Γενετησιότητα: Ο στόχος της οργονοθεραπείας – Αντανακλαστικό του οργασμού

Από το βιβλίο Η λειτουργία του οργασμού, του Βίλχελμ Ράιχ, M.D., εκδόσεις Ρέω, Αθήνα 2015.

Η κινητοποίηση της «νεκρής λεκάνης»

Το αντανακλαστικό του οργασμού δεν εμφανίζεται ξαφνικά στην πλήρη μορφή του. Για να το θέσουμε σωστότερα, είναι το προϊόν της σταδιακής ενοποίησης διαφορετικών τμημάτων που συμμετέχουν στη συνολική λειτουργία του. Αρχικά, υπάρχει απλώς ένα κύμα διέγερσης που διατρέχει τον αυχένα, περνά από το στήθος και το άνω κοιλιακό τμήμα, οδεύοντας προς το κάτω μέρος της κοιλιάς. Κατά τη διάρκεια αυτής της δραστηριότητας η λεκάνη παραμένει ακίνητη. Ορισμένοι ασθενείς περιγράφουν την κατάσταση ως εξής: «Είναι σαν να σταματά η κίνηση σε ένα ορισμένο σημείο εκεί χαμηλά». Η λεκάνη δεν συμμετέχει στην κυματοειδή πορεία της διέγερσης. Αν προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε την αναστολή που προκαλεί αυτή την κατάσταση, βρίσκουμε συνήθως ότι η λεκάνη συγκρατείται τραβηγμένη προς τα πίσω. Μερικές φορές, η προς τα πίσω συγκράτηση της λεκάνης συνοδεύεται από κύρτωση της σπονδυλικής στήλης, που κάνει την κοιλιά να προεξέχει. Το διαπιστώνεται εύκολα αν βάλετε το χέρι σας μεταξύ της πλάτης του ασθενούς και του στρώματος. Η ακινησία της λεκάνης δίδει την εντύπωση απονέκρωσης. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η απονέκρωση αυτή συνοδεύεται με αίσθημα «κενού στη λεκάνη» ή αίσθημα «αδυναμίας στα γεννητικά όργανα». Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έκδηλο σε ασθενείς που πάσχουν από χρόνια δυσκοιλιότητα. Θα το κατανοήσουμε καλύτερα, αν σκεφτούμε ότι η χρόνια δυσκοιλιότητα αντιστοιχεί σε υπερδιέγερση του συμπαθητικού. Το ίδιο ισχύει και για την προς τα πίσω συγκράτηση της λεκάνης. Οι ασθενείς αδυνατούν να κινήσουν τη λεκάνη τους ανεξάρτητα και αντ’ αυτού κινούν την κοιλιά, τη λεκάνη και το πάνω μέρος των μηρών μαζί. Επομένως, πρώτος στόχος της θεραπείας είναι να κάνει τον ασθενή να συνειδητοποιήσει πλήρως την απουσία διέγερσης στη λεκάνη του. Κατά κανόνα, οι ασθενείς προβάλλουν ισχυρή αντίσταση στην ανεξάρτητη κίνηση τη λεκάνης, ιδιαίτερα στην προς τα εμπρός και προς τα πάνω κίνηση. Από τη σύγκριση ασθενών που πάσχουν από γενετήσια αναισθησία βρίσκουμε ότι η έλλειψη αίσθησης στα γεννητικά όργανα, δηλαδή η αίσθηση κενού, η ατονία κτλ., είναι τόσο εντονότερη όσο περισσότερο έχει χάσει η λεκάνη την κινητικότητά της. Αυτοί οι ασθενείς υποφέρουν πάντα από σοβαρή διαταραχή της σεξουαλικής πράξης. Οι γυναίκες ξαπλώνουν ακίνητες ή προσπαθούν να ξεπεράσουν την αναστολή της νευροφυτικής κινητικότητας της λεκάνης με εξαναγκασμένες κινήσεις του κορμού και της λεκάνης. Στους άνδρες, η διαταραχή εκφράζεται με βιαστικές, απότομες και εκούσιες κινήσεις ολόκληρου του κάτω μέρους του σώματος. Η αίσθηση του νευροφυτικού οργασμικού ρεύματος δεν συναντάται σε κανέναν ασθενή τέτοιου τύπου.

Είναι απαραίτητο να τονίσουμε ιδιαίτερα κάποιες λεπτομέρειες αυτού του φαινομένου. Το μυϊκό σύστημα των γεννητικών οργάνων (ο βολβοσηραγγώδης μυς και ο ισχιοσηραγγώδης μυς) βρίσκεται υπό ένταση και αυτή η ένταση αποκλείει τις συσπάσεις που προκαλούνται από την τριβή. Οι μυς των γλουτών είναι επίσης σφιγμένοι. Οι ασθενείς συχνά ξεπερνούν την απουσία διεγερσιμότητας αυτών των μυών προσπαθώντας να τους προκαλέσουν εκούσιες συσπάσεις και χαλαρώσεις.

Το έδαφος της λεκάνης είναι τραβηγμένο προς τα επάνω. Η συστολή του εδάφους της λεκάνης από κάτω, σε συνδυασμό με την προς τα κάτω καθήλωση του διαφράγματος από πάνω και την ένταση του κοιλιακού τοιχώματος από εμπρός, αναστέλλουν την κίνηση του νευροφυτικού ρεύματος στην κοιλιά.

Η στάση αυτή της λεκάνης συμβαίνει πάντα κατά την παιδική ηλικία εξαιτίας δύο βασικών διαταραχών της ανάπτυξης. Τα θεμέλια δημιουργούνται από τη βάναυση εκπαίδευση στην τουαλέτα, κατά την οποία το παιδί αναγκάζεται να ελέγξει τις κενώσεις του από πολύ μικρή ηλικία. Η αυστηρή τιμωρία της νυχτερινής ούρησης στο κρεβάτι προκαλεί επίσης σπασμό στη λεκάνη. Το πιο σημαντικό όμως, είναι ο σπασμός που ξεκινά να αναπτύσσεται αμέσως μόλις το παιδί αρχίσει να καταπολεμά τις έντονες γενετήσιες διεγέρσεις που το ωθούν προς τον αυνα­νισμό.

Με τη χρόνια συστολή του μυϊκού συστήματος της λεκάνης, κάθε αίσθηση γενετήσιας ηδονής απονεκρώνεται. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι αισθήσεις ρεύματος στα γεννητικά όργανα αρχίζουν να εμφανίζονται μόλις χαλαρώνει ο σπασμός της λεκάνης. Για να το επιτύχουμε αυτό πρέπει πρώτα να κάνουμε τον ασθενή να συναισθανθεί τη στάση της λεκάνης του, πρέπει δηλαδή ο ασθενής να έχει άμεση αίσθηση ότι «συγκρατεί ακίνητη» τη λεκάνη του. Πρέπει επιπλέον να αποκαλυφθούν όλες οι εκούσιες κινήσεις που εμποδίζουν κάθε φυσική νευροφυτική κίνηση της λεκάνης. Η εκούσια κίνηση της κοιλιάς, της λεκάνης και των άνω μηρών ως ενιαίο σύνολο, είναι αναμφίβολα ο πιο σημαντικός και συχνός τρόπος αναστολής της ανεξάρτητης κίνησης της λεκάνης. Είναι τελείως ανώφελο να βάλουμε τον ασθενή να εκτελεί πυελικές ασκήσεις, όπως προσπαθούν ορισμένοι γυμναστές. Όσο οι αμυντικές μυϊκές στάσεις και ενέργειες παραμένουν και δεν εξαλείφονται, η φυσική κίνηση της λεκάνης δεν μπορεί να αναπτυχθεί.

