Η πρόληψη της θωράκισης

Από το βιβλίο Ο θωρακισμένος άνθρωπος, συλλογικό, μτφρ. Αργυρώ Τσιραντωνάκη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1979.

Η θωράκιση ενός νεογέννητου βρέφους

του Βίλχελμ Ράιχ, M.D.

Θεωρούμε δεδομένο ότι, με κάθε νεογέννητο βρέφος, αναδύεται απ’ τη μήτρα ένα εξαιρετικά εύπλαστο βιοενεργειακό σύστημα, και ότι από κείνη τη στιγμή και ύστερα θα επηρεαστεί από ένα πλήθος ποικίλων επιδράσεων του περίγυρου. Οι εντυπώσεις, με τις όποιες θα ’ρθει σ’ επαφή, θ’ αρχίσουν να διαμορφώνουν τον ιδιαίτερο τύπο αντίδρασης του βρέφους, ως προς την ηδονή και τη λύπη. Αυτό ισχύει, στο μέτρο που δεν έχει ήδη γίνει σημαντική ζημιά μέσα στη μήτρα. Ας κά­νουμε όμως, για περισσότερη σαφήνεια, μια διάκριση ανάμεσα στην προγεννητική και τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Ο διαχω­ρισμός αυτός μπορεί να γίνει, μολονότι μια προγεννητική βλάβη ενός ορισμένου βαθμού καθορίζει τον τρόπο με τον όποιο τα μεταγεννητικά ερεθίσματα αφομοιώνονται και διαρ­θρώνονται.

Είναι προτιμότερο να διεξάγουμε την ερευνά μας στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης περίπτωσης. Εκείνο που έχει σημασία σ’ αυτό το σημείο, είναι αν, και με ποιο τρόπο μπο­ρούμε να εφαρμόσουμε στη συγκεκριμένη περίπτωση, τη θεμελιώδη αρχή λειτουργίας μας. Ποια εμπόδια θα συναντή­σουμε αν αποφασίσουμε ν’ «αφήσουμε μόνο το συμφέρον του παιδιού να καθορίσει την πορεία των γεγονότων και τίποτ’ άλλο, στο μέτρο βέβαια που αυτό είναι δυνατό»; Η φράση «τίποτ’ αλλο» είναι, βέβαια, λίγο υπερβολική και δεν έχει πλήρη εφαρμογή στην καθημερινή κοινωνική ζωή. Είμαστε προετοι­μασμένοι ν’ αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι για πολλούς αιώ­νες ακόμα, η κατεστραμμένη ζωή θα καταπιέζει την υγιή, νεο­γέννητη ζωή και θα προξενεί λίγο πολύ ζημιά. Ωστόσο, είναι αποφασιστικής σημασίας για τη γενική γραμμή της μεθόδου καθώς επίσης για την επίτευξη κάποιου βαθμού επιτυχίας στο ΟΚΕΝ (Όργονομικό Κέντρο Ερευνών για τα Νήπια — ΣτΜ), να μάθουμε να κρίνουμε τα εμπόδια αναφορικά μ’ αύτη την προσπάθεια, καθώς εμφανίζονται στην καθημερινή ζωή.

Η μητέρα του βρέφους, με το όποιο θ’ ασχοληθούμε, στις σελίδες που ακολουθούν, διαλέχτηκε μεταξύ μιας μικρής ομάδας υποψηφίων ως μια από τις «πιο υγιείς» μητέρες. Από βιολογική σκοπιά, φαινόταν εξωστρεφής, ειλικρινής, χωρίς σημαντικές διαστρεβλώσεις στη χαρακτηροδομή της. Ήταν αρκετά χρόνια παντρεμένη, κι ο γάμος της ήταν ευτυχισμένος. Οι ειδικές απαιτήσεις της δουλειάς του άντρα της στο στρατό τούς είχαν εμποδίσει ως τότε να κάνουν μωρό, ενώ το λαχταρούσαν πολύ. Η μητέρα ήταν μια όμορφη, σεξουαλικά ελκυστική γυναίκα, τριάντα χρονών. Η πρώτη βιοφυσική εξέταση αποκάλυψε ένα δυνατό κορμί, ένα δέρμα ζεστό και λαμ­περό, μάτια που ακτινοβολούσαν, χείλη γεμάτα και αισθησιακά, καλοφτιαγμένα μέλη και κορμό, χαλαρή και ήρεμη συμπε­ριφορά.

