας της συνήθως ασυνείδητης σε­ξουαλικής στάσης των γονέων απέναντι στα παιδιά τους, ο πατέρας έχει μεγαλύτερη προτίμηση και μικρότερη ροπή για περιορισμό και διαπαιδαγώγηση της κόρης, ενώ η μητέρα έχει ισχυρότερη προτίμηση και λιγότερη ροπή για περιορισμό και διαπαιδαγώγηση του γιού. Έτσι, η σεξουαλική σχέση καθορί­ζει στις περισσότερες περιπτώσεις το ότι ο γονιός του ίδιου φύλου γίνεται ο πιο υπεύθυνος για την ανατροφή του παιδιού. με την επιφύλαξη ότι, στον πρώτο χρόνο της ζωής του παιδιού και στη μεγάλη πλειοψηφία του εργαζόμενου πληθυσμού, η μητέρα αναλαμβάνει την ανατροφή των παιδιών, μπορεί να ειπωθεί ότι η ταύτιση με το γονιό του ίδιου φύλου κυριαρχεί, δηλαδή η κόρη αναπτύσσει ένα μητρικό κι ο γιός ένα πατρικό εγώ και υπερεγώ. όμως, εξαιτίας της ειδικής διάρθρωσης μερικών οικογενειών η του χαρακτήρα μερικών γονιών, υπάρχουν συχνές παρεκκλίσεις, θα αναφέρουμε μερικά απ’ τα τυπικά υποστρώματα αυτών των άτυπων ταυτίσεων.

Ας αρχίσουμε μελετώντας τις σχέσεις στην περίπτωση των αγοριών. Σε συνηθισμένες συνθήκες, όταν δηλαδή το αγόρι έχει αναπτύξει το απλό οιδιπόδειο σύμπλεγμα, όταν η μητέρα έχει μεγαλύτερη προτίμηση σ’ αυτό και το απογοητεύσει λιγότερο απ’ όσο ο πατέρας, θα ταυτιστεί με τον πατέρα και — αν ο πατέρας έχει ενεργητική κι ανδροπρεπή φύση — θα συνεχίσει ν’ αναπτύσσεται με ανδρικό τρόπο. Αν, από την άλλη, η μητέρα έχει αυστηρή, «ανδρική» προσωπικότητα, αν οι ουσια­στικές απογοητεύσεις πηγάζουν απ’ αυτήν, το αγόρι θα ταυτι­στεί κύρια μ’ αυτήν και, σε συνάρτηση με το ερωτογενές στάδιο, κατά το οποίο του επιβάλλονται οι κύριοι μητρικοί περιορισμοί, θ’ αναπτύξει μια μητρική ταύτιση σε φαλλική η πρωκτική βάση. Πάνω στο έδαφος μιας φαλλικής μητρικής ταύτισης αναπτύσσεται συνήθως ένας φαλλικός-ναρκισσιστικός χαρακτήρας, του οποίου ο ναρκισσισμός κι ο σαδισμός στρέ­φονται κύρια ενάντια στις γυναίκες (Εκδίκηση ενάντια στην αυστηρή μητέρα). Αυτή η στάση είναι η χαρακτηρολογική άμυνα ενάντια στη βαθιά απωθημένη αρχική αγάπη για τη μητέρα — αγάπη που δεν μπόρεσε να συνεχίσει να υπάρχει δίπλα στην ματαιωτική της επιρροή και στην ταύτιση μ’ αυτήν, αλλά κατέληξε σ’ απογοήτευση. Ειδικότερα: αυτή η αγάπη μετατράπηκε στην Ίδια τη χαρακτηρολογική στάση από την οποία μπορεί ν’ απελευθερωθεί με την ανάλυση.

Στη μητρική ταύτιση σε πρωκτική βάση, ο χαρακτήρας έχει γίνει παθητικός και θηλυκός — απέναντι στις γυναίκες, αλλά όχι απέναντι στους άντρες. Τέτοιες ταυτίσεις αποτελούν συχνά τη βάση μιας μαζοχιστικής διαστροφής με τη φαντασίωση μιας αυστηρής γυναίκας. Αυτή η χαρακτηρολογική διαμόρφωση χρησιμεύει συνήθως σαν άμυνα ενάντια στις φαλλικές επιθυμίες οι οποίες, για ένα μικρό διάστημα, στρέφονταν έντονα προς τη μητέρα κατά την παιδική ηλικία. Ο φόβος του ευνουχισμού από τη μητέρα προσφέρει στήριγμα στην πρωκτική ταύτιση μ’ αυτήν. Η πρωκτικότητα είναι η ειδοποιός ερωτογενής βάση αυτής της χαρακτηρολογικής διαμόρφωσης.

