Ο γενετήσιος χαρακτήρας και ο νευρωτικός χαρακτήρας

Από το βιβλίο Η ανάλυση του χαρακτήρα, του Βίλχελμ Ράιχ, M.D., μτφρ. Νίκος Σιδέρης, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981.

Ο Γενετήσιος χαρακτήρας και ο Νευρωτικός χαρακτήρας

(Η σεξοικονομική λειτουργία της χαρακτηροθωράκισης)

  1. Χαρακτήρας και Σεξουαλική λίμναση

Και τώρα στρέφουμε την προσοχή μας στο γιατί διαμορφώνε­ται ένας χαρακτήρας και στην οικονομική λειτουργία του χαρακτήρα.

Η μελέτη της δυναμικής λειτουργίας των χαρακτηρολογικών αντιδράσεων και του σκόπιμου τρόπου λειτουργίας τους ανοίγει το δρόμο για την απάντησή στο πρώτο ερώτημα: κατά κύριο λόγο, ο χαρακτήρας αποδεικνύεται ότι είναι ίνας ναρκισσιστικός μηχανισμός άμυνας.[1] Έτσι φαίνεται λογικό να δεχτούμε ότι, αν ο χαρακτήρας χρησιμεύει ουσιαστικά στην προστασία του εγώ, π.χ. Στην αναλυτική κατάσταση, τότε πρέπει να αναπτύχθηκε σαν μηχανισμός με προορισμό την απόκρουση κάποιου κινδύ­νου. και η ανάλυση του χαρακτήρα του κάθε ατόμου δείχνει, όταν ο αναλυτής πετυχαίνει να διεισδύσει στο τελικό στάδιο ανάπτυξης του χαρακτήρα, δηλαδή στο οιδιπόδειο στάδιο, ότι ο χαρακτήρας πλάστηκε κάτω από την επίδραση των κινδύνων που απειλούν απ’ τον εξωτερικό κόσμο, από τη μια, και των πιεστικών απαιτήσεων του id, από την άλλη.

Με βάση τη θεωρία του Λαμάρκ, ο Φρόιντ και ιδιαίτερα ο Φερέντσι έκαναν τη διάκριση ανάμεσα στην αυτοπλαστική και την αλλοπλαστική προσαρμογή στα πλαίσια της ψυχικής ζωής. Αλλοπλαστική σημαίνει ότι ο οργανισμός μεταβάλλει το περιβάλλον (τεχνολογία και πολιτισμός) — ενώ αυτοπλαστική ότι ο ίδιος ο οργανισμός μεταβάλλεται. και στις δύο περιπτώ­σεις, σκοπός είναι η επιβίωση. Με βιολογικούς όρους, η διαμόρφωση του χαρακτήρα είναι μια αυτοπλαστική λειτουρ­γία, που τη βάζουν σε κίνηση τα ενοχλητικά και δυσάρεστα ερεθίσματα από τον έξω κόσμο (δομή της οικογένειας). ’Εξαιτίας της σύγκρουσης ανάμεσα στο id και τον εξωτερικό κόσμο (που περιορίζει η και πλήρως ματαιώνει την λιμπιντική ικανοποίηση) και υποκινούμενος από το πραγματικό άγχος, που γεννά αυτή η σύγκρουση, ο ψυχικός μηχανισμός ανεγείρει ένα προστατευτικό φράγμα ανάμεσα στον έξω κόσμο και στον εαυτό του. Για να κατανοήσουμε αυτή τη διαδικασία, που μόνο αδρά σκιαγραφήθηκε εδώ, πρέπει να μεταθέσουμε για λίγο την προσοχή μας από τη δυναμική και οικονομική στην τοπική άποψη.

Ο Φρόιντ μάς δίδαξε ν’ αντιλαμβανόμαστε το εγώ, δηλαδή, αυτό το τμήμα του ψυχικού οργανισμού το οποίο στρέφεται προς τον εξωτερικό κόσμο και είναι συνεπώς εκτεθειμένο, σαν όργανο με προορισμό την απόκρουση ερεθισμάτων. Εδώ πραγματοποιείται η διαμόρφωση του χαρακτήρα. Ο Φρόιντ με τρόπο σαφέστατο και κατατοπιστικό περιέγραψε την πάλη, στην οποία το εγώ, σαν ρυθμιστικός μηχανισμός ανάμεσα στο id και τον εξωτερικό κόσμο (ή ανάμεσα στο id και το υπερεγώ), είναι υποχρεωμένο να εμπλέκεται. Το πιο σημαντικό, σε σχέση με αυτή την πάλη, είναι ότι το εγώ, στις προσπάθειές του να μεσολαβεί ανάμεσα στ’ αντιμαχόμενα μέρη με σκοπό την επιβίωση, ενδοβάλλει τα καταπιεστικά αντικείμενα του εξωτερι­κού κόσμου, δηλαδή αυτά ακριβώς τα αντικείμενα που ματαιώ­νουν την αρχή της ηδονής του id και τα διατηρεί σαν ηθικούς διαιτητές, σαν υπερεγώ. Έτσι, η ηθική του εγώ είναι μια συνιστώσα, που δεν προέρχεται από το id, δηλαδή δεν αναπτύσσεται μέσα στα πλαίσια του ναρκισσιστικού λιμπιντικού οργανισμού — αλλά είναι μάλλον ένα ξένο στοιχείο, που προέρχεται από τον επεμβατικό και απειλητικό εξωτερικό κόσμο.

Η ψυχαναλυτική θεωρία των ενστίκτων θεωρεί τον αρχέγονο ψυχικό οργανισμό σαν ένα ανάκατο μίγμα πρωτόγονων αναγκών, που προέρχονται από σωματικές καταστάσεις διέγερσης. Καθώς ο ψυχικός οργανισμός αναπτύσσεται, αναδύεται το εγώ σαν ιδιαίτερο τμήμα του και παρεμβαίνει ανάμεσα σ’ αυτές τις πρωτόγονες ανάγκες, από τη μια, και τον εξωτερικό κόσμο, από την άλλη. Για να το δείξουμε αυτό πιο παραστατικά, ας κοιτάξουμε τα πρωτόζωα. Σ’ αυτά βρίσκουμε, π.χ., τα ριζόποδα, που προστατεύονται απ’ τον εξωτερικό κόσμο με τη βοήθεια μιας θωράκισης από ανόργανα υλικά, που συναρμολογείται με τη χημική εξάλειψη του πρωτοπλάσματος. Μερικά απ’ αυτά τα πρωτόζωα διαμορφώνουν ένα κέλυφος περιελισσόμενο όπως αυτό του σαλιγκαριού — αλλά πάλι ένα κέλυφος κυκλικό εξοπλισμένο με αγκάθια. Σε σύγκριση με την αμοιβάδα, η κινητικότητα αυτών των θωρακισμένων πρωτοζώων είναι ση­μαντικά περιορισμένη. Η επαφή τους με τον έξω κόσμο έχει περιοριστεί στα ψευδοπόδια τα όποια, για να εξυπηρετούν την κίνηση και τη διατροφή, μπορούν ν’ απλώνονται έξω και να ξανατραβιούνται μέσα από μικρές τρύπες της θωράκισης. Συχνά θα μάς εξυπηρετήσει η χρήση αυτής της σύγκρισης.