Μπορούσε να εκφράσει συναισθήματα κάθε είδους, εντελώς ελεύθερα, πράγμα που αποτελεί τη σημαντικότερη ένδει­ξη για την ύπαρξη ελεύθερα ρέουσας βιοενέργειας. Μπορούσε να κάνει μορφασμούς, να σαρκάσει, να μουγκρίσει, να φωνά­ξει, να δείξει άγχος με τα μάτια της, ν’ ανοίξει εντελώς τα βλέ­φαρά της, να ζαρώσει το μέτωπό της, να δαγκώσει και να χτυ­πήσει δυνατά με τις γροθιές της ένα φανταστικό μισητό αντικείμενο. Το αντανακλαστικό του εμετού (gag reflex) ήταν τέ­λεια αναπτυγμένο. Τα μάτια της είχαν ένα βαθύ, σοβαρό, διει­σδυτικό βλέμμα γεμάτο επαφή, σαν το βλέμμα ενός ελαφιού.

Το ουσιαστικότερο σημείο στην εξέταση μιας μελλοντι­κής μητέρας είναι, βέβαια, οι μηροί και η λεκάνη. και δεν εί­ναι σημαντικές μόνο οι μηχανικές συνηθισμένες λειτουργίες, όπως το πλάτος της εισόδου και εξόδου της διάρθρωσης του σκελετού της λεκάνης, η κανονική θέση της μήτρας, η απουσία αναστροφής και πρόπτωσης, η απουσία κολπικών τριχο­μονάδων, η απουσία τραυμάτων και εξελκώσεων του τράχη­λου, ίνωματωδών και μυωματωδών όγκων της μήτρας, και η κανονική και ανώδυνη εμμηνόρροια. Αυτά τα πράγματα απα­σχολούν τον οποιοδήποτε καλό γυναικολόγο. Εκείνο που εν­διαφέρει εμάς είναι αν μπορεί να βρεθεί η όχι θωράκιση στο τμήμα της λεκάνης.

Η ομάδα Α, στο ΟΚΕΝ, δεν δέχεται μητέρες με θωρακι­σμένη λεκάνη, και η αίτια είναι φανερή. Η θωράκιση της λεκάνης αποκλείει την οργασμική αποφόρτιση, μειώνει τη ζωτικότητα των γεννητικών οργάνων κι επομένως, εμποδίζει την τέλεια βιοενεργειακή λειτουργία του εμβρύου. Επιπλέον, κάνει ολόκληρο το συγκινησιακό σύστημα πιο ευπρόσβλητο στις εντάσεις και το στρες που προκαλούν οι οικογενειακές δυσκολίες, οι διαταραχές της εγκυμοσύνης και ο ίδιος ο τοκε­τός. Δεν αρνηθήκαμε εντελώς τις μητέρες με θωρακισμένη λεκάνη, αλλά τις τοποθετούσαμε στην ομάδα Β, με πρόθεση να μελετήσουμε, στον κατάλληλο χρόνο, την ύπαρξη η την απουσία βλάβης στο έμβρυο που μεγαλώνει σε μια σπαστική μήτρα. Τ’ αποτελέσματα έπρεπε να μένουν σαφώς διαχωρι­σμένα, σύμφωνα με τις βασικές διακρίσεις μας μεταξύ θωρα­κισμένων και αθωράκιστων οργανισμών. Γνωρίζουμε από τις άφθονες κλινικές μαρτυρίες πώς αν η λεκάνη είναι αθωράκι­στη, ο υπόλοιπος οργανισμός είναι επίσης ελεύθερος από σημαντική ακινησία· και πώς αν η λεκάνη είναι θωρακισμένη, θα υπάρχει επίσης πάντα θωράκιση στα άλλα τμήματα του οργανισμού.

Ας επιστρέψουμε όμως στη μητέρα: απολάμβανε τη σεξουαλική επαφή χωρίς φόβο η αναστολές. Μπορούσε ν’ «αφεθεί» ολοκληρωτικά και είχε κανονικές οργασμικές απο­φορτίσεις. Η όλη στάση και έκφρασή της επιβεβαίωναν αυτό το συμπέρασμα. Βρέθηκε μια ελαφριά μόνο υπερευαισθησία στο μεσαίο κοιλιακό τμήμα, που εξαλείφτηκε εύκολα.