Ο παθητικός-θηλυκός χαρακτήρας σ’ έναν άντρα βασίζεται πάντα σε μια ταύτιση με τη μητέρα. μια και στην περίπτωση αυτή ο γονιός που ματαιώνει είναι η μητέρα, αυτή είναι και το αντικείμενο του φόβου, που γεννά αυτή τη στάση. Υπάρχει όμως κι ένας άλλος τύπος παθητικού-θηλυκού χαρακτήρα, που προκύπτει από την υπερβολική αυστηρότητα από τη μεριά του πατέρα. Αυτό γίνεται με τον εξής τρόπο: φοβούμενο την πραγμάτωση των γενετήσιων επιθυμιών του, το αγόρι οπισθοδρομεί από την αρσενική-φαλλική θέση στη θηλυκή-πρωκτική θέση, ταυτίζεται εκεί με τη μητέρα και υιοθετεί μια παθητική- θηλυκή στάση απέναντι στον πατέρα του και αργότερα απέναν­τι σ’ όλα τα πρόσωπα με κύρος κι εξουσία. Η υπερβολική ευγένεια και υποχωρητικότητα, η μαλθακότητα και μια τάση για ύπουλη συμπεριφορά είναι χαρακτηριστικές σ’ αυτό τον τύπο. Χρησιμοποιεί τη στάση του για ν’ αποκρούει τις ενεργητικές αρσενικές παρορμήσεις και πάνω απ’ όλα το απωθημένο μίσος του για τον πατέρα. Πλάι-πλάι με την de facto παθητική-θηλυκή του φύση (μητρική ταύτιση στο επίπεδο του εγώ), έχει ταυτιστεί με τον πατέρα του στο ιδανικό του εγώ του (πατρική ταύτιση στο επίπεδο του υπερεγώ και του ιδανικού του εγώ). όμως, δεν είναι ικανό να πραγματώσει αυτή την ταύτιση, γιατί του λείπει μια φαλλική θέση. θα είναι πάντοτε θηλυκό και θα θέλει να ’ναι αρσενικό. ένα έντονο σύμπλεγμα κατωτερότητας, αποτέλεσμα της έντασης ανάμεσα στο θηλυκό εγώ και στο αρσενικό ιδανικό του εγώ, θα βάζει πάντα τη σφραγίδα της καταπίεσης (μερικές φορές της ταπεινότητας) στην προσωπικό­τητά του. Αυτή η βαριά διαταραχή της ικανότητας, που πάντοτε υπάρχει σε τέτοιες περιπτώσεις, δίνει στην όλη κατάσταση μια λογική δικαιολογία.

Αν συγκρίνουμε τον τύπο αυτό μ’ εκείνον που ταυτίζεται με τη μητέρα σε φαλλική βάση, βλέπουμε ότι ο φαλλικός ναρκισ­σιστικός χαρακτήρας κατορθώνει ν’ αποκρούει ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας, που προδίδεται μόνο στο μάτι του ειδικού. το σύμπλεγμα κατωτερότητας του παθητικού-θηλυκού χαρακτήρα, από την άλλη, είναι διάφανο. Η διαφορά έγκειται στη βασική ερωτογενή δομή. Η φαλλική λίμπιντο επιτρέπει μια πλήρη αναπλήρωση όλων των στάσεων που δεν συμφωνούν με το αρσενικό (δανικό του εγώ, ενώ η πρωκτική λίμπιντο, όταν κατέχει την κεντρική θέση στη σεξουαλική δομή του άντρα, αποκλείει μια τέτοια αναπλήρωση.