Μπορούμε ν’ αντιληφθούμε το χαρακτήρα του εγώ — ίσως και το φροϊδικό εγώ γενικά — σαν μια θωράκιση που προστα­τεύει το id από τα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου. με τη φροϊδική έννοια, το εγώ είναι ένας δομικός παράγοντας. Λέγοντας χαρακτήρα εννοούμε εδώ μόνο την εξωτερική μορφή αυτού του παράγοντα, αλλά και το σύνολο όλων των στοιχείων, που μορφοποιούνται από το εγώ σαν τυπικοί τρόποι αντίδρασης — δηλαδή, τρόποι αντίδρασης που χαρακτηρίζουν μια ιδιαίτε­ρη προσωπικότητα. Λέγοντας χαρακτήρα, με λίγα λόγια, εννο­ούμε έναν στην ουσία δυναμικά καθορισμένο παράγοντα, έκδηλον στο χαρακτηριστικό φέρσιμο ενός ατόμου: στο περπάτημα, στην έκφραση του προσώπου, στο βλέμμα, στον τρόπο ομιλίας, και σ’ άλλους τρόπους συμπεριφοράς. Αυτός ο χαρακτήρας του εγώ πλάθεται από στοιχεία του εξωτερικού κόσμου, από απαγο­ρεύσεις, ενστικτικές αναστολές και τις πιο ποικίλες μορφές ταυτίσεων. Έτσι, λοιπόν, τα υλικά στοιχεία της χαρακτηροθωράκισης προέρχονται από τον εξωτερικό κόσμο, από την κοινωνία. πριν καταπιαστούμε με το ζήτημα του συνεκτικού υλικού, δηλαδή, της δυναμικής διαδικασίας που συγκροτεί συνενωμένα τα στοιχεία αυτής της θωράκισης, πρέπει να τονίσουμε ότι η προστασία από τον εξωτερικό κόσμο, το κεντρικό κίνητρο για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα, σίγουρα δεν αποτελεί την κατοπινή κύρια λειτουργία του χαρακτήρα. Ο πολιτισμένος άνθρωπος έχει άφθονα μέσα προστασίας του από τούς πραγματικούς κινδύνους του εξωτερικού κόσμου — και συγκεκριμένα τούς κοινωνικούς θεσμούς σε όλες τις μορφές τους. Ακόμη, όντας ένας πολύ αναπτυγμένος οργανισμός, διαθέτει έναν μυϊκό μηχανισμό, που του δίνει τη δυνατότητα να τρέπεται σε φυγή η να μάχεται και μια νόηση, που του δίνει τη δυνατότητα να διαβλέπει τούς κινδύνους και να τούς αποφεύγει. Οι προστατευτικοί μηχανισμοί του χαρακτήρα αρχίζουν να λειτουργούν με ιδιαίτερο τρόπο όταν γίνεται αίσθητό το εσωτερικό άγχος, είτε εξαιτίας κάποιας εσωτερικής κατάστασης ερεθισμού, είτε εξαιτίας κάποιου εξωτερικού ερεθίσματος που σχετί­ζεται με την ενστικτική συσκευή. Όταν συμβαίνει αυτό, ο χαρακτήρας πρέπει να αντιμετωπίσει το παρόν (λιμναστικό) άγχος, που γεννιέται από την ενέργεια της παρεμποδιζόμενης ενόρμησης.

Η σχέση ανάμεσα στο χαρακτήρα και την απώθηση μπορεί να παρατηρηθεί κατά την ακόλουθη διαδικασία: η αναγκαιότη­τα απώθησης των ενστικτικών απαιτήσεων θέτει σε κίνηση τη διαμόρφωση του χαρακτήρα. Απ’ τη στιγμή, όμως, που ο χαρακτήρας έχει πλαστεί, μειώνει την ανάγκη απώθησης απορ­ροφώντας ενστικτικές ενέργειες — που είναι ελεύθερα επιπλέουσες στην περίπτωση των συνηθισμένων απωθήσεων — μέσα στην Ίδια τη χαρακτηρολογική διαμόρφωση. Η διαμόρφωση ενός χαρακτηρολογικού γνωρίσματος υποδηλώνει, λοιπόν, ότι μια σύγκρουση, στην οποία συμπεριλαμβανόταν κάποια απώθη­ση, έχει επιλυθεί: είτε η ίδια η διαδικασία της απώθησης έχει καταστεί άχρηστη, είτε μια αρχέγονη απώθηση έχει μετατραπεί σε κάποιο σχετικά άκαμπτο, δικαιολογούμενο απ’ το εγώ σχηματισμό. Έτσι, λοιπόν, η διαδικασία της διαμόρφωσης του χαρακτήρα συμβαδίζει απόλυτα με την τάση του εγώ για ενοποίηση των παρορμήσεων του ψυχικού οργανισμού. Αυτά τα γεγονότα εξηγούν το γιατί οι απωθήσεις, που έχουν οδηγήσει σε άκαμπτα γνωρίσματα του χαρακτήρα, είναι πολύ πιο δύσκο­λο να εξαλειφθούν παρά αυτές π.χ. που παράγουν ένα σύμπτω­μα.

Υπάρχει μια καθορισμένη σχέση ανάμεσα στην αρχική ώθηση για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα, δηλαδή, την προ­στασία από συγκεκριμένους κινδύνους, και την τελική του λειτουργία, δηλαδή, την προστασία από τούς ενστικτικούς κινδύνους, το λιμναστικό άγχος και την απορρόφηση ενστικτικών ενεργειών. Οι κοινωνικές διαρρυθμίσεις και ιδιαίτερα η μετάβαση από τις πρωτόγονες κοινωνικές οργανώσεις στον πολιτισμό επέφεραν πολλούς περιορισμούς στις λιμπιντικές και άλλες ικανοποιήσεις. Η μέχρι τα τώρα εξέλιξη της ανθρωπό­τητας χαρακτηρίζεται από αυξανόμενους σεξουαλικούς περιορι­σμούς. Ιδιαίτερα η ανάπτυξη του πατριαρχικού πολιτισμού και η σημερινή κοινωνία πάνε χέρι-χέρι με τον αυξανόμενο κατατε­μαχισμό και καταστολή της γενετησιότητας. Όσο περισσότερο συνεχίζεται αυτή η διαδικασία, τόσο πιο απόμακρες γίνονται οι αίτιες του πραγματικού άγχους. Στο κοινωνικό επίπεδο, όμως, οι πραγματικοί κίνδυνοι για τη ζωή των ατόμων έχουν αυξηθεί. Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι και η ταξική πάλη ξεπερνούν και τούς κινδύνους της πρωτόγονης εποχής. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε το ότι ο πολιτισμός πρόσφερε το πλεονέκτημα της ασφάλειας σε διάφορες ξεχωριστές καταστάσεις. Όμως, αυτό το όφελος έχει και τις αρνητικές του πλευρές. Για ν’ αποφύγει το πραγματικό άγχος, ο άνθρωπος χρειάστηκε να περιορίσει τα ένστικτά του. Δεν μπορεί κανείς να δώσει διέξοδο στην επιθετικότητά του, ακόμη κι αν λιμοκτονεί σαν συνέπεια της οικονομικής κρίσης, κι η σεξουαλική ενόρμηση είναι δέσμια κοινωνικών κανόνων και προκαταλήψεων. Κάθε παράβαση των κανόνων συνεπάγεται αυτόματα κάποιον πραγματικό κίνδυνο, όπως π.χ. Τιμωρία για την «κλοπή» και για τον παιδικό αυνανισμό, η φυλάκιση για την αιμομιξία και την ομοφυλοφιλία. Στο μέτρο που το πραγματικό άγχος αποφεύγεται, αυξάνει η λίμναση της λίμπιντο και, μαζί μ’ αυτήν, το λιμναστικό άγχος. Έτσι, λοιπόν, το λιμναστικό άγχος και το πραγματικό άγχος έχουν μεταξύ τους μια σχέση συμπληρωματικότητας: όσο περισσότερο αποφεύγετο το πραγματικό άγχος, τόσο ισχυρότερο γίνεται το λιμναστικό άγχος κι αντίστροφα. Ο άνθρωπος, που δεν νιώθει φόβο, ικανοποιεί τις ισχυρές λιμπιντικές του ανάγκες, ακόμη και με κίνδυνο κοινωνικού εξοστρακισμού. Τα ζώα είναι περισσότερο εκτεθειμένα σε συνθήκες πραγματικού άγχους εξαιτίας της λειψής κοινωνικής τους οργάνωσης. Όμως, εκτός κι αν υποκύψουν στις πιέσεις της εξημέρωσης — και τότε πάλι μόνο σε ειδικές περιστάσεις — τα ζώα σπάνια υποφέρουν από ενστικτική λίμναση.