Στον ψυχολογικό τομέα, υπήρχε μια τάση προς μια υπερβολικά εξιδανικευμένη στάση αναφορικά με τη μητρότη­τα και τα παιδιά. Η μελλοντική μητέρα ακτινοβολούσε γεμά­τη προσδοκίες να γεννήσει ένα «ύγιές παιδί», να το μεγαλώσει με χαρά κι ευχαρίστηση μόνο. Δεν φαινόταν να συνειδητο­ποιεί απόλυτα πώς το να γεννήσεις και να μεγαλώσεις ένα παιδί είναι ένα σημαντικό και συχνά επίπονο έργο. Όταν της το ανέφεραν, φαινόταν να έχει αυτοπεποίθηση, λίγο υπερβολι­κή μάλιστα, αναφορικά με το έργο που την περίμενε. Φαινό­ταν επίσης να εξιδανικεύει τον άντρα της πέρα απ’ την πραγ­ματικότητα. Δεν είχαν, είπε, καθόλου διαμάχες, ήταν απόλυτα ευτυχισμένοι μαζί, κ.λπ. Οι γιατροί που την εξέταζαν ήξεραν από αναφορές της κοινωνικής λειτουργού, πώς δεν ήταν, ούτε και φαίνονταν όλα, τόσο ρόδινα όσο προτιμούσε να τα παρου­σιάζει η μητέρα. Ο σύζυγος, ένας καλός και γοητευτικός άντρας, είχε μια κλίση προς τις προφορικές πορνογραφικές εκφράσεις· είχε ορισμένες παγιωμένες ιδέες αναφορικά με κοι­νωνικά και πολιτιστικά θέματα, που δεν συμφωνούσαν και τόσο με τη βιολογική δομή της γυναίκας του. Φαινόταν επίσης ν’ απολαμβάνει υπερβολικά την εξιδανίκευση που του γινό­ταν από μέρους της.

Είναι ουσιαστικό να μην αξιολογούμε τούς γονείς με «απόλυτους» όρους μιας «απόλυτης» υγείας αναφορικά με ένα «απόλυτα υγιές» παιδί· αντίθετα, μια τέτοια τάση επιδίωξης της τελειότητας προκαλεί μεγάλο κακό, όπως θα φανεί ξεκά­θαρα αργότερα, όχι μόνο στην επικοινωνία των γονιών αλλά, το σημαντικότερο, στην ίδια την προσπάθεια της προληπτι­κής εκπαίδευσης. Το ιδανικό μιας «απόλυτης» υγείας κι ενός «απόλυτα υγιούς» παιδιού έρχεται σ’ αντίφαση με την πραγμα­τικότητα όπου πρέπει να μεγαλώσει το “παιδί. Είναι επίσης πιθανό ότι αντικρούει την ίδια τη φυσική διαδικασία που ποτέ δεν είναι ούτε μπορεί να είναι τέλεια σύμφωνα με τα (δανικά του ανθρώπου. Η παγίωση απόλυτων ιδανικών στον τομέα της ιατρικής και της εκπαίδευσης εμποδίζει τη σωστή εκτίμηση του τί είναι και τί δεν είναι πιθανό να επιτευχθεί. Το πιθα­νότερο είναι πώς θα καταρρεύσει με τη σύγκρουση με το πρώ­το εμπόδιο που θα βρεθεί στο δρόμο της.

Στην ιδιαίτερη αυτή περίπτωση, όπως και σε άλλες περι­πτώσεις, η μητέρα καθώς και η κοινωνική λειτουργός που ήταν υπεύθυνη για την περίπτωση αυτή κινδύνευαν ν’ αποτύχουν εξαιτίας αυτής της ιδέας σχετικά με την απόλυτη υγεία. Πρόκειται για μια γενική ιδιότητα του ανθρώπινου χαρακτή­ρα, που θα συνεχίσουμε να μελετούμε γι’ αρκετά μεγάλο διά­στημα. Αργότερα θα συνειδητοποιήσουμε με ποιο τρόπο αυτές οι πρώτες εντυπώσεις της μητέρας άρχισαν πράγματι να ασκούν την επίδρασή τους πάνω στο βρέφος προς τη λαθεμέ­νη κατεύθυνση.

Το προσωπικό που θα φρόντιζε τη μητέρα το αποτελούσαν:

ένας παθολόγος, ιατρικός οργονομιστής· έργο του ήταν να επιβλέπει τη συγκινησιακή κατάσταση της μητέρας στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, και να διαλύει οποιοδήποτε μπλοκάρισμα τύχαινε να εμφανιστεί οποιαδήποτε στιγμή σ’ οποιοδήποτε μέρος του οργανισμού.

ένας άλλος ιατρικός οργονομιστής ειδικευμένος στην παρακολούθηση μικρών παιδιών, με πλούσια εμπειρία απ’ το δικό του γιό, που εκείνο τον καιρό ήταν τεσσάρων χρονών.