Το αντίστροφο ισχύει στο κορίτσι: ένας υποχωρητικός, ενδοτικός πατέρας είναι πιο πιθανό να συμβάλλει στην εγκαθίδρυση ενός θηλυκού χαρακτήρα, παρά ένας πατέρας αυστηρός η βίαιος. Πολυάριθμες κλινικές συγκρίσεις δείχνουν ότι ένα κορίτσι συνήθως αντιδρά σ’ ένα βίαιο πατέρα με τον σχηματι­σμό ενός έντονα αρσενικού χαρακτήρα. Ο πανταχού παρών φθόνος του πέους ενεργοποιείται και μορφοποιείται σ’ ένα σύμπλεγμα αρρενωπότητας μέσα από χαρακτηρολογικές μετα­βολές του εγώ. Στην περίπτωση αυτή η αρσενική-επιθετική φύση χρησιμεύει σαν θωράκιση ενάντια στην παιδική θηλυκή στάση απέναντι στον πατέρα, που χρειάστηκε ν’ απωθηθεί εξαιτίας της ψυχρότητας και της τραχύτητάς του. Αν, απ’ την άλλη, ο πατέρας δείχνει ευγένεια και αγάπη, το κοριτσάκι μπορεί να διατηρήσει και, μ’ εξαίρεση τις αισθησιακές συνι­στώσες, ακόμη και ν’ αναπτύξει την αντικειμενοτρόπο αγάπη του σε μεγάλο βαθμό. δεν είναι απαραίτητο να ταυτιστεί με τον πατέρα. Βέβαια, κι αυτή θ’ αναπτύξει συνήθως φθόνο του πέους. όμως, μια και οι ματαιώσεις-απογοητεύσεις στην ετεροφυλοφιλική σφαίρα είναι σχετικά αδύναμες, ο φθόνος του πέους δεν έχει σημαντικές επιπτώσεις στη διαμόρφωση του χαρακτήρα. Έτσι, βλέπουμε ότι το αν η τάδε η ή δείνα γυναίκα έχει φθόνο του πέους δεν παίζει σημαντικό ρόλο. το σημαντικό είναι το πώς αυτό επιδρά στον χαρακτήρα και το αν παράγει συμπτώμα­τα. το αποφασιστικό στοιχείο σ’ αυτόν τον τύπο είναι η παρουσία μιας μητρικής ταύτισης — πράγμα που εκφράζεται σε γνωρίσματα του χαρακτήρα που τ’ αποκαλούμε «θηλυκά».

Η διατήρηση αυτής της χαρακτηροδομής εξαρτάται απ’ την προϋπόθεση ότι ο κολπικός ερωτισμός γίνεται μόνιμο τμήμα της θηλυκότητας στην εφηβεία. Στην ηλικία αυτή, σοβαρές απογοητεύσεις από τον πατέρα η πατρικά πρότυπα μπορούν να προκαλέσουν την πατρική ταύτιση, που δεν πραγματοποιήθηκε κατά την παιδική ηλικία, να ενεργοποιήσουν τον λανθάνοντα φθόνο του πέους και, σ’ αυτό το ύστερο στάδιο, να οδηγήσουν σ’ έναν μετασχηματισμό του χαρακτήρα σε αρσενική κατεύθυν­ση. Πολύ συχνά παρατηρούμε κάτι τέτοιο σε κορίτσια, που απωθούν τις ετεροφυλοφιλικές τους επιθυμίες για ηθικούς λόγους (ταύτιση με την αυταρχική, ηθικολόγο μητέρα) κι έτσι επιφέρουν την απογοήτευσή τους από τούς άντρες. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτών, αυτές οι κατά τα αλλά θηλυκές γυναίκες τείνουν ν’ αναπτύξουν μια υστερική φύση. Υπάρχει μια συνεχής γενετήσια παρόρμηση προς το αντικείμενο (φιλαρέσκεια) και μια οπισθοχώρηση, που συνοδεύεται από την ανάπτυξη γενετήσιου άγχους, όταν η κατάσταση απειλεί να γίνει σοβαρή (υστερικό γενετήσιο άγχος). Ο υστερικός χαρα­κτήρας στη γυναίκα λειτουργεί σαν προστασία ενάντια στις ίδιες της τις γενετήσιες επιθυμίες κι ενάντια στην αρσενική επιθετικότητα προς το αντικείμενο. Αυτό θα συζητηθεί λεπτο­μερέστερα παρακάτω.