Τονίσαμε εδώ την αποφυγή του πραγματικού άγχους και την δέσμευση του λιμναστικού άγχους, σαν δύο οικονομικές αρχές της διαμόρφωσης του χαρακτήρα. Δεν πρέπει, όμως, να παραλεί­ψουμε μια τρίτη αρχή, που κι αυτή χρησιμοποιείται για τη μορφοποίηση του χαρακτήρα, δηλαδή, την αρχή της ηδονής. Βέβαια, η διαμόρφωση του χαρακτήρα ξεκινάει από και οφείλεται στην ανάγκη απόκρουσης των κινδύνων, που προέρ­χονται από την ικανοποίηση των ενστίκτων. Απ’ τη στιγμή, όμως, που η θωράκιση έχει διαμορφωθεί, η αρχή της ηδονής συνεχίζει να λειτουργεί στο μέτρο που ο χαρακτήρας, όπως ακριβώς και το σύμπτωμα, χρησιμεύει όχι μόνο για την αναχαίτιση των ενορμήσεων και για τη δέσμευση του άγχους, αλλά και για την ικανοποίηση στρεβλωμένων ενστίκτων. Π.χ., ο γενετήσιος-ναρκισσιστικός χαρακτήρας προστατεύει τον εαυ­τό του από τις εξωτερικές επιδράσεις — αλλά και ικανοποιεί ένα μεγάλο μέρος της λίμπιντο στα πλαίσια της ναρκισσιστικής σχέσης του εγώ του με το (δανικό του εγώ του. Υπάρχουν δυο είδη ενστικτικής ικανοποίησης. Από τη μια, η ενέργεια των ίδιων των αποκρουόμενων παρορμήσεων, ιδιαίτερα των προγενετήσιων και των σαδιστικών, καταναλώνεται για τη δημιουρ­γία και διαιώνιση του αμυντικού μηχανισμού. Αν κι αυτό δεν αποτελεί βέβαια την ικανοποίηση ενός ενστίκτου, με την έννοια της άμεσης, απροκάλυπτης επίτευξης της ηδονής, ωστόσο συνιστά μια μείωση της ενστικτικής έντασης, παρόμοια μ’ αυτήν που προέρχεται από την συγκαλυμμένη «Ικανοποίηση» μέσα από κάποιο σύμπτωμα. Αν κι αυτή η μείωση είναι φαινομενικά διαφορετική από την άμεση ικανοποίηση, όμως από οικονομική άποψη είναι περίπου ισοδύναμη μ’ αυτήν: κι οι δυο μειώνουν την πίεση που εξασκούν τα ενστικτικά ερεθίσμα­τα. Η ενέργεια του ενστίκτου ξοδεύεται για τη δέσμευση και στερέωση των περιεχομένων του χαρακτήρα (ταυτίσεις, από αντίδραση σχηματισμοί, κλπ.). Στο συναισθηματικό μπλοκάρισμα ορισμένων ψυχαναγκαστικών χαρακτήρων, π.χ., ο σαδισμός καταναλώνεται κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση και διαιώ­νιση ενός τείχους ανάμεσα στο id και τον εξωτερικό κόσμο, ενώ η πρωκτική ομοφυλοφιλία καταναλώνεται στην υπερβολική ευγένεια και παθητικότητα μερικών παθητικών-θηλυκών χαρα­κτήρων.

Οι ενστικτικές παρορμήσεις, που δεν απορροφώνται στο χαρακτήρα, προσπαθούν να πετύχουν άμεση ικανοποίηση. εκτός κι αν απωθηθούν. Η φύση αυτής της ικανοποίησης εξαρτάται από τη δομή του χαρακτήρα. και το ποιες ενστικτικές δυνάμεις χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία του χαρακτήρα και το σε ποιες επιτρέπεται η άμεση ικανοποίηση καθορίζει τη διαφορά όχι μόνο ανάμεσα στην υγεία και την ασθένεια, αλλά κι ανάμεσα στους διάφορους τύπους χαρακτήρα.

Μεγάλη σημασία έχει επίσης και η ποσότητα της χαρακτηροθωράκισης, καθώς και η ποιότητά της. Όταν η θωράκιση του χαρακτήρα ενάντια στον εξωτερικό κόσμο κι ενάντια στο βιολογικό τμήμα της προσωπικότητας έχει φτάσει σ’ ένα βαθμό αντίστοιχο με την λιμπιντική ανάπτυξη, υπάρχουν ακόμη «ρωγμές» σ’ αυτή, που εξασφαλίζουν την επαφή με τον εξωτερι­κό κόσμο. Μέσα από τις ρωγμές αυτές, η αδέσμευτη λίμπιντο και οι άλλες ενστικτικές παρορμήσεις στρέφονται προς η αποσύρονται από τον εξωτερικό κόσμο. Όμως, η θωράκιση του εγώ μπορεί να είναι τόσο ολοκληρωτική ώστε αυτές οι ρωγμές να γίνονται «πολύ στενές», δηλαδή οι γραμμές επικοινωνίας με τον έξω κόσμο δεν επαρκούν πιά για την εξασφάλιση μιας ρυθμισμένης λιμπιντικής οικονομίας και κοινωνικής προσαρ­μογής. Η κατατονική εμβροντησία είναι ένα παράδειγμα ολοκληρωτικής μόνωσης, ενώ ο παρορμητικός χαρακτήρας είναι άριστο παράδειγμα ολότελα ανεπαρκούς θωράκισης της χαρακτηροδομής. Είναι πιθανό ότι κάθε μόνιμη μετατροπή της αντικειμενοτρόπου λίμπιντο σε ναρκισσιστική λίμπιντο πηγαί­νει χέρι-χέρι με την ενίσχυση και σκλήρυνση της θωράκισης του εγώ. Ο συναισθηματικά μπλοκαρισμένος ψυχαναγκαστικός χαρακτήρας έχει μια άκαμπτη θωράκιση και ελάχιστες δυνατό­τητες εγκαθίδρυσης συναισθηματικών σχέσεων με τον εξωτερι­κό κόσμο. Τα πάντα εξοστρακίζονται πάνω στη λεία, σκληρή του επιφάνεια. Ο φλύαρος, επιθετικός χαρακτήρας, από την

Άλλη, έχει βέβαια ευλύγιστη θωράκιση, αλλά είναι πάντοτε «γεμάτος αγκάθια». Οι σχέσεις του με τον εξωτερικό κόσμο περιορίζονται σε παρανοϊκές-επιθετικές αντιδράσεις. Ο παθητικός-θηλυκός χαρακτήρας είναι παράδειγμα ενός τρίτου τύπου θωράκισης. Στην επιφάνεια φαίνεται να έχει συγκαταβατική και ήπια διάθεση, αλλά με την ανάλυση μαθαίνουμε ότι αυτό είναι μια θωράκιση πολύ δύσκολη στην κατάλυσή της.