Μια οργονομικά εκπαιδευμένη κοινωνική λειτουργός· έργο της ήταν να έρχεται σ’ επαφή με τη μητέρα αρκετά συχνά ώστε να μπορεί να εντοπίζει οποιαδήποτε συγκινησιακή η σωματική παρέκκλιση απ’ το φυσιολογικό.

ένας γυναικολόγος που απλώς θα ξεγεννούσε το μωρό ήταν πρόθυμος να συνεργαστεί με το ΟΚΕΝ σ’ οτιδήποτε θεω­ρείτο αναγκαίο για την εξασφάλιση της ανεμπόδιστης ανάπτυξης του παιδιού.

ένας άλλος ιατρικός οργονομιστής, που είχε εκτελέσει μια έξοχη εγχείρηση διάσωσης σ’ ένα ιδιαίτερα προβληματικό τοκετό, επρόκειτο να μείνει στο πλευρό της και ν’ αναλάβει πρωτοβουλία σε περίπτωση καθυστέρησης η περιπλοκής του τοκετού.

Μια μητέρα· αυτή θα μάθαινε πόσα μπορούν να διδα­χτούν οι άλλες μητέρες κατά ομάδες, αναφορικά με τον τοκε­τό και το θηλασμό.

Σ’ αυτό το σημείο μπορεί κανείς να κάνει την ερώτηση: Γιατί όλος αυτός ο περίπλοκος μηχανισμός για τη γέννηση ενός μόνο παιδιού; Η απάντηση είναι η εξής: στο μέτρο, που τίπο­τα δεν είναι γνωστό σχετικά με τις επιδράσεις των βιοενεργειακών και συγκινησιακών διαταραχών πάνω στην εγκυμοσύνη και τον τοκετό, ήταν απαραίτητο να έχουμε όσο το δυνατό περισσότερους ειδικευμένους συνεργάτες να παρακο­λουθούν και αν παρουσιαστεί ανάγκη, να επέμβουν. Λίγο μπορεί να χρησιμεύσει ένας ψυχολόγος που δεν ξέρει τίποτα σχετικά με τα οργονοτικά ρεύματα κι ένας γυναικολόγος πού, μηχανιστικά μόνο προσανατολισμένος, ξεγεννάει ένα μωρό, αν το μωρό αυτό πρόκειται να μελετηθεί αναφορικά με τη συγκινησιακή του ανάπτυξη. Ήταν απαραίτητο να συγκεν­τρωθεί η γνώση πολλών οργονομικά εκπαιδευμένων ειδικών ώστε να παραλειφθούν όσο το δυνατό λιγότερα στη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου. Φαινόταν αποφασιστικής σημασίας η ανάγκη να δοθεί στο συνολικό πρόγραμμα η σωστή αρχή. Ακόμα και οι διαστάσεις γνωμών των διαφόρων παρατηρη­τών μπορούσε ν’ αναμένεται ότι θα αποκαλύψουν σημαντικά προβλήματα στη διάρκεια της προγεννητικής και μεταγεννητικής περιόδου.

Αναφορές σχετικά με τη συμπεριφορά της μητέρας έρ­χονταν από διάφορες πηγές. Μ’ αυτό τον τρόπο, μπορούσε να γίνει διάκριση μεταξύ εκείνου που ήταν κοινή παρατήρηση και εκείνου που μπορεί να ήταν ατομική έμφαση. Επίσης, οι αντιδράσεις των διάφορων συνεργατών μπορούσαν ταυτόχρο­να να μελετηθούν, ενώ βρίσκονταν σ’ επαφή με τη μητέρα.

Για παράδειγμα, μια απ’ τις δυο κοινωνικές λειτουργούς ταράχτηκε σοβαρά όταν, στη διάρκεια της πρώτης εξέτασης, η μητέρα είπε στους ειδικούς που την εξέταζαν πώς απολάμβανε πλήρη γενετήσια ικανοποίηση από τη σεξουαλική επαφή. Η κοινωνική λειτουργός βρισκόταν εκείνη την εποχή σε οξεία κατάσταση απογοήτευσης, και ξέσπασε σε κλάματα. Έτσι μάθαμε πώς μπορεί να επηρεαστεί η προσωπική συναι­σθηματική κατάσταση μιας κοινωνικής λειτουργού, απ’ ορισμένες αποκαλύψεις σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Βέβαια, τέτοια πράγματα συμβαίνουν όποτε η ανθρώπινη ζωή αντιμετωπίζεται ιατρικά η εκπαιδευτικά. Ο καλός γιατρός η ή κοι­νωνική λειτουργός ξέρουν τί συμβαίνει κάτω απ’ την επιφάνεια, σε τέτοιου είδους επαφές. Ο άκαμπτος και καλοθωρακισμένος γιατρός η ή κοινωνική λειτουργός, από την άλλη μεριά, δεν ξέρουν η το απορρίπτουν ως «έκτος θέματος»· μπο­ρούν ακόμα και να εξοργιστούν αν προκόψουν τέτοιες «προ­σωπικές παρεμβάσεις στη δουλειά». Ανάλογα, η φιλολογία στερείται οποιασδήποτε διερεύνησης του ρόλου που παίζουν οι συγκινησιακές δομές των ειδικών που ασχολούνται με την υπόθεση.