Μερικές φορές στην πρακτική μας, συναντάμε μια ειδική περίπτωση, δηλαδή μια αυστηρή και τραχιά μητέρα, που ανατρέφει μια κόρη, της οποίας ο χαρακτήρας δεν είναι μήτε αρσενικός μήτε θηλυκός, αλλά παραμένει παιδικός η υποστρέφει αργότερα στην παιδικότητα. μια τέτοια μητέρα δεν πρόσφερε στο παιδί της αρκετή αγάπη. Η αμφιθυμική σύγκρουση σε σχέση με τη μητέρα είναι σημαντικά ισχυρότερη στην πλευρά του μίσους από το φόβο του οποίου το παιδί αποσύρεται στη στοματική φάση της σεξουαλικής ανάπτυξης. το κορίτσι θα μισήσει τη μητέρα στο γενετήσιο επίπεδο, θ’ απωθήσει το μίσος του, και, αφού υιοθετήσει μια στοματική στάση, θα το μετατρέψει σε αντιδραστική αγάπη και σε παραλυτική εξάρτηση από τη μητέρα. Τέτοιες γυναίκες αναπτύσσουν μια ιδιαίτερα προσκολλητική στάση απέναντι στις πιο ηλικιωμένες η παντρε­μένες γυναίκες, προσκολλώνται σ’ αυτές με μαζοχιστικό τρόπο, έχουν την τάση να γίνουν παθητικές ομοφυλόφιλες (αιδοιολειξία στην περίπτωση σχηματισμού διαστροφών), επιζητούν την φροντίδα από πιο ηλικιωμένες γυναίκες, αναπτύσσουν πολύ μικρό ενδιαφέρον για τους άντρες και σ’ όλες τους τις ενέργειες εμφανίζουν «παιδιάστικη συμπεριφορά». Αυτή η στάση, όπως και κάθε άλλη χαρακτηρολογική στάση, είναι μια θωράκιση ενάντια στις απωθημένες επιθυμίες και μια άμυνα ενάντια στα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου. Εδώ ο χαρακτήρας χρησι­μεύει σαν στοματική άμυνα ενάντια στις έντονες τάσεις μίσους που στρέφονται ενάντια στη μητέρα, πίσω από τις οποίες μόλις και μετά βίας διακρίνεται η εξίσου αναχαιτιζόμενη ομαλή θηλυκή στάση απέναντι στο αρσενικό.

Μέχρι τα τώρα εστιάσαμε την προσοχή μας μόνο στο γεγονός ότι το φύλο του προσώπου, που είναι κύρια υπεύθυνο για τις ματαιώσεις των σεξουαλικών επιθυμιών του παιδιού, παίζει ουσιαστικό ρόλο στη διάπλαση του χαρακτήρα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θίξαμε τον χαρακτήρα του ενηλίκου μόνο στο μέτρο που μιλούσαμε για «αυστηρή» ή «ήπια» επιρροή. Όμως, η διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού, από μια άλλη αποφασιστική άποψη, εξαρτάται από τη φύση των γονιών, που με τη σειρά της καθορίστηκε από γενικές και ειδικές κοινωνι­κές επιδράσεις. Μεγάλο μέρος απ’ αυτό που η επίσημη ψυχια­τρική θεωρεί σαν κληρονομούμενο (και το οποίο, παρεμπιπτόν­τως, δεν μπορεί να εξηγήσει) αποδείχνεται μετά από αρκετά βαθιά ανάλυση ότι είναι αποτέλεσμα πρώιμων συγκρουόμενων ταυτίσεων.

Δεν αρνούμαστε το ρόλο που παίζει η κληρονομικότητα στον καθορισμό των τρόπων αντίδρασης. το νεογέννητο παιδί έχει το «χαρακτήρα» του — αυτό είναι ξεκάθαρο. Λέμε, όμως, ότι το περιβάλλον είναι αυτό που ασκεί την αποφασιστική επίδραση και καθορίζει αν μια υπάρχουσα κλίση θ’ αναπτυχθεί και θα ενισχυθεί η δε θα της επιτραπεί να εκδηλωθεί καθόλου. το ισχυρότερο επιχείρημα ενάντια στην άποψη ότι ο χαρακτήρας είναι έμφυτος το παρέχουν οι ασθενείς, των οποίων η ανάλυση αποδείχνει ότι μέχρι μια ορισμένη ηλικία υπήρχε ένας ορισμένος τρόπος αντίδρασης και στη συνέχεια αναπτύχθηκε ένας ολότελα διαφορετικός χαρακτήρας. Π.χ., στην αρχή μπορεί να ήταν κάποιος ευερέθιστος κι ενθουσιώδης κι αργότερα να έγινε καταθλιπτικός — η πεισματικά δραστήριος και στη συνέχεια ήσυχος και ανεσταλμένος. Αν και φαίνεται πολύ πιθανό ότι μια ορισμένη βασική προσωπικότητα είναι έμφυτη και δύσκολα μεταβάλλεται, ο υπερτονισμός του κληρονομικού παράγοντα πηγάζει αναμφίβολα από τον ασυνείδητο φόβο των συνεπειών μιας ορθής εκτίμησης της επίδρασης που ασκεί η διαπαιδαγώ­γηση.