Ενδεικτικό για την κάθε χαρακτηρολογική διαμόρφωση είναι όχι μόνο το τί αποκρούει, αλλά και ποιες ενστικτικές δυνάμεις κινητοποιεί για να το πετύχει αυτό. Γενικά, το εγώ πλάθει το χαρακτήρα του παίρνοντας στην κατοχή του μια ορισμένη ενστικτική παρόρμηση, που κάποτε είχε υποστεί απώθηση, με σκοπό ν’ αναχαιτίσει με τη βοήθειά της κάποια άλλη ενστικτική παρόρμηση. Έτσι, π.χ. Το εγώ του φαλλικού σαδιστικού χαρακτήρα θα χρησιμοποιήσει υπερβολική αρσενική επιθετικότητα προκειμένου ν’ αναχαιτίσει θηλυκές, παθητι­κές και πρωκτικές παρορμήσεις. Προσφεύγοντας, όμως, σε τέτοια μέτρα αλλάζει και τον εαυτό του, δηλαδή υιοθετεί χρόνια επιθετικούς τρόπους αντίδρασης. Άλλοι πάλι αναχαιτίζουν την απωθημένη επιθετικότητά τους «υπεισερχόμενοι» — όπως το είπε κάποτε ένας ασθενής — στην έννοια κάθε προσώπου, που θα μπορούσε να διεγείρει την επιθετικότητά τους. «Ξεγλιστρούν» σαν το χέλι, αποφεύγουν κάθε ευθεία αντίδραση, δεν μπορείς να τούς πιάσεις ποτέ. Συνήθως αυτό το «ξεγλίστρημα» εκφράζεται και στον τόνο της φωνής τους — μιλούν με τρόπο υπολογισμένο, προσεκτικό, μαλακό και γεμάτο κολακεία. Χρη­σιμοποιώντας πρωκτικά στοιχεία με σκοπό την αναχαίτιση επιθετικών παρορμήσεων, το εγώ γίνεται «γλοιώδες», και μ’ αυτό τον τρόπο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Αυτό προκαλεί απώλεια της αυτοπεποίθησης (ένας τέτοιος ασθενής ένιωθε ότι βρωμούσε). Τέτοια άτομα έχουν την τάση να προσπαθούν επανειλημμένα να προσαρμοστούν στον κόσμο, να κερδίσουν στην κατοχή τους αντικείμενα με κάθε δυνατό τρόπο. Όμως, μια και δεν διαθέτουν γνήσια ικανότητα προσαρμογής και συχνά δοκιμάζουν τη μια απογοήτευση κι απόρριψη μετά την άλλη, η επιθετικότητά τους εντείνεται και αυτό, με τη σειρά του, απαιτεί πιο εντατική πρωκτική-παθητική άμυνα. Σε τέτοιες περιπτώ­σεις, η χαρακτηραναλυτική δουλειά όχι μόνο έχει σαν στόχο της τη λειτουργία της άμυνας, αλλά και ξεσκεπάζει τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση αυτής της άμυνας — δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, την πρωκτικότητα.

Η τελευταία ιδιότητα του χαρακτήρα — που ισχύει και για την τυπική και για κάθε ιδιαίτερη περίπτωση — καθορίζεται από δυο παράγοντες. Πρώτο, ποιοτικά, από τα στάδια λιμπιντικής ανάπτυξης κατά τα όποια η διαμόρφωση του χαρακτήρα επηρεάστηκε το πιο μόνιμα απ’ τις εσωτερικές συγκρούσεις, δηλαδή, από την ειδική θέση της λιμπιντικής καθήλωσης. Ποιοτικά, λοιπόν, μπορούμε να διακρίνουμε καταθλιπτικούς (στοματικούς), μαζοχιστικούς, γενετήσιους-ναρκισσιστικούς (φαλλικούς), υστερικούς (γενετήσιους-αιμομικτικούς) και ψυχα­ναγκαστικούς (πρωκτική σαδιστική καθήλωση) χαρακτήρες. Δεύτερο, ποσοτικά, από τη λιμπιντική οικονομία, η οποία εξαρτάται από τον ποιοτικό παράγοντα. Ο πρώτος παράγοντας μπορεί ακόμη ν’ αποκληθεί το ιστορικό, ο δεύτερος το συγκαι­ρινό κίνητρο της μορφής του χαρακτήρα.

  1. Η διαφορά στην οικονομία της λίμπιντο του γενετήσιου και του νευρωσικού χαρακτήρα

 

Αν η θωράκιση του χαρακτήρα ξεπερνά έναν ορισμένο βαθμό, αν έχει χρησιμοποιήσει κύρια τις ενστικτικές παρορμήσεις εκείνες οι όποιες σε κανονικές συνθήκες χρησιμεύουν για την εγκαθίδρυση επαφής με την πραγματικότητα αν η ικανότη­τα για σεξουαλική ικανοποίηση έχει συνεπώς περιοριστεί πολύ έντονα, τότε συνυπάρχουν όλες οι συνθήκες για τη διαμόρφωση του νευρωσικού χαρακτήρα. Αν τώρα συγκρίνουμε τη διαμόρ­φωση και τη δομή του χαρακτήρα των νευρωσικών ανδρών και γυναικών με τις αντίστοιχες των ατόμων που είναι ικανά για εργασία και αγάπη, φτάνουμε σε μια ποιοτική διαφορά ανάμεσα στους τρόπους που ο χαρακτήρας δεσμεύει την καταπνιγμένη λίμπιντο. Βλέπουμε ότι υπάρχουν επαρκή κι ανεπαρκή μέτρα δέσμευσης του άγχους. Η γενετήσια οργασμική ικανοποίηση της λίμπιντο και η μετουσίωση-εξιδανίκευση αποδεικνύεται ότι είναι πρότυπα επαρκών μέσων — η κάθε είδους προγενετήσια ικανοποί­ηση και οι από αντίδραση σχηματισμοί αποδεικνύονται ανεπαρκή. Αυτή η ποιοτική διαφορά εκφράζεται και ποσοτικά: ο νευρωσικός χαρακτήρας υποφέρει από συνεχώς αυξανόμενη λίμναση της λίμπιντο, επειδή ακριβώς τα μέσα ικανοποίησής του δεν είναι επαρκή για τις ανάγκες της ενστικτικής συσκευής — ενώ ο γενετήσιος χαρακτήρας διέπεται από μια σταθερή εναλλαγή λιμπιντικής έντασης κι επαρκούς λιμπιντικής ικανοποίησης. με λίγα λόγια, ο γενετήσιος χαρακτήρας διαθέτει μια ρυθμισμέ­νη λιμπιντική οικονομία. Ο όρος «γενετήσιος χαρακτήρας» δικαιολογείται από το γεγονός ότι, με πιθανή εξαίρεση ορισμένες τελείως ασυνήθιστες περιπτώσεις, μόνο η γενετήσια προτε­ραιότητα και η οργασμική ικανότητα (πού καθορίζεται από μια ειδική χαρακτηροδομή), σ’ αντίθεση με όλες τις άλλες λιμπιντικές δομές, εξασφαλίζει μια ρυθμισμένη σεξουαλική οικονομία.

Η ιστορικά καθορισμένη ποιότητα των δυνάμεων και περιε­χομένων που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα καθορίζει και τη συγκαιρινή ποσοτική ρύθμιση της λιμπιντικής οικονομίας — και γι’ αυτό, σ’ ένα ορισμένο επίπεδο, και τη διαφορά ανάμεσα στην «υγεία» και την ασθένεια». Σε σχέση με τις ποιοτικές τους διαφορές, ο γενετήσιος κι ο νευρωσικός χαρακτήρας αποτελούν κύριους τύπους. Οι πραγματικοί χαρακτήρες αντι­προσωπεύουν μίγματα και το αν η λιμπιντική οικονομία είναι εξασφαλισμένη εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τον βαθμό που ο πραγματικός χαρακτήρας προσεγγίζει στον ένα η τον άλλο κύριο τύπο. Σε σχέση με την ποσότητα της δυνατής άμεσης λιμπιντικής ικανοποίησης, ο γενετήσιος κι δ νευρωσι­κός χαρακτήρας αντιστοιχούν σε μέσους τύπους: είτε η λιμπιντική ικανοποίηση είναι τέτοια που μπορεί να διοχετεύσει τη λίμναση της αχρησιμοποίητης λίμπιντο, είτε δεν είναι. Στη δεύτερη περίπτωση αναπτύσσονται συμπτώματα η νευρωσικά γνωρίσματα του χαρακτήρα που παραβλάπτουν την κοινωνική και σεξουαλική ικανότητα.

Θα προσπαθήσουμε τώρα να απεικονίσουμε τις ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στους ιδεατούς τύπους. Για το σκοπό αυτό θα αντιπαραβάλλουμε τη δομή του id, του υπερεγώ, καθώς και τα χαρακτηριστικά του εγώ που εξαρτώνται από το id και το υπερεγώ.