Όσο πιο έντονα εργαζόμαστε στην αναστολή της κίνησης της λεκάνης, τόσο πιο ολοκληρωμένα συμμετέχει η λεκάνη στο κύμα της διέγερσης. Αρχίζει να κινείται εμπρός και προς τα επάνω χωρίς συνειδητή προσπάθεια εκ μέρους του ασθενούς. Είναι σαν να ωθείται προς τον αφαλό από μια εξωτερική δύναμη. Ταυτόχρονα, το άνω μέρος των μηρών παραμένει ακίνητο. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να κατανοήσουμε τη διαφορά μεταξύ της αμυντικής και της φυσικής νευροφυτικής κίνησης της λεκάνης. Όταν το κύμα διατρέχει τον λαιμό και στη συνέχεια το στήθος και την κοιλιά κατευθυνόμενο προς τη λεκάνη, τότε ο χαρακτήρας του αντανακλαστικού αλλάζει συνολικά. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το αντανακλαστικό του οργασμού βιώνεται ουσιαστικά δυσάρεστα —ακόμα και οδυνηρά περιστασιακά — τώρα όμως αρχίζει να γίνεται ηδονικό. Ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή εμφανίζονται αμυντικές κινήσεις —λ.χ. με πρόταση της κοιλιάς και κύρτωση της ράχης— τώρα ολόκληρος ο κορμός του σώματος παρουσιάζεται να κινείται σαν ψάρι. Οι αισθήσεις γενετήσιας ηδονής και οι αισθήσεις ρεύματος σε ολόκληρο τον οργανισμό, που τώρα αναπτύσσονται ολοένα και περισσότερο, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι έχουμε να κάνουμε με τη φυσική νευροφυτική κίνηση της συνουσίας. Ο χαρακτήρας αυτής της κίνησης διαφέρει εντελώς από όλα τα αντανακλαστικά και τις αντιδράσεις του σώματος που εμφανίστηκαν νωρίτερα. Το αίσθημα κενού στα γεννητικά όργανα δίνει αργά ή γρήγορα τη θέση του σε μια αίσθηση πληρότητας και επιτακτικότητας, καταλήγοντας στην αυθόρμητη εδραίωση της ικανότητας για οργασμική εμπειρία κατά τη σεξουαλική πράξη. Η ίδια κίνηση, που όταν εκτελείται από μεμονωμένες μυϊκές ομάδες, αντιπροσωπεύει παθολογικές αντιδράσεις του σώματος και εξυπηρετεί στην απόκρουση της σεξουαλικής ηδονής, αποτελεί, με την κυματοειδή κίνηση του σώματος συνολικά, τη βάση τής ικανότητας βίωσης αυθόρμητης νευροφυτικής ηδονής. Καταλαβαίνουμε τώρα ότι ο οπισθότονος (arc de cercle) των υστερικών, όπου η κοιλιά και το στήθος κυρτώνονται προς τα εμπρός ενώ οι ώμοι και η λεκάνη τραβιούνται προς τα πίσω, αποτελεί το ακριβώς αντίθετο από τη στάση κατά το αντανακλαστικό του οργασμού.

Genetisiotita sxima 1 GRK

Όσο αυτά τα γεγονότα μου ήταν ακόμα άγνωστα, ήμουν αναγκασμένος να βάζω τους ασθενείς να ξεπεράσουν την αναστολή της πυελικής κίνησης εν μέρει μέσω «ασκήσεων». Τα πενιχρά θεραπευτικά αποτελέσματα με ανάγκασαν να απορρίψω αυτές τις μηχανιστικές μεθόδους και να αναζητήσω τις αναστολές της φυσικής κινητικότητας. Η αναστολή του αντανακλαστικού του οργασμού προκαλεί αρκετές νευροφυτικές διαταραχές, π.χ. χρόνια δυσκοιλιότητα, μυϊκούς ρευματισμούς, ισχιαλγία, κ.λπ. Σε πολλούς ασθενείς, η δυσκοιλιότητα εξαφανίζεται μόλις αναπτυχθεί το αντανακλαστικό του οργασμού, ακόμα και αν υπέφεραν επί δεκαετίες. Πριν την πλήρη ανάπτυξη του αντανακλαστικού συχνά προηγείται ναυτία και ζαλάδες, μαζί με σπαστικές καταστάσεις του λάρυγγα, μεμονωμένα τινάγματα των κοιλιακών μυών, του διαφράγματος, της λεκάνης κ.λπ. Όλα όμως αυτά τα συμπτώματα εξαφανίζονται αμέσως μόλις αναπτυχθεί πλήρως το αντανακλαστικό του οργασμού. Η «άκαμπτη, νεκρή, τραβηγμένη προς τα πίσω λεκάνη» είναι μια από τις πιο διαδεδομένες νευροφυτικές διαταραχές του ανθρώπου. Ευθύνεται για το λουμπάγκο αλλά και για τις αιμορροΐδες. Σε άλλη δημοσίευση θα αποδείξουμε τη μεγάλης σπουδαιότητας σύνδεση μεταξύ αυτών των διαταραχών και του καρκίνου των γεννητικών οργάνων της γυναίκας, που είναι τόσο συχνός.

Είδαμε λοιπόν, ότι η «απονέκρωση της λεκάνης» λειτουργεί ταυτόσημα με την απονέκρωση της κοιλιάς, δηλαδή για να αποφευχθούν συναισθήματα, ιδιαίτερα ηδονής και άγχους. Το «νευροφυτικό κέντρο» πιέζεται περικλειόμενο από τα γύρω όργανα. Η κινητικότητα επανέρχεται μέσω της χαλάρωσης αυτής της πίεσης.

Τώρα που είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε τις διάφορες εκδηλώσεις και μορφές των στάσεων και των εκφράσεων του σώματος, σε σχέση με το αντανακλαστικό του οργασμού και την άμυνα εναντίον του, γίνονται παράλληλα κατανοητά και πολλά φαινόμενα της θεραπευτικής εργασίας. Θυμάμαι το διαφραγματικό τικ [στεμ: λόξιγκας] μιας σαρανταπεντάχρονης γυναίκας την οποία είχα αναλάβει στην Ψυχαναλυτική Κλινική της Βιέννης περίπου πριν από δεκατέσσερα χρόνια και είχα εν μέρει θεραπεύσει καθιστώντας την ικανή να αυνανιστεί.[1] Η ασθενής έπασχε από την εποχή της εφηβείας της, δηλαδή περισσότερο από τριάντα χρόνια, από πολύ ενοχλητικές διαφραγματικές κινήσεις συνοδευόμενες από ήχους. Υπήρξε αξιοσημείωτη μείωση του τικ όταν κατάφερε να αυνανιστεί. Σήμερα μου είναι σαφές ότι η βελτίωση οφειλόταν στη μερική χαλάρωση της χρόνιας στάσης του διαφράγματος σε θέση εισπνοής. Εκείνη την εποχή, μπορούσα απλώς να ερμηνεύσω με πολύ γενικόλογο τρόπο ότι η σεξουαλική ικανοποίηση είχε εξαλείψει ένα μέρος της σεξουαλικής λίμνασης με αποτέλεσμα να εξασθενίσει το τικ. Δεν θα μπορούσα όμως να πω τίποτα για τη μορφή με την οποία είχε διατηρηθεί η λίμναση, για το σημείο που είχε εκφορτιστεί και για τον τρόπο με τον οποίο η σεξουαλική ικανοποίηση την είχε μειώσει. Το τικ αντιπροσώπευε μια ανεπαρκή προσπάθεια να ξεπεραστεί η διαφραγματική συστολή.

Υπό το φως των σημερινών δεδομένων, θυμήθηκα περιπτώσεις επιληψίας με κοιλιακή αύρα, στις οποίες δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο μέρος του σώματος εμπλεκόταν, ποια ήταν η λειτουργία της επιληπτικής κρίσης και ποια η σχέση της με το νευροφυτικό νευρικό σύστημα. Σήμερα είναι σαφές ότι οι επιληπτικές κρίσεις αντιπροσωπεύουν σπασμούς του νευροφυτικού συστήματος κατά τις οποίες η βιοψυχική ενέργεια που εμποδίζεται να εκφορτιστεί και συσσωρεύεται, εκφορτίζεται αποκλειστικά μέσω του μυϊκού συστήματος, με εξαίρεση τα γεννητικά όργανα. Δηλαδή η επιληπτική κρίση είναι ένας εξωγεννητικός, μυϊκός οργασμός.[2] Ανάλογα μπορεί να ερμηνευτούν και τα ακούσια πεταρίσματα των μυών της κοιλιάς που παρατηρούμε σε ορισμένες περιπτώσεις κατά την πορεία της θεραπείας. Οι κινήσεις αυτές είναι προσπάθειες χαλάρωσης του σφιγμένου κοιλιακού τοιχώματος.