Αυτή η αντιδικία δεν πρόκειται να βρει λύση προτού κάποιο σημαντικό ινστιτούτο αποφασίσει να διεξαγάγει ευρύτατα πει­ράματα — π.χ., ν’ απομονώσει καμιά εκατοστή παιδιά ψυχοπα­θών γονέων αμέσως μετά τη γέννησή τους, να τα τοποθετήσει σ’ ομοιόμορφο παιδαγωγικό περιβάλλον και να συγκρίνει αργότε­ρα τ’ αποτελέσματα με τ’ αντίστοιχα μιας άλλης εκατοντάδας παιδιών, που να έχουν ανατραφεί σε ψυχοπαθές περιβάλλον.

Αν ανασκοπήσουμε και πάλι σύντομα τις βασικές χαρακτη­ροδομές που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω, βλέπουμε ότι όλες έχουν ένα κοινό στοιχείο: όλες υποκινούνται από τη σύγκρου­ση που προκύπτει από τη σχέση γονιού-παιδιού. Αποτελούν μια προσπάθεια επίλυσης αυτής της σύγκρουσης με ειδικό τρόπο και διαιώνισης αυτής της λύσης. Κάποτε ο Φρόυντ είπε ότι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα καταβυθίζεται από το άγχος του ευνουχισμού. Μπορούμε τώρα να προσθέσουμε ότι πράγματι καταβυθίζεται, αλλά αναδύεται ξανά με διαφορετική μορφή. το οιδιπόδειο σύμπλεγμα μετασχηματίζεται σε χαρακτηρολογικές αντιφάσεις οι οποίες, από τη μια, προεκτείνουν τα κύρια χαρακτηριστικά του με διαστρεβλωμένο τρόπο και, από την άλλη, συνιστούν από αντίδραση σχηματισμούς ενάντια στα βασικά του στοιχεία.

Συνοψίζοντας, μπορούμε επίσης να πούμε ότι ο νευρωσικός χαρακτήρας, τόσο στα περιεχόμενα όσο και στη μορφή του, διαμορφώνεται απ’ άκρη σ’ άκρη με συμβιβασμούς, όπως ακριβώς και το σύμπτωμα. Περιέχει την παιδική ενστικτική απαίτηση και την άμυνα, η οποία ανήκει στο ίδιο η σε διαφορετικό στάδιο ανάπτυξης. Η βασική παιδική σύγκρουση εξακολουθεί να υπάρχει, μετασχηματισμένη σε στάσεις που εμφανίζονται με οριστική μορφή, σαν αυτοματικοί τρόποι αντίδρασης, που έχουν γίνει χρόνιοι και από τούς οποίους αργότερα θα πρέπει να λαγαριστεί με την ανάλυση.

Με βάση αυτή τη γνώση μιας φάσης της ανθρώπινης ανάπτυξης, είμαστε σε θέση ν’ απαντήσουμε σ’ ένα ερώτημα που έθεσε ο Φρόυντ: υπάρχουν απωθημένα στοιχεία που διατη­ρούνται σαν διπλότυπα, σαν μνημονικά ίχνη, η κάπως αλλιώς; Μπορούμε τώρα να καταλήξουμε προσεχτικά στο συμπέρασμα ότι αυτά τα στοιχεία της παιδικής εμπειρίας, τα οποία δεν ενσωματώνονται στο χαρακτήρα, διατηρούνται σαν συγκινησι­ακά φορτισμένα μνημονικά ίχνη — ενώ τα στοιχεία εκείνα, που απορροφώνται κι αποτελούν τμήμα του χαρακτήρα, διατηρούν­ται σαν τωρινός τρόπος αντίδρασης. όσο σκοτεινή κι αν είναι αυτή η διαδικασία, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για το «λειτουργικό συνεχές», γιατί στην αναλυτική θεραπεία κατορ­θώνουμε να αναγάγουμε αυτές τις χαρακτηρολογικές διαμορφώ­σεις στα πρωταρχικά τους συστατικά. το ζήτημα δεν είναι τόσο να ξαναφέρουμε στην επιφάνεια αυτό που έχει βυθιστεί, όπως π.χ. στην περίπτωση της υστερικής αμνησίας. Η διαδικασία μοιάζει περισσότερο με την απομόνωση ενός στοιχείου από μια χημική ένωση. Τώρα είμαστε επίσης σε θέση να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί, σ’ ορισμένες οξυμένες περιπτώσεις χαρακτηρο­νευρώσεων, δεν μπορούμε να εξαλείψουμε την οιδιπόδεια σύγ­κρουση όταν αναλύουμε μόνο το περιεχόμενο. Ο λόγος είναι ότι η οιδιπόδεια σύγκρουση δεν υπάρχει πιά στο παρόν, αλλά σ’ αυτήν μπορούμε να φτάσουμε μόνο μέσα από την αναλυτική κατάλυση των μορφικών τρόπων αντίδρασης.