α) Δομή του id

Ο γενετήσιος χαρακτήρας έχει φτάσει ολοκληρωτικά στην μεταμφιθυμική γενετήσια φάση.[2] Η αιμομικτική επιθυμία και η επιθυμία απαλλαγής απ’ τον πατέρα (τη μητέρα) έχουν εγκαταλειφθεί και οι γενετήσιες παρορμήσεις έχουν προβληθεί σε κάποιο ετερόφυλο αντικείμενο το όποιο, σ’ αντίθεση με το τί συμβαίνει στην περίπτωση του νευρωτικού χαρακτήρα, δεν αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα το αιμομικτικό αντικείμενο. Το ετερόφυλο αντικείμενο έχει πάρει ολοκληρωτικά το ρόλο — ακριβέστερα, τη θέση — του αιμομικτικού αντικειμέ­νου. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα δεν είναι πιά συγκαιρινός παράγοντας

  • έχει επιλυθεί. Δεν έχει απωθηθεί, αλλά είναι μάλλον απαλλαγμένο από κάθεξη. Οι προγενετήσιες τάσεις (πρωκτικότητα, στοματικός ερωτισμός, ηδονοβλεψία) δεν έχουν απωθη­θεί. Κατά ένα μέρος, έχουν εμπεδωθεί στο χαρακτήρα σαν πολιτιστικές εξιδανικεύσεις — κατά ένα άλλο μέρος, έχουν ένα μερίδιο στην ηδονή, που προηγείται από την άμεση ικανοποίη­ση. Οπωσδήποτε, είναι υποταγμένες στις γενετήσιες παρορμήσεις. Η σεξουαλική πράξη παραμένει ο κορυφαίος και πιο ηδονικός σεξουαλικός σκοπός. Η επιθετικότητα έχει σε μεγά­λο μέρος μετουσιωθεί-εξιδανικευτεί σε κοινωνικά επιτεύγματα — και σ’ ένα μικρότερο μέρος συμβάλλει άμεσα στη γενετήσια σεξουαλικότητα, χωρίς ωστόσο ν’ απαιτεί αποκλειστική ικανοποίηση. Αυτή η κατανομή των ενστικτικών ενορμήσεων εξασφαλίζει την ικανότητα γι’ αντίστοιχη οργασμική ικανοποίη­ση, που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω του γενετήσιου συστήματος, αν και δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτό μια και προσφέρει ικανοποίηση και στις προγενετήσιες και στις επιθετικές τάσεις. Όσο λιγότερο είναι απωθημένες οι προγενετήσιες τάσεις, όσο δηλαδή καλύτερη είναι η επικοινωνία ανάμεσα στο γενετήσιο και το προγενετήσιο σύστημα, τόσο πιο ολοκληρωμένη είναι η ικανοποίηση και τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν για μια παθογόνο λίμναση της λίμπιντο.

Ο νευρωσικός χαρακτήρας, αντίθετα, ακόμη κι αν δεν έχει απ’ την αρχή μειωμένη ικανότητα η δεν ζει με εγκράτεια (κι αυτό ισχύει στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων), δεν είναι ικανός να εκφορτίζει την ελεύθερη, μη μετουσιωμένη λίμπιντό του σ’ έναν ικανοποιητικό οργασμό.[3] Οργασμικά είναι πάντοτε σχετικά ανίκανος. Η ακόλουθη διαρρύθμιση είναι υπεύθυνη γι’ αυτό: τα αιμομικτικά αντικείμενα έχουν μια συγκαιρινή κάθεξη, ή η λιμπιντική κάθεξη που αντιστοιχεί σ’ αυτά τ’ αντικείμενα τρέπεται σε από αντίδραση σχηματισμούς. Αν υπάρχει κάποια σεξουαλικότητα, η παιδική της φύση είναι ευδιάκριτη. Η γυναίκα που αγαπιέται αντιπροσωπεύει απλά και μόνο τη μητέρα (την αδελφή, κλπ.) και η ερωτική σχέση φορτώνεται μ’ όλα τα άγχη, τις αναστολές και τις νευρωσικές παραξενιές της παιδικής αιμομικτικής σχέσης (νόθα μεταβίβα­ση). Η γενετήσια προτεραιότητα είτε απουσιάζει, είτε δεν έχει καθέξη ή, όπως στην περίπτωση του υστερικού χαρακτήρα, η γενετήσια λειτουργία είναι διαταραγμένη εξαιτίας της αιμομικτικής καθήλωσης. Η σεξουαλικότητα — κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις μεταβιβασιακές νευρώσεις — κινείται στην περιοχή της προεισαγωγικής ηδονής, αν ο ασθενής δεν είναι εγκρατής η ανεσταλμένος. Έτσι, βλέπουμε ένα είδος αλυσιδω­τής αντίδρασης, η παιδική σεξουαλική καθήλωση διαταράσσει την οργασμική λειτουργία· αυτή η διαταραχή με τη σειρά της προκαλεί λίμναση της λίμπιντο· η καταπνιγμένη λίμπιντο εντείνει τις προγενετήσιες καθηλώσεις, κ.ο.κ. Εξαιτίας αυτής της υπερκάθεξης του προγενετήσιου συστήματος, οι λιμπιντικές παρορμήσεις τρυπώνουν σε κάθε πολιτιστική και κοινωνική δραστηριότητα. Αυτό βέβαια δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε κάποια διαταραχή, γιατί η δράση συνδέεται με απωθημένο κι απαγορευμένο υλικό. Μερικές φορές πράγματι, η δραστηριότη­τα γίνεται απροκάλυπτη σεξουαλική δραστηριότητα με στρε­βλωμένη μορφή, όπως π.χ. Στην κράμπα του βιολιστή. Το λιμπιντικό πλεόνασμα δεν είναι πάντα διαθέσιμο για κοινωνική δράση — εμπλέκεται στην απώθηση των παιδικών ενστικτικών σκοπών.

β) Δομή του υπερεγώ

Το υπερεγώ του γενετήσιου χαρακτήρα διακρίνεται κύρια από τα σημαντικά σεξουαλικά καταφατικά στοιχεία του. Έτσι υπάρχει υψηλός βαθμός αρμονίας ανάμεσα στο id και το υπερεγώ. Μια και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα έχει χάσει την κάθεξή του, η αντικάθεξη των βασικών στοιχείων του υπερεγώ έχει γίνει πιά περιττή. Έτσι, για όλες τις προθέσεις και σκοπούς, δεν υπάρχουν υπερεγωτικές απαγορεύσεις σεξουαλι­κής φύσης. Το υπερεγώ δεν είναι σαδιστικά φορτισμένο, όχι μόνο για τούς παραπάνω λόγους, αλλά και γιατί δεν υπάρχει λίμναση της λίμπιντο που θα μπορούσε να διεγείρει το σαδισμό και να κάνει το υπερεγώ διεστραμμένο[4]. Η γενετήσια λίμπιντο, μια και ικανοποιείται άμεσα, δεν συγκαλύπτεται μέσα στις επιδιώξεις του (δανικού του εγώ. Έτσι, τα κοινωνικά επιτεύγματα δεν ε(ναι, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του νευρωσικού χαρακτήρα, τεκμήρια ικανότητας — αλλά προσφέρουν μια φυσική, μη αναπληρωματική ναρκισσιστική ικανοποίηση. Μια και δεν υπάρχουν διαταραχές της ικανότητας, δεν υπάρχει και σύμπλεγμα κατωτερότητας. Υπάρχει μια στενή συσχέτιση ανάμεσα στο ιδανικό του εγώ και στο πραγματικό εγώ κι ανάμεσα στα δυο δεν επικρατεί κανενός είδους αξεπέραστη ένταση.