Αναφέρουμε εδώ την αναφορά της κοινωνικής λειτουρ­γού, έξι περίπου βδομάδες πριν απ’ τον τοκετό:

Αν σάς ενδιαφέρει η προσωπική μου εντύπωση αναφορικά με την κ. Λ. και Το πώς εγκυμονεί το παιδί, μπορώ να πω πώς είναι εξαιρετική. Ολόκληρη η στάση της σχετικά με το μωρό είναι αξιοσημείωτη, σε σύγκριση μ’ οποιαδήποτε προηγούμενη εμπειρία μου. Όλη η ύπαρξή της φαίνεται διαποτισμένη μ’ ευτυχία και ικανοποίηση. Ακτινοβολεί και δημιουργεί σ’ όποιον είναι κοντά της την αίσθηση πώς είναι καλά και πώς βρίσκεται δίπλα σε κάτι ζωντανό. έχω τό­ση επίγνωση του μωρού, λες και βρίσκεται ανάμεσά μας. Δεν φαίνε­ται να έχει άγχος για οτιδήποτε. Όταν αναφέρεται κάποια ταλαιπω­ρία η πόνος αναφορικά με τη γέννα, δεν φαίνεται καθόλου ενοχλημένη. Όταν έμαθε πώς το μωρό της Γ. Είχε πεθάνει, αντέδρασε με θερμότητα και συμπάθεια, μά χωρίς ίχνος ταύτισης η φόβου. Φαίνε­ται υπέροχα υγιής και δεν έχει παρουσιάσει κανένα οίδημα και κανένα αρνητικό σωματικό σύμπτωμα, απ’ όσο ξέρω. Φαίνεται να αντιλαμβάνεται σωστά το έργο του οργονομικού Κέντρου ερευ­νών για τα Νήπια και συμμετέχει μ’ όλη της την καρδιά.

Εδώ είναι η αναφορά της διευθύνουσας κοινωνικής λει­τουργού, δεκαπέντε μέρες μετά τον τοκετό.

Το μωρό πήρε το πρώτο του μπάνιο την 11η μέρα — φαί­νεται να του αρέσει πολύ· γουργουρίζει και κινείται μέσα στο νερό. Τρομάζει αν το βγάλει κανείς πολύ απότομα απ’ το νερό (τραβά πίσω τούς ώμους).

Είναι πολύ ενεργητικό αναφορικά με τις κινήσεις του κεφαλιού, και μπορεί να κρατά όρθιο το κεφάλι του. Όταν το κρατά κανείς όρθιο κουνά το κεφάλι απ’ τη μια μεριά στην άλ­λη. Στρέφει το κεφάλι και κουνά τα μάτια σύμφωνα με τον ήχο η την κίνηση των ανθρώπων στο δωμάτιο. Φαίνεται να εστιάζει και να συντονίζει τα μάτια και παρακολουθεί τ’ αντικείμενα καθώς κινούνται.

Έχει συχνούς λόξυγγες, σχεδόν μετά από κάθε θηλασμό. Επίσης φτύνει γάλα· η μητέρα λέει πώς αυτό συμβαίνει μόνο όταν θηλάζει απ’ την μποτίλια, όμως παρατηρήσαμε ότι το κά­νει και μετά από θηλασμούς απ’ το στήθος.