Η ακόλουθη κατάταξη των κύριων τύπων, βασισμένη στην απομόνωση των ειδοποιά παθογόνων από τα ειδοποιά προσανα­τολισμένα στην πραγματικότητα ψυχικά δυναμικά, κάθε άλλο παρά είναι θεωρητικό χασομέρι. Χρησιμοποιώντας αυτές τις διαφοροποιήσεις σαν αφετηρία μας, θα προσπαθήσουμε να φτάσουμε σε μια θεωρία της ψυχικής οικονομίας, που θα μπορού­σε να έχει πρακτική χρησιμότητα στον τομέα της διαπαιδαγώ­γησης. Φυσικά, ‘ή κοινωνία πρέπει να κάνει εφικτή και να ενθαρρύνει (ή ν’ απορρίψει) την πρακτική εφαρμογή μιας τέτοιας θεωρίας. Η σημερινή κοινωνία, με την αρνητική απέναντι στο σεξ ηθική της και την ανικανότητά της να εξασφαλίσει στις μάζες των μελών της μια έστω και περιορι­σμένη οικονομική κατάσταση ύπαρξης, είναι ανίσχυρη τόσο ν’ αναγνωρίσει αυτές τις δυνατότητες, όσο και να τις εφαρμόσει στην πράξη. Αυτό γίνεται αμέσως ολοφάνερο όταν, κάπως πρωτύτερα, λέμε ότι ο γονικός δεσμός, η καταστολή του αυνανισμού στην πρώιμη παιδική ηλικία, η απαίτηση για εγκράτεια στην εφηβεία και ο εξαναγκαστικός εγκλεισμός των σεξουαλικών ενδιαφερόντων στον (σήμερα κοινωνιολογικά δι­καιολογημένο) θεσμό του γάμου αντιπροσωπεύουν το άκρο αντίθετο των συνθηκών, που είναι απαραίτητες για την εγκαθί­δρυση και την ολοκλήρωση της σεξοικονομικής ψυχικής οικονομίας. Η κυρίαρχη σεξουαλική ηθική δεν μπορεί παρά να διαμορφώνει το έδαφος για τις νευρώσεις στο χαρακτήρα. Η σεξουαλική και ψυχική οικονομία είναι αδύνατη με την ηθική που τόσο μανιασμένα υποστηρίζεται σήμερα. Αυτή είναι μια από τις αδυσώπητες κοινωνικές συνέπειες της ψυχαναλυτικής διερεύνησης των νευρώσεων.

[1] Σημείωση του 1945. Στη γλώσσα της οργονικής βιοφυσικής: η συνεχής ματαίωση των πρωταρχικών φυσικών αναγκών οδηγεί στη χρόνια σύσπαση του βιοσυστήματος (μυϊκή θωράκιση, συμπαθητικοτονία, κλπ.). Η σύγκρουση ανάμεσα στις ανεσταλμένες πρωταρχικές ενορμήσεις και τη θωράκιση οδηγεί στην ανάπτυξη δευτερογενών, αντικοινωνικών ενορμήσεων (σαδισμός, κ.λπ.). Στη διαδικασία ανάδυσης μέσα από τη θωράκιση, οι πρωταρχικές βιολογικές παρορμήσεις μετατρέπονται σε καταστροφικές σαδιστικές παρορμήσεις.

[2] Βλέπε: Ράιχ, Die Triebhafte Charakter, Διεθνείς Ψυχαναλυτικές εκδόσεις, 1925.