Στον νευρωσικό χαρακτήρα, αντίθετα, το υπερεγώ χαρακτη­ρίζεται ουσιαστικά από την σεξουαλική άρνηση. Αυτό θέτει αυτόματα σε λειτουργία τη γνωστή σύγκρουση και αντιπάθεια ανάμεσα στο id και το υπερεγώ, Μια και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα δεν έχει κυριαρχηθεί, το κεντρικό στοιχείο του υπερεγώ, η αιμομικτική απαγόρευση, βρίσκεται ακόμη σε πλήρη λειτουργία και παρεμβάλλεται σε κάθε μορφή σεξουαλι­κής σχέσης. Η ισχυρή σεξουαλική απώθηση του εγώ και η συνακόλουθη λιμπιντική λίμναση εντείνουν τις σαδιστικές παρορμήσεις που εκφράζονται, ανάμεσα στ’ άλλα, και μ’ έναν βίαιο κώδικα ηθικής. Καλό θα ήταν να θυμηθούμε, σε σχέση μ’ αυτό, ότι, όπως Τόνισε ο Φρόιντ, η απώθηση δημιουργεί την ηθική κι όχι αντίστροφα. Μια κι ένα λίγο η πολύ συνειδητό αίσθημα ανικανότητας υπάρχει πάντοτε, πολλά κοινωνικά επιτεύγματα είναι πρωταρχικά αναπληρωματικά τεκμήρια ικανότη­τας. Αυτές οι επιτεύξεις, όμως, δεν μειώνουν τα αισθήματα κατωτερότητας. Αντίθετα: μια και οι κοινωνικές επιτεύξεις είναι συχνά πιστοποιητικά ικανότητας που με κανένα τρόπο δεν μπορούν ν’ αντικαταστήσουν το αίσθημα γενετήσιας ανικανό­τητας, ο νευρωσικός χαρακτήρας ποτέ δεν απαλλάσσεται από το αίσθημα εσωτερικού κενού κι ανικανότητας, όσο κι αν προσπαθεί μανιασμένα να το αναπληρώσει. Έτσι, οι θετικές απαιτήσεις του ιδανικού του εγώ ανεβαίνουν όλο και πιο ψηλά, ενώ το εγώ, ανίσχυρο και διπλά παραλυμένο από τα αισθήματα κατωτερότητας (Ανικανότητα και υψηλό ιδανικό του εγώ), γίνεται όλο και λιγότερο αποτελεσματικό.

 

γ) Δομή του εγώ

 

Ας κοιτάξουμε τώρα τις επιδράσεις που δέχεται το εγώ του γενετήσιου χαρακτήρα. Οι περιοδικές οργασμικές εκφορτίσεις της λιμπιντικής έντασης του id μειώνουν σημαντικά την πίεση των ενστικτικών διεκδικήσεων του id απέναντι στο εγώ. Μια και το id είναι βασικά ικανοποιημένο, το υπερεγώ δεν έχει λόγο να ’ναι σαδιστικό, και γι’ αυτό δεν εξασκεί καμιά ιδιαίτερη πίεση πάνω στο εγώ. Απαλλαγμένο από αισθήματα ενοχής, το εγώ αναλαμβάνει και ικανοποιεί τη γενετήσια λίμπιντο και ορισμένες προγενετήσιες ενορμήσεις του id και μετουσιώνει-εξιδανικεύει τη φυσική επιθετικότητα, καθώς και μέρος της προγενετήσιας λίμπιντο, σε κοινωνικά επιτεύγματα. Σ’ ό,τι αφορά τις γενετήσιες παρορμήσεις, το εγώ δεν αντιτίθεται στο id και μπορεί να του επιβάλλει ορισμένες αναστολές πολύ πιο εύκολα, μια και το id παραχωρεί στο εγώ το κυριότερο, δηλαδή, την ικανοποίηση της λίμπιντο. Αυτή φαίνεται να ’ναι η μόνη κατάσταση όπου το id αφήνεται να ελέγχεται από το εγώ χωρίς τη χρήση απώθησης. Μια ισχυρή ομοφυλόφιλη παρόρμηση θα εκφραστεί μ’ έναν ορισμένο τρόπο όταν το εγώ δεν κατορθώνει να ικανοποιήσει την ετεροφυλόφιλη παρόρμηση, και με τελεί­ως διαφορετικό τρόπο όταν δεν υπάρχει λιμπιντική λίμναση. Από οικονομική άποψη αυτό είναι ευνόητο, μια και κατά την ετεροφυλόφιλη ικανοποίηση — εφόσον η ομοφυλοφιλία δεν είναι απωθημένη, δηλαδή δεν έχει αποκλειστεί απ’ το επικοινωνιακό σύστημα της λίμπιντο — αντλείται κι αφαιρείται ενέργεια από τις ομοφυλόφιλες παρορμήσεις.

Μια και το εγώ μικρή μόνο δέχεται πίεση από το id και το υπερεγώ — κατά μεγάλο μέρος εξαιτίας της σεξουαλικής ικανοποίησης — δεν είναι υποχρεωμένο να προστατεύει τον εαυτό του από το id, όπως συμβαίνει στο εγώ του νευρωσικού χαρακτήρα. Χρειάζεται μικρά μόνο ποσά αντικάθεξης και συνεπώς έχει άφθονη ενέργεια διαθέσιμη για να βιώνει και να ενεργεί μέσα στον εξωτερικό κόσμο — κι αυτές του οι δραστηριότητες είναι έντονες και ρέουν ελεύθερα. “Έτσι το εγώ είναι εύκολα προσιτό τόσο στην ηδονή (Lust) όσο και στη δυσαρέσκεια (Unlust). Το εγώ του γενετήσιου χαρακτήρα έχει κι αυτό μια θωράκιση, αλλά την ελέγχει και δεν βρίσκεται στο έλεός της. Η θωράκιση είναι αρκετά ευλύγιστη, ώστε να προσαρμόζεται στις πιο ποικίλες εμπειρίες. Ο γενετήσιος χαρακτήρας μπορεί να ’ναι χαρούμενος, αλλά και θυμωμένος όταν χρειάζεται. Αντιδρά σε μια απώλεια αντικειμένου μ’ έναν αντίστοιχο βαθμό λύπης — δεν καταβάλλεται απ’ την απώλειά του. έχει την ικανότητα να αγαπά δυνατά και ολόθερμα, αλλά και να μισεί παθιασμένα. Σε μια ειδική κατάσταση μπορεί να συμπεριφέρεται με παιδιάστικο τρόπο, αλλά ποτέ δεν δίνει την εντύπωση ότι μπεμπεδίζει. Η σοβαρότητα του είναι φυσική, όχι απολιθωμένη, σαν αναπλήρωση, γιατί δεν έχει ανάγκη να παρουσιάζεται με κάθε θυσία μεγαλωμένος. Το θάρρος του δεν είναι απόδειξη ικανότητας, αλλά έχει αντικειμενικά κίνητρα. Έτσι, σε ορισμένες συνθήκες, π.χ. Αν θεωρεί έναν πόλεμο άδικο, τότε δεν θα φοβηθεί να τον αποκαλέσουν δειλό, αλλά θα μείνει ακλόνητος στην πεποίθησή του. Μια και τα παιδικά ιδεώδη έχουν χάσει την κάθεξή τους, το μίσος του καθώς και η αγάπη του έχουν ορθολογικά κίνητρα. Η ευλυγισία και η ισχύς της θωράκισής του φαίνονται κι από το γεγονός ότι στη μια περίπτωση μπορεί ν’ ανοίγεται στον κόσμο με την Ίδια ένταση που σε μια άλλη περίπτωση θα κλειστεί σ’ αυτόν. Η δυνατότητά του να δίνεται φαίνεται κύρια κατά τη σεξουαλική του εμπειρία: κατά τη σεξουαλική πράξη με το αγαπημένο αντικείμενο, το εγώ σχεδόν παύει να υπάρχει, μ’ εξαίρεση την αντιληπτική του λειτουργία. Τη στιγμή εκείνη, η θωράκιση έχει σχεδόν ολότελα διαλυθεί. Όλη η προσωπικό­τητα βυθίζεται στην εμπειρία της ηδονής, χωρίς φόβο μήπως χαθεί σ’ αυτή, γιατί το εγώ έχει μια στέρεη ναρκισσιστική θεμελίωση η οποία δεν αναπληρώνει, αλλά μετουσιώνει-εξιδανικεύει. Η αυτοεκτίμησή του αντλεί τις καλύτερες ενέργειές της από τη σεξουαλική εμπειρία. Ο Ίδιος ο τρόπος, με τον οποίο λύνει τις τωρινές συγκρούσεις, δείχνει ότι αυτές έχουν ορθολογική φύση και δεν είναι παραγεμισμένες με παιδικά κι ανορθολογικά στοιχεία. Για μια ακόμη φορά, ο λόγος και γι’ αυτό είναι μια ορθολογική λιμπιντική οικονομία, η οποία αποκλείει τη δυνατότητα μιας υπερκάθεξης των παιδικών εμπειριών κι επιθυμιών.