Αν και ποτέ δεν εκφράζονται ευθέως, πολλοί ασθενείς είχαν μια κρυμμένη μοχθηρότητα την οποία παρόλο που διαισθανόμουν δεν κατάφερα να εντοπίσω τη σωματική της προέλευση. Η θεραπευτική προσέγγιση της νευροφυτικής συμπεριφοράς μας δίνει τη δυνατότητα να προσδιορίσουμε τη σωματική θέση της κακίας. Υπάρχουν ασθενείς που εκφράζουν φιλικότητα με τα μάτια και τα μάγουλα του προσώπου τους, ωστόσο με το πηγούνι και το στόμα εκφράζουν ακριβώς το αντίθετο. Η έκφραση στο κατώτερο μισό του προσώπου τους είναι τελείως διαφορετική από την έκφραση στο άνω μισό. Η διάλυση της στάσης που υπάρχει στο στόμα και στο πηγούνι απελευθερώνει απίστευτες ποσότητες θυμού. Σε άλλους ασθενείς, μπορεί κανείς να διαισθανθεί την πλαστότητα της συμβατικής ευγένειας που εκφράζουν. Η συμπεριφορά αυτή υποκρύπτει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή πανούργα μοχθηρία η οποία ενδεχομένως εκφράζεται και με χρόνια δυσκοιλιότητα. Τα έντερα είναι ακίνητα και η λειτουργία τους διατηρείται με τη συνεχή χρήση καθαρτικών. Αυτοί οι ασθενείς κατά την παιδική ηλικία εξαναγκάστηκαν να ελέγξουν τον θυμό τους και να «κλειδώσουν την κακία τους στο στομάχι». Ο τρόπος με τον οποίο περιγράφουν τις σωματικές αισθήσεις τους είναι σχεδόν πάντα ακριβής επανάληψη των εκφράσεων που άκουγαν κατά κόρον κατά την πρόωρη εκπαίδευσή τους στην τουαλέτα, π.χ. «η κοιλίτσα είναι κακιά όταν κάνει κακάκια». Ένα «καλοαναθρεμμένο» παιδί είναι πολύ πιθανό αρχικά να αντιδράσει σε αυτές τις νουθεσίες κάνοντας «κακάκια». Πρέπει όμως σύντομα να απαλλαγεί από αυτή τη συνήθεια, πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο «κρύβοντας το “κακάκι” στην κοιλίτσα». Για να το επιτύχει, το παιδί καταπιέζει κάθε διέγερση που αισθάνεται στην κοιλιά, συμπεριλαμβανομένης της γενετήσιας, και αποσύρεται στον εαυτό του «κάνοντας την κοιλίτσα να συρθεί μέσα στον εαυτό της». Η κοιλιά σκληραίνει και σφίγγεται. Στο εσωτερικό της έχει «κλειδωθεί η κακία».

Θα άξιζε να περιγράψουμε, ιστορικά και λειτουργικά, την περίπλοκη ανάπτυξη των συμπτωμάτων του σώματος όπως εκδηλώνονται στους διάφορους ασθενείς. Για την ώρα όμως, θα αρκεστούμε σε ορισμένα τυπικά γεγονότα.

Είναι εξαιρετικά διδακτικό να καταλάβουμε, ότι το σώμα μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως ενιαίος οργανισμός όσο και ως διχασμένος, με ένα μέρος του να λειτουργεί παρασυμπαθητικά και ένα άλλο συμπαθητικά. Είχα κάποτε μια ασθενή η οποία, σε ένα ορισμένο στάδιο της θεραπείας, είχε ήδη χαλαρώσει το άνω τμήμα της κοιλιάς. Αισθανόταν τις γνωστές αισθήσεις ρεύματος και το κοιλιακό τοίχωμα μπορούσε να πιεστεί εύκολα προς τα μέσα. Δεν υπήρχαν πλέον διακοπές της αίσθησης μεταξύ του άνω κοιλιακού τμήματος, του στήθους και του λαιμού. Το κατώτερο κοιλιακό τμήμα όμως συμπεριφερόταν σαν να ήταν διαχωρισμένο από τα υπόλοιπα με μια γραμμή. Όταν το πίεζα, μπορούσα να ψηλαφήσω ένα σκληρό εξόγκωμα σε μέγεθος κεφαλής μωρού. Με τις σημερινές μας γνώσεις δεν είναι δυνατόν να εξηγήσουμε επακριβώς πώς δημιουργείται ανατομικά ένα τέτοιου είδους εξόγκωμα, δηλαδή ποια όργανα εμπλέκονται στον σχηματισμό του, ωστόσο η ψηλάφησή του ήταν αναμφισβήτητη. Σε μεταγενέστερη φάση της θεραπείας, υπήρχαν ημέρες όπου το εξόγκωμα διαδοχικά εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν. Εμφανιζόταν πάντα όταν η ασθενής φοβόταν και ταυτόχρονα απέκρουε την ανάδυση γενετήσιας διέγερσης. Εξαφανιζόταν όταν ένιωθε ικανή να επιτρέψει στη γενετήσια διέγερση να εκδηλωθεί.

Ένα άλλο θέμα είναι οι σωματικές εκδηλώσεις της σχιζοφρένειας, ιδιαίτερα της κατατονικής μορφής, που θα πρέπει να παρουσιαστούν σε διαφορετικό πόνημα διότι βασίζονται σε νέο υλικό. Τα στερεότυπα, οι εμμονές και οι κάθε είδους κατατονικοί αυτοματισμοί μπορούν να αναχθούν σε μυϊκές θωρακίσεις και ξεσπάσματα της νευροφυτικής ενέργειας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την αντίδραση οργής που συναντάμε στην κατατονία. Στην απλή νεύρωση, υπάρχει μόνο επιφανειακός περιορισμός της νευροφυτικής κινητικότητας, ο οποίος επιτρέπει να υπάρχει εσωτερική διέγερση και εκφόρτιση μέσω «φαντασιώσεων». Αν όμως η θωράκιση προχωρήσει στο βάθος, αν αποκλείσει κεντρικές βιολογικές περιοχές του οργανισμού και καταλάβει ολοκληρωτικά το μυϊκό σύστημα, απομένουν δύο μόνο δυνατότητες: το βίαιο ξέσπασμα (βίαιη οργή, η οποία βιώνεται ως ανακούφιση) ή ο σταδιακός, πλήρης εκφυλισμός του ζωτικού συστήματος.

Υπό αυτή την έννοια, αρκετές οργανικές ασθένειες όπως το έλκος στομάχου, οι μυϊκοί ρευματισμοί και ο καρκίνος, συνδέονται με το παραπάνω πρόβλημα.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι ψυχοθεραπευτές, κατά την κλινική εργασία τους, παρατηρούν αρκετά τέτοια συμπτώματα. Ωστόσο, αυτά τα συμπτώματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα. Γίνονται κατανοητά μόνο σε σχέση με τη συνολική βιολογική λειτουργικότητα του σώματος και με τις λειτουργίες της ηδονής και του άγχους. Είναι αδύνατον να ελεγχθεί η τεράστια πολυπλοκότητα των στάσεων και των εκφράσεων του σώματος, όταν το άγχος θεωρείται αιτία και όχι αποτέλεσμα της σεξουαλικής λίμνασης. «Λίμναση» δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από την αναστολή της νευροφυτικής διαστολής και της δραστηριότητας και κινητικότητας των κεντρικών νευροφυτικών οργάνων. Η εκφόρτιση της διέγερσης αναστέλλεται και η βιολογική ενέργεια δεσμεύεται.