Η μητέρα θυμάται πώς στην αρχή το μωρό ήθελε να τρώει πολύ συχνά (κάθε μια ώρα) από το στήθος. Αποκοιμιόταν πάνω στο στήθος της και έβαζε τα κλάματα μόλις η μητέ­ρα του προσπαθούσε να το ξαναβάλει στην κούνια. άρχισε να του δίνεται συχνότερα η μποτίλια (πού μέχρι τότε του δινόταν που και πού) και το μωρό ηρέμησε και φάνηκε να ικα­νοποιείται με την πρόσθετη τροφή. Η μητέρα συνειδητοποίησε πώς μερικές φορές έχει ένταση, γεγονός που επηρεάζει τη ροή του γάλατος. Το μωρό, μερικές φορές κοιμάται περισσότερες ώρες στη διάρκεια της νύχτας, μόνο αν η μητέρα του το κρατά στην αγκαλιά της. Αυτό εξαντλεί τη μητέρα. Η μητέρα λέει πώς στο μωρό αρέσει καλύτερα να θηλάζει απ’ το στήθος παρά απ’ την μποτίλια, αλλά προσαρμόζεται και στη μποτίλια αρκετά εύκολα. Το μωρό πήρε την πρώτη βδομάδα 11 ουγγιές, και τη δεύτερη 1072 ουγγιές. Στοματικός οργασμός παρα­τηρήθηκε μόνο στις τρεις πρώτες μέρες. Το μωρό τρώει ακόμα κάθε τρεις ώρες τουλάχιστο, και συνήθως συχνότερα.

Παρατηρήσαμε το μωρό ενώ ήταν ξαπλωμένο στην κού­νια του. Το χρώμα του και η θερμότητα του κορμιού του ήταν καλά στην αρχή· αργότερα, τα άκρα φαίνονταν χλωμά και κρύα. άρχισε να έχει λόξιγκα που διαρκούσαν αρκετή ώρα. Το στήθος του φαινόταν σκληρό (σαν «κλουβί πουλιού»)· το κρατούσε σε εισπνοή: Μεγάλη εισπνοή, σύντομη εκπνοή, κοφτή και ακανόνιστη. Το μωρό φαινόταν γενικά ανήσυχο. Όταν εί­χε κένωση, τα κόπρανα ήταν χαλαρά και σαν βλήματα — έβγαιναν με φοβερή ορμή, και έκανε χάλια την κούνια του. Το πρόσωπό του έγινε συσπασμένο, τραβούσε προς τα πάνω τα πόδια του. Ο πατέρας του τραβούσε «παιχνιδιάρικα» τα πόδια
και τα χέρια, πράγμα που έκανε το μωρό να μοιάζει ακόμα πιο ενοχλημένο. («Να είσαι καλό, αλλιώς θα σου χτυπήσω τη μύτη.»)

Η δεύτερη αναφορά, τέσσερις μέρες αργότερα, λέει τα εξής:

Ηλικία του μωρού: 19 μέρες:

Το μωρό είχε κρυολόγημα τις δυο τελευταίες μέρες. Η αναπνοή φαινόταν μπουκωμένη· ήταν θορυβώδης, ρηχή και γρήγορη. Η αναπνοή φαινόταν να φτάνει ως το πάνω μόνο μέ­ρος του στήθους, χωρίς να κατεβαίνει στην κοιλιά. Η θορυβώ­δης αναπνοή σταμάτησε όταν κοιμήθηκε ήρεμα στην αγκαλιά μου για μισή ώρα’ όμως το στήθος φαινόταν να κινείται πολύ γρήγορα.

Γενικά, το μωρό φαινόταν ανήσυχο, δυσαρεστημένο και δυστυχισμένο. Έμενε στο στήθος για λίγη μόνο ώρα. Όταν θήλαζε ίδρωνε. (Αυτό γίνεται συχνά, όπως λέει η μητέρα). Το ικανοποιούσε να το παίρνουν στα χέρια, αλλά για λίγη μόνο ώρα, μετά, θήλαζε για λίγο απ’ το στήθος, και στη συνέχεια κοιμόταν για μια σύντομη περίοδο, κτλ. Συνήθως το κλάμα του ήταν σιγανό και μάλλον αδύναμο. Μόνο μια φορά φώναξε με κάποια δύναμη.

Δεν του αρέσει να ξαπλώνει μπρούμυτα, αλλά μερικές φορές ξαπλώνει στο πλάι. καμιά φορά φαίνεται να γαληνεύει όταν ξαπλώνει μπρούμυτα στα γόνατα της μητέρας του, ενώ του χαϊδεύει την πλάτη.

Η μητέρα του δίνει συχνά την μποτίλια στη διάρκεια της νύχτας· ωστόσο, το μωρό ζητά να κοιμάται όλη τη νύχτα στην αγκαλιά της.

Η μητέρα δήλωσε πώς η φροντίδα του παιδιού ήταν πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο περίμενε. Είχε την ιδέα πώς επρόκειτο ν’ αποκτήσει κάποια κούκλα. Της δημιουργεί άγχος και καμιά φορά νιώθει απόγνωση μη μπορώντας να βρει τί πρέπει να κά­νει για να ικανοποιήσει το μωρό. Η μητέρα λέει, πώς το μωρό φαίνεται συχνά πιο ανήσυχο τη νύχτα και κλαίει και τραβά προς τα πάνω τα πόδια του σαν να έχει κράμπα (κολικός;).