Στις μορφές της σεξουαλικότητάς του, όπως και σ’ όλες τις άλλες απόψεις του, ο γενετήσιος χαρακτήρας είναι ευλύγιστος και αβίαστος. Μια και είναι ικανός για ικανοποίηση, είναι ικανός και για μονογαμία χωρίς ψυχαναγκασμό ή απώθηση. Όταν, όμως, έχει ορθολογικά κίνητρα, τότε έχει πλήρη την ικανότητα ν’ αλλάξει το αντικείμενο της αγάπης του ή για πολυγαμία. Δεν προσκολλάται στο σεξουαλικό του αντικείμενο εξαιτίας αισθημάτων ενοχής ή ηθικιστικών σκέψεων. Αλλά διατηρεί τη σχέση στη βάση της υγιούς επιζήτησής του γι’ αγάπη γιατί αυτό τον ικανοποιεί. Μπορεί και καθυποτάσσει τις πολυγαμικές επιθυμίες χωρίς απώθηση, όταν αυτές είναι ασυμ­βίβαστες με τη σχέση του με το αγαπημένο αντικείμενο, αλλά μπορεί και να παραδοθεί σ’ αυτές όταν γίνονται έντονα πιεστι­κές. Λύνει τις πραγματικές συγκρούσεις, που προκύπτουν απ’ αυτό το γεγονός, με ρεαλιστικό τρόπο.

Τα νευρωσικά αισθήματα ενοχής είναι πρακτικά ανύπαρκτα. Η κοινωνικότητά του βασίζεται όχι σ’ απωθημένη, αλλά σ’ εξιδανικευμένη επιθετικότητα και στον προσανατολισμό του στην πραγματικότητα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι υποτάσσεται πάντοτε στην κοινωνική πραγματικότητα. Αντίθετα, ο γενετήσιος χαρακτήρας, που η δομή του είναι τελείως αντίθετη με τη σημερινή ηθικιστικά αντισεξουαλική μας κουλτούρα, είναι ικανός να κριτικάρει και να μεταβάλλει την κοινωνική κατάσταση. Η σχεδόν ολοκληρωτική έλλειψη φόβου του δίνει τη δυνατότητα να παίρνει μια ασυμβίβαστη στάση απέναντι σ’ ένα περιβάλλον που αντιβαίνει στις πεποιθήσεις του.

Αν ο σκοπός της κοινωνικής ανάπτυξης είναι η προτεραιό­τητα της νόησης, αυτή είναι αδιανόητη χωρίς γενετήσια προτεραιότητα. Η ηγεμονία της νόησης όχι μόνο βάζει τέλος στην ορθολογική σεξουαλικότητα, αλλά κι έχει σαν προϋπόθεσή της μια ρυθμισμένη λιμπιντική οικονομία. Η γενετήσια κι η διανοητική προτεραιότητα έχουν κοινή τη ρίζα τους, δηλαδή αλληλοκαθορίζονται — το ίδιο όπως κι η λιμπιντική λίμναση και η νεύρωση, το υπερεγώ (αισθήματα ενοχής) και η θρησκεία, η υστερία και η δεισιδαιμονία, η προγενετήσια λιμπιντική ικανοποίηση και η σημερινή σεξουαλική ηθική, ο σαδισμός και η ηδονή, η σεξουαλική απώθηση και οι επιτροπές για την αποκατάσταση των παραστρατημένων γυναικών.

Στο γενετήσιο χαρακτήρα, η ρυθμισμένη λιμπιντική οικονομία και η ικανότητα για πλήρη σεξουαλική ικανοποίηση αποτελούν τη βάση αυτών των γνωρισμάτων του χαρακτήρα. Παρόμοια, το καθετί που είναι και κάνει ο νευρωσικός χαρα­κτήρας καθορίζεται, σε τελευταία ανάλυση, από την ανεπαρκή λιμπιντική του οικονομία.

Το εγώ του νευρωσικού χαρακτήρα είναι είτε ασκητικό, είτε πετυχαίνει σεξουαλική ικανοποίηση συνοδευόμενη από αισθήματα ενοχής. Δέχεται πιέσεις από δυο πλευρές: 1) απ’ το μόνιμα ανικανοποίητο id με την καταπνιγμένη του λίμπιντο και 2) από το βίαιο υπερεγώ. Το εγώ του νευρωσικού χαρακτήρα είναι εχθρικό απέναντι στο id και δουλοπρεπές απέναντι στο υπερεγώ. Ταυτόχρονα, όμως, ερωτοτροπεί με το id και κρυφά εξεγείρεται ενάντια στο υπερεγώ. Στο μέτρο που το εγώ δεν έχει πλήρως απωθήσει τη σεξουαλικότητά του, αυτή είναι κύρια προγενετήσια — εξαιτίας της κυρίαρχης σεξουαλικής ηθικής, η γενετησιότητα χρωματίζεται με πρωκτικά και σαδιστικά στοι­χεία. Η σεξουαλική πράξη γίνεται αντιληπτή σαν κάτι βρώμι­κο και κτηνώδες. Μια και η επιθετικότητα είναι ενσωματωμένη ή, ακριβέστερα, μερικά αγκυρωμένη στη χαρακτηροθωράκιση και μερικά στο υπερεγώ, οι κοινωνικές επιτεύξεις είναι διαταραγμένες. Το εγώ είναι είτε κλειστό και στην ευχαρίστηση και στη δυσαρέσκεια (συναισθηματικό μπλοκάρισμα) είτε προσιτό μόνο στη δυσαρέσκεια — η κάθε ευχαρίστηση μετατρέπεται γρήγορα σε δυσαρέσκεια. Η θωράκιση του εγώ είναι άκαμπτη. Οι επικοινωνίες με τον έξω κόσμο, κάτω απ’ τον μόνιμο έλεγχο του ναρκισσιστικού κριτή, είναι φτωχές, σε σχέση τόσο με την αντικειμενοτρόπο λίμπιντο όσο και με την επιθετικότητα. Η θωράκιση λειτουργεί κύρια σαν προστασία ενάντια στην εσωτε­ρική ζωή. Το αποτέλεσμα είναι μια έκδηλη αποδυνάμωση της εγωτικής λειτουργίας σε σχέση με την πραγματικότητα. Οι σχέσεις με τον εξωτερικό κόσμο είναι αφύσικες, μυωπικές ή αντιφατικές. Η προσωπικότητα στο σύνολό της δεν μπορεί να γίνει ένα αρμονικό κι ενθουσιώδες μέρος των πραγμάτων, γιατί της λείπει η ικανότητα για ολοκληρωμένη βίωση. Ενώ ο γενετήσιος χαρακτήρας μπορεί κι αλλάζει, ενισχύει η αδυνατίζει τούς αμυντικούς του μηχανισμούς, το εγώ του νευρωσικού χαρακτήρα βρίσκεται ολοκληρωτικά στο έλεος των ασυνείδη­των απωθημένων μηχανισμών του. Δεν μπορεί να συμπεριφερθεί διαφορετικά, ακόμη κι αν το θέλει. θα του άρεσε να ‘ναι χαρούμενος η θυμωμένος, αλλά είναι ανίκανος και για τα δύο. Δεν μπορεί ν’ αγαπήσει δυνατά, γιατί ουσιαστικά στοιχεία της σεξουαλικότητάς του είναι απωθημένα. Μα δεν μπορεί και να μισήσει ορθολογικά, γιατί το εγώ του δεν νιώθει ίδια με το μίσος του, που έχει γίνει ασυγκράτητο εξαιτίας της λιμπιντικής λίμνασης και γι’ αυτό αναγκάζεται να το απωθήσει. και όταν νιώθει αγάπη η μίσος, η αντίδρασή του δύσκολα συμβαδίζει με τα γεγονότα. Στο ασυνείδητο, οι παιδικές εμπειρίες μπαίνουν σε λειτουργία και καθορίζουν το μέγεθος και τη φύση των αντιδράσεών του. Η ακαμψία της θωράκισής του τον κάνει ανίκανο είτε ν’ ανοιχτεί σε κάποια ιδιαίτερη εμπειρία, είτε να κλειστεί τελείως απέναντι σ’ άλλες εμπειρίες, ενώ η λογική υποδεικνύει κάτι τέτοιο. Συνήθως είναι σεξουαλικά ανεσταλμένος η διαταραγμένος κατά τις προεισαγωγικές απολαύσεις της σεξουαλικής πράξης. Ακόμη κι όταν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, ωστόσο δεν βρίσκει καμιά ικανοποίηση. Ή, εξαιτίας της ανικανότητάς του να δοθεί, είναι διαταραγμένος σε τέτοιο βαθμό που η λιμπιντική οικονομία είναι απορρυθμισμένη. Μια προσεκτική ανάλυση των αισθημάτων που νιώθει κανείς κατά τη σεξουαλική πράξη, επιτρέπει τη διαφοροποίηση ποικίλων τύπων: το ναρκισσιστικό άτομο, που η προσοχή του συγκεντρώνεται όχι στην αίσθηση της ηδονής, αλλά στην ιδέα της δημιουργίας ισχυρών εντυπώ­σεων τον «υπερεστέτ» που φροντίζει υπερβολικά να μην αγγίζει κανένα μέρος του σώματος που θα μπορούσε να θίξει τα αισθητικά του αισθήματα· το άτομο μ’ απωθημένο σαδισμό, που δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί από την ψυχαναγκαστική σκέψη ότι θα μπορούσε να πληγώσει τη γυναίκα, η βασανίζεται από το ένοχο αίσθημα ότι κακοποιεί τη γυναίκα· το σαδιστικό χαρακτήρα, που γι’ αυτόν η σεξουαλική πράξη σημαίνει βασανισμό του αντικειμένου. Ο κατάλογος θα μπορούσε να επεκταθεί απεριό­ριστα. Όταν τέτοιες διαταραχές δεν είναι ολότελα έκδηλες, οι αναστολές που τούς αντιστοιχούν ανευρίσκονται στη συνολική στάση απέναντι στη σεξουαλικότητα. Μια και το υπερεγώ του νευρωσικού χαρακτήρα δεν περιέχει διόλου σεξουαλικά κατα­φατικά στοιχεία, αποφεύγει τη σεξουαλική εμπειρία (η Ε. Ντόιτς πίστευε λαθεμένα ότι το ίδιο ισχύει και για τον υγιή χαρακτήρα). Αυτό σημαίνει, όμως, ότι μόνο η μισή προσωπικό­τητα συμμετέχει στη βίωση της εμπειρίας αυτής.