Το αντανακλαστικό του οργασμού αποτελεί ενιαία αντίδραση του σώματος συνολικά. Κατά τον οργασμό, δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από μια παλλόμενη μάζα πρωτοπλάσματος. Μετά από δεκαπέντε χρόνια διερεύνησης του αντανακλαστικού του οργασμού, είχα κατορθώσει τελικά να διεισδύσω στον βιολογικό πυρήνα των ψυχικών ασθενειών. Το αντανακλαστικό του οργασμού συναντάται σε όλα τα όντα που συνουσιάζονται. Στους πιο πρωτόγονους βιολογικούς οργανισμούς, όπως για παράδειγμα στα πρωτόζωα, εμφανίζεται με μορφή συσπάσεων του πρωτοπλάσματος.[3] Το πιο στοιχειώδες στάδιο στον οποίο συναντάται είναι στη διαίρεση του κυττάρου.

Ορισμένες δυσκολίες παρουσιάζονται όταν προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα τι παίρνει τη θέση της συστολής σε οργανισμούς περισσότερο οργανωμένους, δηλαδή σε εκείνους που δεν μπορούν πλέον να συσταλούν λαμβάνοντας σφαιρικό σχήμα όπως το πρωτόζωο. Από ένα ορισμένο εξελικτικό στάδιο και πέρα, τα μετάζωα απέκτησαν σκελετό, ο οποίος τα εμποδίζει να γίνουν σφαιρικά όταν συστέλλονται — κάτι που δεν ισχύει για τα μαλάκια και τα πρωτόζωα. Ας φανταστούμε ότι η βιολογική κύστη στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως εξελίχτηκε σε εύκαμπτο σωλήνα. Ας φανταστούμε ακόμα ότι εισάγουμε στο εσωτερικό του μια βέργα η οποία μπορεί να λυγίζει μόνο προς τη μία κατεύθυνση. Η βέργα αντιπροσωπεύει τη σπονδυλική στήλη. Ας φανταστούμε τώρα ότι στην κατά μήκος τεντωμένη κύστη εμφανίζεται μια ενόρμηση συστολής. Καταλαβαίνουμε ότι στην κύστη απομένει μόνο μία δυνατότητα, αν θέλει να συσταλεί, εξαιτίας της αδυναμίας της να λάβει σχήμα σφαιρικό. Πρέπει να λυγίσει, απότομα και στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

Genetisiotita sxima 2 GRK

Από βιολογική σκοπιά, το αντανακλαστικό του οργασμού δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που μόλις περιγράψαμε. Η στάση που παρουσιάζει το σώμα είναι χαρακτηριστική σε πολλά έντομα και ιδιαίτερα έκδηλη στη στάση του εμβρύου.

Τα υστερικά άτομα έχουν την ιδιαίτερη τάση να αναπτύσσουν μυϊκούς σπασμούς στα τμήματα του οργανισμού που διαθέτουν δακτυλιοειδείς μυς, και κυρίως στον λάρυγγα και τον πρωκτό. Εμβρυολογικά, τα δύο αυτά σημεία αντιστοιχούν στα δύο ανοίγματα του αρχέγονου εντέρου.

Genetisiotita sxima 3 GRK

Δακτυλιοειδείς μυς υπάρχουν όμως και στην είσοδο και στην έξοδο του στομάχου. Οι σπασμοί που δημιουργούνται στα δύο αυτά ανοίγματα έχουν σοβαρότατες συνέπειες στη γενική κατάσταση του ανθρώπου. Τα μέρη του σώματος που προσφέρονται ιδιαιτέρως για συνεχή συστολή και βιολογικά αντιστοιχούν σε πολύ αρχέγονα στάδια εξέλιξης, είναι τα σημεία που εμφανίζονται συχνότερα οι σπαστικές διαταραχές. Αν ο λάρυγγας και ο πρωκτός συσπασθούν, οι οργασμικές συσπάσεις είναι πλέον αδύνατες. Αυτή η σωματική «συγκράτηση» εκφράζεται με μια στάση ακριβώς αντίθετη του αντανακλαστικού του οργασμού: Η ράχη κυρτώνεται, ο αυχένας και ο πρωκτός σφίγγονται, το στήθος προβάλλει προς τα εμπρός και οι ώμοι τεντώνονται. Ο υστερικός οπισθότονος είναι ακριβώς το αντίθετο του αντανακλαστικού του οργασμού και αποτελεί πρότυπο της άμυνας εναντίον της σεξουαλικότητας.

Κάθε ψυχική ενόρμηση είναι λειτουργικά ταυτόσημη με μια συγκεκριμένη σωματική διέγερση. Η άποψη ότι το ψυχικό σύστημα λειτουργεί ανεξάρτητα και απλώς επηρεάζει το σωματικό σύστημα, το οποίο επίσης λειτουργεί ανεξάρτητα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα πραγματικά γεγονότα. Η μετάβαση από το ψυχικό στο σωματικό είναι αδιανόητη, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχουν δύο ξεχωριστά πεδία. Ούτε το περιεχόμενο μιας ψυχικής λειτουργίας —όπως η ιδέα να χτυπήσουμε κάποιον— μπορεί να προκαλέσει σωματική έκφραση, εκτός αν είναι ήδη έκφραση μιας νευροφυτικής ενόρμησης για κίνηση. Ο μηχανισμός με τον οποίο μια ιδέα προέρχεται από μια νευροφυτική ενόρμηση αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα της ψυχολογίας. Με βάση την κλινική εμπειρία, θεωρώ σαφές ότι τόσο το σωματικό σύμπτωμα, όσο και η ασυνείδητη ψυχική ιδέα, αποτελούν επακόλουθα μιας νευροφυτικής εννεύρωσης η οποία εμποδίζεται. Το γεγονός αυτό δεν αντιβαίνει με το γεγονός ότι ένα σωματικό σύμπτωμα μπορεί να εξαλειφθεί κάνοντας συνειδητό το ψυχικό του περιεχόμενο, διότι οι αλλαγές στη σφαίρα των ψυχικών ιδεών πρέπει αναγκαστικά να είναι λειτουργικά ταυτόσημες με τις αλλαγές στη νευροφυτική διέγερση. Συνεπώς, αυτό που θεραπεύει δεν είναι απλώς η συνειδητοποίηση μιας ασυνείδητης ιδέας, αλλά η τροποποίηση που προκαλείται από την αντίστοιχη αλλαγή στη διέγερση.

Επομένως, όταν μια ψυχική ιδέα επηρεάζει το σώμα, συμβαίνει η ακόλουθη αλληλουχία λειτουργιών:

  1. Η ψυχική διέγερση είναι λειτουργικά ταυτόσημη με τη σωματική διέγερση.
  2. Η καθήλωση μιας ψυχικής διέγερσης προκαλείται από την εδραίωση μιας συγκεκριμένης κατάστασης στη νευροφυτική εννεύρωση.
  3. Η μεταβληθείσα νευροφυτική κατάσταση μεταβάλλει τη λειτουργικότητα του οργάνου.
  4. Το «ψυχικό νόημα του οργανικού συμπτώματος» δεν είναι παρά η σωματική στάση με την οποία εκφράζεται το «ψυχικό νόημα». (Η ψυχική συγκράτηση εκφράζεται με νευροφυτική ακαμψία. Το ψυχικό μίσος εκφράζεται με συγκεκριμένη νευροφυτική κατάσταση. Είναι αδιαίρετα και ταυτόσημα.)
  5. Η παγιωμένη νευροφυτική κατάσταση έχει αντίκτυπο στην ψυχική κατάσταση. Η αντίληψη ενός πραγματικού κινδύνου λειτουργεί ταυτόσημα με συγκεκριμένη συμπαθητικοτονική εννεύρωση. Αυτό με τη σειρά του, εντείνει το άγχος. Το έντονο άγχος απαιτεί θωράκιση, η οποία είναι συνώνυμη με τη δέσμευση της νευροφυτικής ενέργειας στο μυϊκό θώρακα. Η θωράκιση αυτή, με τη σειρά της, διαταράσσει την δυνατότητα εκφόρτισης, αυξάνει την ένταση, κ.λπ.

Βιοενεργειακά, η ψυχή και το σώμα λειτουργούν τόσο ως αλληλορυθμιζόμενο σύστημα όσο και ως ενιαίο.

Ας περιγράψουμε μια συγκεκριμένη κλινική περίπτωση για να το αποσαφηνίσουμε.

Μια εξαιρετικά όμορφη και σεξουαλικά ελκυστική ασθενής παραπονιόταν ότι νιώθει άσχημη, επειδή δεν αισθανόταν το σώμα της ως ενιαίο σύνολο. Περιέγραψε την κατάστασή της ως εξής: «Κάθε μέρος του σώματός μου κάνει τα δικά του. Τα πόδια μου είναι εδώ, το κεφάλι μου εκεί και δεν ξέρω ποτέ πού ακριβώς είναι τα χέρια μου. Το σώμα μου δεν είναι συγκροτημένο». Με λίγα λόγια, έπασχε από την πολύ γνωστή διαταραχή αντίληψης του εαυτού, που είναι ιδιαίτερα εμφανής στην σχιζοειδή αποπροσωποποίηση. Κατά την νευροφυτοθεραπευτική εργασία, οι διάφορες λειτουργίες των μυϊκών στάσεων του προσώπου της παρουσίαζαν μια πολύ περίεργη σχέση. Η έκφραση της «αδιαφορίας» στο πρόσωπό της ήταν εμφανής, ήδη από την αρχή της θεραπείας. Σταδιακά, έγινε τόσο ισχυρή ώστε η ασθενής άρχισε εξαιτίας της να υποφέρει εμφανώς. Όταν της μιλούσα, ακόμα και για σοβαρά θέματα, κοιτούσε πάντα απλανώς σε μια γωνιά του δωματίου ή έξω από το παράθυρο, με μια έκφραση αδιαφορίας στο πρόσωπό της. Τέτοιες στιγμές, τα μάτια της είχαν ένα άδειο, «χαμένο» βλέμμα. Όταν η έκφραση αδιαφορίας αναλύθηκε διεξοδικά και εξαλείφθηκε, ένα νέο χαρακτηριστικό, του οποίου μόνο νύξεις υπήρχαν προηγουμένως, έκανε την εμφάνισή του στο πρόσωπό της. Το στόμα και το σαγόνι είχαν άλλη έκφραση από τα μάτια και το μέτωπο. Η περιοχή γύρω από το στόμα και το πηγούνι έδειχνε «κακία», ενώ τα μάτια και το μέτωπο ήταν «νεκρά». Οι λέξεις αυτές αντανακλούσαν και τα εσωτερικά αισθήματα της ασθενούς. Ξεκινώντας, διαχώρισα τη στάση που εξέφραζε το στόμα και το πηγούνι. Αυτό προκάλεσε την εμφάνιση ισχυρών αντιδράσεων, ολοένα αυξανόμενων, μιας άγριας επιθυμίας να δαγκώσει που είχε προηγουμένως καταπιέσει. Οι παρορμήσεις που είχε αναπτύξει στρέφονταν εναντίον του συζύγου και του πατέρα της, αλλά δεν τους είχε επιτρέψει να εκφραστούν. Οι παρορμήσεις θυμού, που εκφράζονταν από το πηγούνι και το στόμα, ήταν προηγουμένως καμουφλαρισμένες από τη στάση αδιαφορίας που εξέφραζε το πρόσωπο συνολικά. Η εξάλειψη της στάσης αδιαφορίας έφερε στην επιφάνεια τη θυμωμένη έκφραση στο στόμα της. Η λειτουργία της αδιαφορίας ήταν να προφυλάσσει την ασθενή από τη δυσάρεστη κατάσταση να βρίσκεται διαρκώς στο έλεος μιας βασανιστικής αίσθησης μίσους γύρω από το στόμα. Αφού επικεντρώθηκα θεραπευτικά την περιοχή του στόματος για δύο περίπου εβδομάδες, η μοχθηρή έκφραση εξαφανίστηκε εντελώς. Ένα από τα γνωρίσματα του χαρακτήρα της ήταν ο ψυχαναγκασμός να απαιτεί συνεχώς αγάπη. Όταν οι ανέφικτες απαιτήσεις της δεν έβρισκαν ικανοποίηση, θύμωνε. Μόλις η στάση στο στόμα και το πηγούνι της διαλύθηκε, εμφανίστηκαν προοργασμικές αισθήσεις σε ολόκληρο το σώμα της, αρχικά με τη μορφή οφιοειδών, κυματοειδών κινήσεων οι οποίες συμπεριλάμβαναν και τη λεκάνη. Ωστόσο, σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο, αναστελλόταν η γενετήσια διέγερση. Κατά τη αναζήτηση του ανασταλτικού μηχανισμού, η έκφραση στο μέτωπο και τα μάτια σταδιακά εντάθηκε. Το βλέμμα της έγινε επιτιμητικό, επίμονο, επικριτικό και προσηλωμένο. Όταν το αντελήφθη η ασθενής συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν συνεχώς «σε επιφυλακή» χωρίς να έχει καταφέρει ποτέ «να χάσει την ψυχραιμία της».

Η εμφάνιση και εστίαση των σωματικών νευροφυτικών παρορμήσεων είναι χωρίς αμφιβολία το πιο περίεργο φαινόμενο που συναντάμε στη νευροφυτοθεραπεία. Είναι πολύ δύσκολο να το περιγράψουμε, πρέπει κανείς να το βιώσει κλινικά. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, το «νεκρό» μέτωπο απέκρυπτε το «επικριτικό μέτωπο». Το επόμενο βήμα ήταν να βρούμε ποια είναι η λειτουργία του «επικριτικού, μοχθηρού» μετώπου. Η ανάλυση των λεπτομερειών της λειτουργίας της γενετήσιας διέγερσης της ασθενούς αποκάλυψε ότι το μέτωπό της «παρακολουθούσε προσεκτικά τι έκαναν τα γεννητικά της όργανα». Ιστορικά, η αυστηρή έκφραση στα μάτια και το μέτωπο οφείλονταν στην ταύτιση με τον εγκρατή και αυστηρών ηθικών αρχών πατέρα της. Από πολύ μικρή ηλικία, ο πατέρας της την γαλουχούσε συνεχώς με την ιδέα ότι είναι πολύ επικίνδυνο να ενδίδει στις σεξουαλικές επιθυμίες. Κυρίως, της περιέγραφε τα δεινά που παθαίνει το σώμα εξαιτίας της σύφιλης. Έτσι, κάθε φορά που ήθελε να ενδώσει σε κάποια σεξουαλική ενόρμηση, το μέτωπό της στεκόταν φρουρός στη θέση του πατέρα της. Η ερμηνεία ότι ταυτίζεται με τον πατέρα της δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο επαρκής. Το πιο σημαντικό ερώτημα ήταν γιατί αυτή η ταύτιση είχε γίνει στο μέτωπο και τι ήταν εκείνο που συντηρούσε τη λειτουργία της. Πρέπει να γίνεται πάντα σαφής διάκριση μεταξύ της ιστορικής λειτουργίας και της συγκαιρινής δυναμικής της εξήγησης. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Δεν εξαλείφεται ένα σωματικό σύμπτωμα μόνο και μόνο επειδή η ιστορία του γίνεται κατανοητή. Δεν οδηγούμαστε πουθενά χωρίς γνώση της συγκαιρινής λειτουργίας του συμπτώματος. (Την οποία δεν πρέπει να συγχέουμε με τη «συγκαιρινή σύγκρουση»!) Η απόδοση της προέλευσης της προσήλωσης του μετώπου της στη νηπιακή ταύτιση με τον επικριτικό πατέρα δεν θα είχε την παραμικρή επίδραση στην οργασμική διαταραχή. Η μετέπειτα πορεία της θεραπείας της συγκεκριμένης ασθενούς απέδειξε την ορθότητα της παραπάνω άποψης. Η συνολική άμυνα στη γενετήσια περιοχή εντάθηκε κατά τον βαθμό στον οποίο η παρατηρητική και επικριτική έκφραση αντικατέστησε τη νεκρή έκφραση στο μέτωπό της. Σταδιακά, την αυστηρή έκφραση αλληλοδιαδεχόταν μια εύθυμη, κάπως παιδιάστικη έκφραση στο μέτωπο και τα μάτια. Δηλαδή, τη μια στιγμή αποδεχόταν τη γενετήσια επιθυμία της και την άλλη γινόταν επικριτική και την απέρριπτε. Όταν η επικριτική στάση στο μέτωπό της αντικαταστάθηκε μονίμως από την εύθυμη, εξαφανίστηκε και η αναστολή της γενετήσιας διέγερσης.