Ο γενετήσιος χαρακτήρας έχει στέρεα ναρκισσιστικά θεμέ­λια. Στον νευρωσικό χαρακτήρα, αντίθετα, το αίσθημα ανικανό­τητας αναγκάζει το εγώ να κάνει αναπληρώσεις ναρκισσιστικής φύσης. Οι συγκαιρινές συγκρούσεις, διαποτισμένες από ανορθολογικά κίνητρα, κάνουν αδύνατη για τον νευρωσικό χαρα­κτήρα τη λήψη ορθολογικών αποφάσεων. Οι παιδικές στάσεις κι επιθυμίες έχουν πάντοτε αρνητικές επιπτώσεις.

Σεξουαλικά ανικανοποίητος κι ανίκανος να ικανοποιηθεί, ο νευρωσικός χαρακτήρας αναγκάζεται τελικά να φτάσει η στον ασκητισμό η στην άκαμπτη μονογαμία. Την τελευταία θα την δικαιολογήσει με ηθικές επικλήσεις η σαν αφοσίωση και σεβασμό στον σεξουαλικό του σύντροφο, αλλά στην πραγματι­κότητα φοβάται την σεξουαλικότητα και είναι ανίκανος να τη ρυθμίσει. Μια κι ο σαδισμός δεν έχει μετουσιωθεί, το υπερεγώ είναι εξαιρετικά ανελέητο· το id είναι αδυσώπητο στις απαιτή­σεις του για ικανοποίηση των αναγκών του, το εγώ αναπτύσσει αισθήματα ενοχής που τ’ αποκαλεί κοινωνική συνείδηση και μια ανάγκη για τιμωρία, με την οποία τείνει να επιβάλλει στον εαυτό του αυτό που στην πραγματικότητα επιθυμεί να κάνει στους άλλους.

Με λίγη σκέψη βλέπουμε ότι η εμπειρική ανακάλυψη των παραπάνω μηχανισμών μπορεί να γίνει η βάση για μια επαναστατική κριτική όλων των θεωρητικά θεμελιωμένων συστημά­των ηθικής. Χωρίς να μπούμε εδώ σ’ όλες τις λεπτομέρειες του ζητήματος αυτού, που τόσο αποφασιστικό είναι για την κοινω­νική διαμόρφωση της κουλτούρας, μπορούμε να πούμε συνοπτι­κά ότι, στο μέτρο που η κοινωνία θα κάνει δυνατή την ικανοποίηση των αναγκών και τον μετασχηματισμό των αντίστοιχων ανθρώπινων δομών, η ηθική ρύθμιση της κοινωνικής ζωής θ’ αδρανοποιείται. Η τελική απόφαση ανήκει όχι στη σφαίρα της ψυχολογίας, αλλά στη σφαίρα των κοινωνιολογι­κών διαδικασιών. Σ’ ό,τι αφορά την κλινική μας πρακτική, δεν μπορεί πιά να υπάρχει αμφιβολία για το ότι κάθε πετυχημένη αναλυτική θεραπεία, με την οποία δηλαδή πετυχαίνουμε να μετασχηματίσουμε την νευρωσική χαρακτηροδομή σε γενετή­σια χαρακτηροδομή, καταλύει τούς ηθικιστικούς ρυθμιστές και τούς αντικαθιστά με την αυτορρύθμιση της δράσης που βασίζε­ται σε μια υγιή λιμπιντική οικονομία. Μια και μερικοί αναλυτές μιλούν για «κατάλυση του υπερεγώ» με την αναλυτική θερα­πεία, πρέπει να πούμε ότι αυτό είναι θέμα απόσυρσης ενέργειας απ’ το σύστημα ηθικού διακανονισμού και αντικατάστασής του με την οικονομική ρύθμιση της λίμπιντο. Το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία αντιβαίνει στα σημερινά συμφέροντα του κράτους, της ηθικής φιλοσοφίας και της θρησκείας, έχει αποφασιστική σημασία κι από μια άλλη άποψη. με πιο απλά λόγια, αυτό που λέγεται είναι ότι ο άνθρωπος, του οποίου οι σεξουαλικές, καθώς και οι πρωτόγονες βιολογικές και οι πολιτιστικές ανάγκες ικανοποιούνται, δεν χρειάζεται καμιά ηθική για να διατηρεί τον αυτοέλεγχό του. Ο ανικανοποίητος, όμως, άνθρωπος, καταπιε­σμένος απ’ όλες τις απόψεις, υποφέρει από αυξανόμενη εσωτερική διέγερση, που θα τον οδηγούσε να κάνει τα πάντα κομμάτια αν η ενέργειά του δεν κρατιόταν κατά ένα μέρος υπό έλεγχο, ενώ κατά ένα άλλο μέρος καταναλώνεται από ηθικιστικές αναστολές. Η έκταση και η ένταση των ασκητικών και ηθικιστικών ιδεολογιών της κοινωνίας είναι το καλύτερο μέτρο για την έκταση και το μέγεθος της άλυτης έντασης που δημιουργείται από τις ανικανοποίητες ανάγκες στο μέσο άτομο αυτής της κοινωνίας. και οι δυο καθορίζονται από τη σχέση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τον τρόπο παραγωγής, από τη μια, και στις ανάγκες που πρέπει να ικανοποιηθούν, από την άλλη.

Η συζήτηση για τις ευρύτερες συνέπειες της σεξουαλικής οικονομίας και της αναλυτικής θεωρίας του χαρακτήρα δεν μπορεί να υπεκφύγει αυτά τα ζητήματα — εκτός κι αν προτιμά, θυσιάζον­τας το φυσικό επιστημονικό της κύρος, να σταματήσει την πορεία της μπροστά στο τεχνητά στημένο τείχος ανάμεσα στο τι υπάρχει και στο τι πρέπει να υπάρχει.