Παρουσίασα τόσο λεπτομερώς αυτό το περιστατικό επειδή είναι χαρακτηριστικό αρκετών διαταραχών της διεργασίας έντασης-φόρτισης του γεννητικού συστήματος. Η συμπεριφορά που περιγράφεται από τη φράση «έχε τα μάτια σου δεκατέσσερα» είναι πολύ διαδεδομένη.

Η ασθενής μας έπασχε από την αίσθηση ότι το σώμα της ήταν διαιρεμένο, διασπασμένο, μη ενοποιημένο. Γι’ αυτό και δεν συνειδητοποιούσε ούτε ένιωθε τη σεξουαλική και νευροφυτική της χάρη. Πώς είναι δυνατόν ένας οργανισμός που αποτελεί ενιαίο σύνολο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως «διασπασμένο»; Ο όρος «αποπροσωποποίηση» δεν λέει τίποτα, διότι χρειάζεται και ο ίδιος ερμηνεία. Πρέπει να αναρωτηθούμε πώς είναι δυνατόν τμήματα του οργανισμού να λειτουργούν μεμονωμένα και ανεξάρτητα από το σύνολο. Οι ψυχολογικές ερμηνείες δεν μας βοηθούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι η συγκινησιακή λειτουργία της ψυχής εξαρτάται απολύτως από τις λειτουργίες της διαστολής και συστολής του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Η δομή της είναι ανομοιογενής. Ο πειραματισμός και τα κλινικά στοιχεία δείχνουν ότι η διεργασία έντασης-φόρτισης μπορεί να περιλαμβάνει ολόκληρο το σώμα, αλλά και μεμονωμένες ομάδες οργάνων. Είναι δυνατόν το νευροφυτικό σύστημα να λειτουργεί παρασυμπαθητικά στο άνω κοιλιακό τμήμα και συμπαθητικά, υπερτονικά στο κάτω; Είναι επίσης δυνατόν να προκαλέσει ένταση στους μυς των ώμων, και ταυτόχρονα χαλάρωση, ακόμα και πλαδαρότητα, στα πόδια; Και μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο, επειδή απλώς δεν πρόκειται για ομοιογενές σύστημα. Κατά τη σεξουαλική δραστηριότητα, η στοματική ζώνη μπορεί να είναι διεγερμένη, ενώ ταυτόχρονα στα γεννητικά όργανα να μην παρουσιάζεται καμία διέγερση ή —ακόμα περισσότερο— απόκρουση της διέγερσης. Ή μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο. Βασιζόμενοι σε ανάλογα κλινικά δεδομένα, η επιστήμη της σεξουαλικής οικονομίας ανέπτυξε κριτήρια που μας βοηθούν να καθορίσουμε κατά πόσον μια λειτουργία είναι «υγιής» ή «άρρωστη». Η ικανότητα του νευροφυτικού οργανισμού να συμμετέχει στη λειτουργία έντασης-φόρτισης με ενιαίο και ολοκληρωμένο τρόπο είναι αναμφίβολα το βασικό χαρακτηριστικό της ψυχικής και νευροφυτικής υγείας. Από την άλλη μεριά, παθολογικός χαρακτηρίζεται ο αποκλεισμός μεμονωμένων οργάνων ή ακόμα και ομάδων οργάνων από την συνολικότητα και ενότητα της νευροφυτικής λειτουργίας έντασης-φόρτισης, όταν είναι χρόνιος και διαταράσσει μονίμως αυτή τη λειτουργία.

Η κλινική παρατήρηση μας διδάσκει επιπλέον ότι οι διαταραχές της αντίληψης του εαυτού δεν εξαλείφονται πραγματικά έως ότου το αντανακλαστικό του οργασμού αναπτυχθεί πλήρως ως ενοποιημένο σύνολο. Σε αυτή την περίπτωση, όλα τα όργανα και συστήματα οργάνων του σώματος ενοποιούνται υπό μια και μόνο λειτουργία, τόσο ως προς τη συστολή όσο και ως προς τη διαστολή.

Έτσι, η αποπροσωποποίηση γίνεται κατανοητή ως έλλειψη φόρτισης, δηλαδή ως διαταραχή της νευροφυτικής εννεύρωσης μεμονωμένων οργάνων ή συστημάτων οργάνων (π.χ. στις άκρες των δακτύλων, στα χέρια, στο κεφάλι, στα πόδια, στα γεννητικά όργανα κ.λπ.). Η έλλειψη ενότητας στην αντίληψη του εαυτού προκαλείται επίσης από τη διακοπή ρεύματος διέγερσης σε κάποιο σημείο του σώματος. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για δύο σημεία. Το ένα είναι ο αυχένας, ο οποίος, όταν είναι σπαστικός, αναστέλλει την πορεία του κύματος διέγερσης από το στήθος προς το κεφάλι και το άλλο είναι το μυϊκό σύστημα της λεκάνης, το οποίο, όταν βρίσκεται σε συστολή, διαταράσσει την πορεία της διέγερσης από την κοιλιά προς τα γεννητικά όργανα και τα πόδια.

Με βάση την ψυχαναλυτική έρευνα, κατανοούμε το ιστορικό μιας συγκεκριμένης νεύρωσης, τις εξωτερικές συνθήκες υπό τις οποίες αναπτύχθηκε, το εσωτερικό κίνητρο της ψυχικής σύγκρουσης και, τέλος, τις συνέπειες της σεξουαλικής καταπίεσης, λ.χ. τα νευρωτικά συμπτώματα και τα γνωρίσματα του χαρακτήρα. Ωστόσο, η ψυχαναλυτική έρευνα δεν μας βοηθά να κατανοήσουμε τον μηχανισμό με τον οποίο τα γεγονότα της ζωής ενός παιδιού, δηλαδή κάποιο εξωτερικά προερχόμενο ψυχικό τραύμα ή κάποια εσωτερική ψυχική σύγκρουση, διατηρούν χρονίως μια παθολογική αντίδραση.

Βλέπουμε γυναίκες οι οποίες διαβιούν υπό τις ευνοϊκότερες εξωτερικές σεξουαλικές και οικονομικές συνθήκες και παρ’ όλα αυτά διατηρούν τις νευρώσεις τους. Βλέπουμε παιδιά κάθε οικονομικού στρώματος, που ζουν μερικές φορές υπό ευνοϊκότατες από άποψη σεξουαλικής οικονομίας συνθήκες, τα οποία όχι μόνο γίνονται νευρωτικά αλλά και παραμένουν νευρωτικά. Ακόμα, γινόμαστε συνεχώς μάρτυρες του «ψυχαναγκασμού επανάληψης», δηλαδή του ψυχαναγκασμού πολλών ανθρώπων να εμπλέκουν διαρκώς τον εαυτό τους σε καταστροφικές καταστάσεις, ο οποίος μέχρι στιγμής γίνεται αντιληπτός και ερμηνεύεται μόνο μυστικιστικά. Κανένα από τα παραπάνω φαινόμενα δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση τις προγενέστερες απόψεις.

Η πιο εντυπωσιακή ένδειξη της ισχυρής τάσης του ασθενούς να διατηρήσει τη νεύρωσή του φαίνεται στο τέλος της θεραπείας, όταν προσπαθούμε να εδραιώσουμε την ικανότητά του να παραδίδεται κατά τον οργασμό. Ακριβώς σε αυτό το σημείο, που ο ασθενής βρίσκεται στο κατώφλι της υγείας, ενεργοποιούνται εναντίον της οι χειρότερες δυνατές αντιδράσεις. Οι ασθενείς κυριαρχούνται από έναν φόβο ηδονής, διαμετρικά αντίθετο με την αρχή της ηδονής που διέπει τη ζωή.

Ο φόβος τιμωρίας εξαιτίας της σεξουαλικής δραστηριότητας, τον οποίο ο ασθενής βιώνει ως παιδί, αγκυρώνεται χρονίως στην ψυχή με τη μορφή του άγχους ηδονής. Θυμόμαστε ότι όταν αναστέλλεται η πορεία της, η ηδονή έχει το χαρακτηριστικό να μετατρέπεται σε δυσαρέσκεια. Όταν λοιπόν, παρά τη συνεχή και πολύ μεγάλη σεξουαλική διέγερση, ο άνθρωπος δεν έχει τη δυνατότητα να βιώσει ικανοποίηση, τελικά αναπτύσσεται ένας φόβος όχι μόνο για την ίδια την ικανοποίηση, αλλά και για τη διέγερση που προηγείται. Η ίδια η διαδικασία της ηδονικής διέγερσης γίνεται πηγή δυσαρέσκειας. Η φυσιολογική αίσθηση της ηδονής αναστέλλεται από έναν μυϊκό σπασμό ο οποίος μπορεί να γίνει εξαιρετικά οδυνηρός, πέρα από το γεγονός ότι αυξάνει τη λίμναση. Αυτό που κάνει τα παιδιά και τους εφήβους να απορρίπτουν τη σεξουαλική δραστηριότητα, είναι η παγίωση μιας κατάστασης οργανικού σπασμού στα γεννητικά όργανα. Η παγίωση αυτή μετατρέπει κάθε ηδονική διέγερση στο αντίθετό της, ανεξάρτητα πόσο σωστή είναι η διανοητική και συγκινησιακή στάση του ατόμου. Με τη σπαστική αυτή κατάσταση συνδέεται και η αδυναμία του να αντέξει ακόμα και ήπιας έντασης διεγέρσεις. Ακριβώς σε αυτή τη λειτουργία του μυϊκού σπασμού κατά την αύξηση της έντασης της ηδονής πρέπει να αναζητήσουμε τη δομική και οργανική βάση της χαρακτηρολογικής παραίτησης και σεμνότητας.

Υπό αυτή την άποψη, οι ψυχοπαθολογικές καταστάσεις και τα συμπτώματα είναι αποτελέσματα μιας διαταραχής της νευροφυτικής εξισορρόπησης της ενέργειας (δηλαδή της σεξουαλικής οικονομίας). Κάθε βλάβη της συνολικής σωματικής αίσθησης επηρεάζει ταυτόχρονα την αυτοπεποίθηση και την ενότητα της αίσθησης του σώματος. Την ίδια στιγμή, οι βλάβες αυτές αναγκάζουν το σώμα να λειτουργήσει «αντισταθμιστικά». Το αίσθημα της νευροφυτικής ακεραιότητας, που αποτελεί τη φυσική και βέλτιστη βάση απόκτησης ισχυρής αυτοπεποίθησης, είναι σε όλους τους νευρωτικούς διαταραγμένο. Εκφράζεται με τις πιο διαφορετικές μορφές, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους διάσπασης της προσωπικότητας. Ανάμεσα στην απλούστατη αίσθηση ότι το ένα χέρι είναι κρύο ή άκαμπτο και στη σχιζοφρενική διάσπαση, στην έλλειψη επαφής και στην αποπροσωποποίηση, οι διαφορές δεν είναι διαφορές αρχής αλλά απλώς ποσοτικές, που όμως εκφράζονται ταυτόχρονα και ποιοτικώς. Η αίσθηση ακεραιότητας συνδέεται με την αίσθηση άμεσης επαφής με τον κόσμο. Η ενοποίηση του αντανακλαστικού του οργασμού αποκαθιστά επίσης τις αισθήσεις βάθους και σοβαρότητας. Οι ασθενείς θυμούνται την εποχή της πρώτης παιδικής τους ηλικίας, όταν η ενότητα της αίσθησης του σώματος δεν ήταν διαταραγμένη. Πλημμυρισμένοι από συγκινήσεις, μιλάνε για την εποχή που ως παιδιά ένιωθαν ένα με τη φύση, με όλα όσα τους περιέβαλλαν, για την εποχή που ένιωθαν «ζωντανοί» και πώς όλα αυτά τελικά θρυμματίστηκαν και ισοπεδώθηκαν από την εκπαίδευσή τους. Στη διαταραχή της ενότητας της αίσθησης του σώματος λόγω της σεξουαλικής καταπίεσης και στη διαρκή λαχτάρα να αποκατασταθεί η επαφή με τον εαυτό και τον κόσμο, βρίσκεται η ρίζα όλων των αρνητικά διακείμενων προς τη σεξουαλικότητα θρησκειών. «Θεός» είναι η μυστικοποιημένη ιδέα της νευροφυτικής αρμονίας μεταξύ του Εγώ και της φύσης. Από αυτή την άποψη, η θρησκεία μπορεί να συμφιλιωθεί με τη φυσική επιστήμη μόνο εφόσον ο Θεός προσωποποιεί τους φυσικούς νόμους και ο άνθρωπος συμπεριληφθεί στη φυσική διαδικασία.

Θα αφήσω άλλους, καλύτερους γνώστες του ινδικού και κινεζικού πολιτισμού, να αναζητήσουν τους αντίστοιχους συσχετισμούς με περισσότερες λεπτομέρειες. Τα κλινικά ευρήματα που επιχείρησα να περιγράψω ανοίγουν νέες μεγάλες προοπτικές για την κατανόηση των πολιτισμών, στους οποίους η αυστηρή οικογενειακή πατριαρχία, η σοβαρότατη σεξουαλική καταπίεση των μικρών παιδιών και των εφήβων, καθώς και η ιδεολογία της συγκράτησης και του «αυτοέλεγχου», αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους πολιτισμούς της Ινδίας, της Κίνας και της Ιαπωνίας. Αν μια αυστηρή, αντισεξουαλική πατριαρχία θέλει να αναπαραχθεί, πρέπει να καταπιέσει αυστηρά τις σεξουαλικές ορμές των παιδιών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οξύ άγχος και θυμό, δύο στοιχεία επιζήμια για τον πολιτισμό της πατριαρχικής οικογένειας που καθιστούν αναγκαία την ιδεολογία του αυτοελέγχου, τη δύναμη να μην κινείται ούτε ένας μυς, ανεξάρτητα πόσο δυνατός είναι ο πόνος. Είναι αναγκαία η υπέρβαση των συγκινήσεων συνολικά, τόσο της ηδονής όσο και της οδύνης. Αυτή είναι η ουσία της βουδιστικής ιδεολογίας περί νιρβάνα. Η ίδια ιδεολογία μας προσφέρει και μια εφαρμογή της με τις ασκήσεις αναπνοής της Γιόγκα. Η τεχνική αναπνοής που διδάσκει η Γιόγκα είναι το ακριβώς αντίθετο από την τεχνική που χρησιμοποιούμε για να επαναδραστηριοποιήσουμε τη νευροφυτική συγκινησιακή διέγερση των ασθενών μας. Στόχος των ασκήσεων Γιόγκα είναι να καταπολεμηθούν οι συγκινησιακές ενορμήσεις, με σκοπό να επιτευχθεί η εσωτερική γαλήνη. Το τελετουργικό θυμίζει τις ψυχαναγκαστικές πράξεις. Αντίστοιχα, κάποιος που λαχταρά τη νιρβάνα, όπως μου έχουν πει, εφαρμόζει μια συγκεκριμένη τεχνική αναπνοών ώστε να θέσει τον εαυτό του σε κατάσταση γαλήνης, πιο σωστά έκστασης. Η παραληρηματική έκσταση είναι ο αντίποδας της άκαμπτης σαν μάσκα έκφρασης του προσώπου του τυπικού Ινδού, Κινέζου ή Γιαπωνέζου. Η τεχνική γιόγκα κατάφερε να διαδοθεί στην Ευρώπη και στην Αμερική, διότι οι άνθρωποι αυτών των πολιτισμών αναζητούν τρόπους να επιβληθούν στις φυσικές νευροφυτικές ορμές τους και ταυτόχρονα να εξαλείψουν τις καταστάσεις άγχους από τις οποίες υποφέρουν. Δεν απέχουν τόσο πολύ, όσο οι προηγούμενοι, από μια, έστω αμυδρή, κατανόηση της οργασμικής λειτουργίας της ζωής.

Θα ήθελα πολύ σύντομα, να θίξω και ένα άλλο φαινόμενο που παίζει καταστροφικό ρόλο στη σημερινή κοινωνική ζωή: πρόκειται για το «στρατιωτικό παράστημα», ιδιαίτερα όπως ορίζεται και εφαρμόζεται από τους φασίστες. Το «άκαμπτο στρατιωτικό παράστημα» είναι το ακριβώς αντίθετο της φυσικής, χαλαρής, ευέλικτης σωματικής στάσης. Ο αυχένας πρέπει να είναι άκαμπτος, το κεφάλι ψηλά, τα μάτια άκαμπτα καρφωμένα εμπρός, το σαγόνι και το στόμα να έχουν «ανδροπρεπή» έκφραση, το στήθος προτεταμένο, τα χέρια κολλημένα στο σώμα, οι παλάμες ευθυγραμμισμένες με την ραφή του παντελονιού. Η πιο σημαντική ένδειξη της πρόθεσης αυτής της στρατιωτικής τεχνικής να καταπιέσει τη σεξουαλικότητα είναι χωρίς αμφιβολία η παροιμιώδης διαταγή: μέσα το στομάχι, έξω το στήθος. Τα πόδια είναι σφιγμένα κι αλύγιστα. Φανταστείτε τώρα την κατάσταση των ασθενών που παλεύουν προσπαθώντας με κάθε τρόπο να ελέγξουν τις συγκινησιακές ορμές τους. Οι ώμοι και οι αυχένες τους είναι σκληροί, σφιγμένοι, οι κοιλιές ρουφηγμένες προς τα μέσα, οι λεκάνες τραβηγμένες προς τα πίσω, τα χέρια κολλημένα σφικτά στο σώμα, τα πόδια τεντωμένα και αλύγιστα. Η ταύτιση προχωρά ακόμα περισσότερο: το τέντωμα των αστραγάλων είναι τυπική κλινική ένδειξη τεχνητού ελέγχου των συγκινήσεων. Είναι επίσης αυστηρή προϋπόθεση για το πρωσσικό βάδισμα της χήνας. Οι άνθρωποι που ανατρέφονται με αυτόν τον τρόπο και αναγκάζονται να διατηρούν αυτή τη σωματική στάση, είναι ανίκανοι να έχουν φυσικές νευροφυτικές ορμές. Μετατρέπονται σε μηχανές, εκτελώντας τυφλά μηχανικές ασκήσεις εγχειριδίων, φωνάζοντας υπάκουα «Μάλιστα, κύριε λοχαγέ», πυροβολώντας μηχανικά τον αδελφό, τον πατέρα, τη μητέρα, την αδελφή τους. Η ανατροφή ανθρώπων με τέτοιο τρόπο ώστε να υιοθετήσουν άκαμπτη, αφύσικη σωματική στάση είναι μια από τις πιο σημαντικές μεθόδους που χρησιμοποιεί ένα δικτατορικό κοινωνικό σύστημα για να παραγάγει άβουλους, αυτοματοποιημένα λειτουργούντες οργανισμούς. Αυτού του είδους η ανατροφή δεν περιορίζεται «στα άτομα». Πρόκειται για ζήτημα που αφορά στον πυρήνα της δομής και διαμόρφωσης του χαρακτήρα του σύγχρονου ανθρώπου. Επηρεάζει μεγάλες πολιτισμικές ομάδες και καταστρέφει τη χαρά της ζωής και την ικανότητα για ευτυχία εκατομμυρίων ανθρώπων. Κατανοούμε έτσι, το νήμα που ενώνει τη συγκράτηση της αναπνοής των παιδιών για να αποφευχθεί ο αυνανισμός, με τη μυϊκή αναστολή των ασθενών μας, με την άκαμπτη στάση του σώματος των εθνικοσοσιαλιστών, όπως και όλων των στρατιωτικών και με τις καταστροφικές τεχνικές αυτοελέγχου ολόκληρων πολιτισμικών ομάδων.

Θα αναγκαστώ να αρκεστώ στην παραπάνω σκιαγράφηση. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η σπουδαιότητα που έχει η στάση του σώματος για την αναπαραγωγή της δομής της κοινωνικής τάξης θα γίνει κάποια μέρα κατανοητή και θα βρεθεί ένας πρακτικός τρόπος επίλυσής της σε μαζική κλίμακα.

Όσο έντονα και αν λαχταρούν τη νευροφυτική ζωντάνια και ελευθερία, τα παιδιά υποχωρούν και απομακρύνονται από αυτές, καταπιέζοντας εκούσια τις ορμές τους όταν δεν βρίσκουν το πρόσφορο περιβάλλον στο οποίο να ζήσουν τη νεανική ζωτικότητά τους, σχετικά απαλλαγμένα από συγκρούσεις. Ένα από τα μεγάλα μυστικά της μαζικής ψυχολογίας είναι ότι ο μέσος ενήλικος, το μέσο παιδί και ο μέσος έφηβος είναι πολύ πιο επιρρεπείς να αποδεχθούν παραιτημένοι την απουσία ευτυχίας παρά να συνεχίσουν να αγωνίζονται για τη χαρά της ζωής, όταν η τελευταία συνεπάγεται τόσο μεγάλο πόνο. Επομένως, έως ότου κατανοηθούν και εξασφαλίσουν οι ψυχικές και κοινωνικές προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την ουσιαστική ζωή, η ιδεολογία της ευτυχίας είναι αναγκασμένη να παραμείνει απλώς σχήμα λόγου.

Με τους «εξεγερσίες» που «μάχονται» εναντίον του εκπαιδευτικού συστήματος δεν εξυπηρετείται κανένας σκοπός. Αυτά που χρειαζόμαστε είναι τα ακόλουθα:

  1. Όσο το δυνατόν ακριβέστερη κατανόηση των μηχανισμών με τους οποίους ελέγχονται με παθολογικό τρόπο τα συναισθήματα.
  2. Την απόκτηση της ευρύτερης δυνατής εμπειρίας, εργαζόμενοι εμπράκτως με τα παιδιά, για να ανακαλύψουμε ποια είναι η στάση των ίδιων των παιδιών προς τις φυσικές ορμές τους υπό τις υπάρχουσες συνθήκες.
  3. Την εύρεση των κατάλληλων εκπαιδευτικών συνθηκών που απαιτούνται για να υπάρχει αρμονία μεταξύ νευροφυτικής ζωντάνιας και κοινωνικότητας.
  4. Τη δημιουργία του γενικού κοινωνικο-οικονομικού υπόβαθρου που απαιτείται από τα παραπάνω.

Ο άνθρωπος έχει κάνει τεράστια πρόοδο όσον αφορά στην κατασκευή και στον έλεγχο των μηχανών. Όμως δεν έχουν περάσει ούτε σαράντα χρόνια από τη στιγμή που άρχισε να καταλαβαίνει τον εαυτό του. Δεν θα καταφέρει να δαμάσει την ψυχική πανούκλα που ρημάζει τον αιώνα μας, παρά μόνο αν αναπτύξει την ικανότητα να ρυθμίζει τη βιολογική του ενέργεια. Ο δρόμος της επιστημονικής έρευνας και της εύρεσης λύσεων για τα προβλήματα της ζωής είναι μακρύς και δύσκολος. Είναι ακριβώς αντίθετος από την αμάθεια και την αναίδεια των πολιτικών. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι κάποια μέρα η επιστήμη θα καταφέρει να χρησιμοποιήσει τη βιολογική ενέργεια όπως χρησιμοποιεί σήμερα τον ηλεκτρισμό. Μόνο τότε θα βρει τον δάσκαλό της η ανθρώπινη ψυχική πανούκλα.

[1]      Περιγράφω το συγκεκριμένο περιστατικό σε ένα άρθρο μου με τίτλο “Der Tic als Onanieäquivalent» (Το τικ ως ισοδύναμο του αυνανισμού), το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Zeitschrift fur Sexualwissenschaft (Περιοδικό σεξολογίας), το 1924.

[2]      Βλ. Ράιχ, “Über den epileptischen Anfall” (Περί της επιληπτικής κρίσεως), Internationale Zeitschrift für Psychoanalyse, 17, 1931.

[3]      Βλ. Ράιχ, Die Bione (Τα βιόντα), εκδόσεις Sexpol, 1938, σελ. 205.