Γενικές εντυπώσεις: Μια δυσκολία αναφορικά με την κ. Λ. είναι ότι έχει μια τάση να θέλει ν’ αναφέρει το καθετί ως «υπέροχο». Αυτό παρατηρήθηκε σ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης: είναι μια μη ρεαλιστική στάση, στο στυλ της Πολιάννας, που συγκαλύπτει τα αληθινά γεγονότα. Συνήθως, παραδέχεται την ύπαρξη δυσκολιών μόνο αναφορικά με το παρελθόν. Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση της με τον άντρα της καθώς και για την αντίληψή της γι’ αυτόν. Μια συνέπεια αυτής της στάσης είναι πώς τώρα η μητέρα νοιώθει έκπληκτη και καταπιεσμένη από τις απαιτήσεις του μωρού. Παραδέχεται πώς αγανακτεί για την ποσότητα του χρόνου και της ενέργειας που πρέπει ν’ αφιερώνει στο παιδί, αν και λέει πώς αυτό συνέβαινε μόνο στην αρχή. Επιπλέον, επειδή αυτή τη στιγμή δεν εί­ναι όλα υπέροχα, πιθανώς θα πρέπει να περιμένουμε πώς θα νιώσει αγανάκτηση για το ΟΚΕΝ επειδή ζητάμε τα αληθινά γεγονότα.

Ο κ. Λ. φαίνεται να στερείται, κατά κάποιο τρόπο, ευαισθησίας απέναντι στο μωρό. Χειρίζεται το κορμί του μωρού με μάλλον τραχύ τρόπο για να κάνει επίδειξη, διακινδυνεύον­τας να υπερβεί τα όρια αντοχής του μωρού μόνο και μόνο για ν’ αποδείξει την «υγεία» του. Επίσης, είναι μάλλον επιθετικός και κυριαρχικός με τη γυναίκα του πού, ωστόσο, μιλά πολύ επαινετικά για τον άντρα της και λέει πώς τώρα είναι περισσό­τερο από ποτέ άλλοτε ερωτευμένη μαζί του.

Η πεθερά της κ. Λ συνεχίζει να είναι παρούσα σχεδόν καθημερινά, κι επίσης να κοιμάται εκεί τις νύχτες, μολονότι δεν ζει μαζί τους. Σύμφωνα με την κ. Λ, έχει πετύχει μια πολύ ικανοποιητική διευθέτηση με την πεθερά της, που τη βοηθά στο νοικοκυριό και τα ψώνια. Η κ. Λ είχε παρακινηθεί να περιποιείται η ίδια το μωρό της, αλλά από μερικά πράγματα που λέει, φαίνεται πώς και η πεθερά της ασχολείται αρκετά με το παιδί. Η κ. Λ δηλώνει ότι δεν θα κατάφερνε τίποτα χωρίς την πεθερά της. Φαίνεται πιά να εξαρτάται οριστικά απ’ την μποτίλια· άραγε θ’ αντικαταστήσει το θηλασμό απ’ το στήθος με την μποτίλια;

Περίληψη:

Κάτι δεν είχε πάει καλά. Το μωρό φαινόταν δυσαρεστημένο, και κανείς δεν φαινόταν να ξέρει το γιατί. Σαν υπαινιγμός αναφέρθηκε πώς και η μητέρα δεν φαινόταν να λειτουργεί ολύ καλά. Η δουλειά της μητρότητας φαινόταν πολύ δυσκολότερη απ’ ό,τι είχε φανταστεί.

Μήπως η μητέρα δεν ήταν τόσο καλά προσαρμοσμένη τις βιολογικές της λειτουργίες όσο είχαμε υποθέσει; Ή μήπως υπήρχε κάποια άλλη, κρυφή αίτια υπεύθυνη για τη δυσκολία;

Ξέρουμε πώς συνήθως δεν εμφανίζονται τέτοια προβλήματα στην ιατρική παιδιατρική εργασία. Δίνουν στο μωρό τις χημικές «συνηθισμένες ενέσεις». Αν η μητέρα νιώθει δυσαρεστημένη, την συμβουλεύουν να κάνει εκείνο ή το άλλο, να ηρεμήσει, να χαλαρώσει, να κρατήσει ένα πρόγραμμα, κ.λπ. Σπάνια σκέφτονται ν’ αναζητήσουν τις ρίζες του κακού ανα­φορικά με μια διαταραχή της επαφής ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί. Μια βδομάδα αργότερα, ήρθε η ακόλουθη αναφορά από τη διευθύνουσα κοινωνική λειτουργό:

Σήμερα μίλησα με το δρ. Μ που χτες είδε την Λ. Δεν ήταν ικανοποιημένος μαζί της. Πίστευε πώς είχε ένταση και άγχος. Τα μάτια της φαινόταν θολά. Ο δρ. Μ επιβεβαίωσε την εντύπωση που περιγράφηκε σε προηγούμενες αναφορές. Όταν ο δρ. Μ τις έκανε τις σχετικές ερωτήσεις, η κ. Λ παραδέχτηκε τις δυσκολίες που είχε στο παρελθόν, αλ­λά είπε πώς τώρα όλα πήγαιναν καλά.

Τότε αποφασίστηκε να ταξιδέψουν οι γονείς μαζί με το βρέφος ως το Όργονον, για μια ολοκληρωμένη συνέντευξη και εξέταση της κατάστασης. Είναι ξεκάθαρο πώς το να μάθει κανείς όλες τις λεπτομέρειες αναφορικά με μια τέτοια κατά­σταση μελετώντας μια συγκεκριμένη οικογένεια, είναι πολύ σημαντικότερο από επιπόλαιες έρευνες μ’ εκατοντάδες μωρά. Για ένα μεγάλο διάστημα, σ’ επίπεδο πειραματικής ερευνάς. Η περαιτέρω εξέλιξη απέδειξε ότι η προσέγγιση αυτή ήταν σωστή.

Οι γονείς έφεραν το μωρό στο Όργονον, όταν ήταν πέν­τε βδομάδων και τεσσάρων ήμερων. Τα βασικά σημεία της συνέντευξης ήταν τα εξής:

Ερ. έχεις (μητέρα), επαφή με το μωρό;

Απ. Ναι, συχνά, αλλά μερικές φορές δεν έχω.

Ερ. Πώς το καταλαβαίνεις όταν δεν έχεις επαφή;

Απ. Δεν φαίνεται να μπορώ να βρεθώ σε ηρεμία με το μωρό — φαίνεται να μη το κρατώ με το σωστό τρόπο, και τότε το μωρό δεν φαίνεται να νιώθει άνετα, γίνεται δυστυχισμένο και γεμάτο άγχος.

Η μητέρα είχε επαφή με το μωρό την περισσότερη ώρα, αλλά επίσης ήξερε πότε έχανε την επαφή. Σ’ αυτό το σημείο εκδηλώθηκε η πιο επικίνδυνη παρεξήγηση της έννοιας της «υγείας»:

Η μητέρα φαινόταν να νιώθει ένοχη επειδή δεν ήταν μια «υγιής» μητέρα, και δεν εκπλήρωνε το καθήκον της απέναντι στο ΟΚΕΝ κάθε φορά που έχανε την επαφή της με το παιδί. και το παιδί ανταποκρινόταν, ολοφάνερα, στην έλλειψη επαφής, με δυσαρέσκεια. Επομένως, τί δεν πήγαινε καλά; Προ­φανώς το τελευταίο. Είναι φυσικό για μια μητέρα να χάνει καμιά φορά την επαφή με το παιδί της για μια σύντομη περίοδο. Είναι ένα σημάδι που μαρτυρά μια ευκίνητη και ζωντανή δομή το γεγονός ότι ΞΕΡΕΙ ΠΟΤΕ λείπει η επαφή. Δεν φαίνε­ται καθόλου φυσικό να πρέπει να έχει συναισθήματα ενοχής. Γιατί θα έπρεπε να νιώθει ενοχή μια μητέρα αν προσωρινά δεν έχει επαφή; και τί δημιουργούν τα ένοχα συναισθήματα στον οργανισμό της, και μέσα απ’ αυτόν, στο μωρό;

Αυτού του είδους τα ερωτήματα απασχολούν πολλές μητέρες σε πολλές χώρες.

Η οργονοτική αίσθηση επαφής, μια λειτουργία του οργονοενεργειακού πεδίου τόσο της μητέρας όσο και του παι­διού, είναι άγνωστη στους περισσότερους ειδικούς· ωστόσο, ο γέρος γιατρός του χωριού την ξέρει καλά.

Η οργονοτική επαφή είναι το πιο ουσιαστικό εμπειρικό και συγκινησιακό στοιχείο στη σχέση μεταξύ της μητέρας και του παιδιού, ιδιαίτερα πριν απ’ τη γέννηση και στη διάρκεια των πρώτων ήμερών και βδομάδων της ζωής. Απ’ αυτήν εξαρτάται, βασικά, η μελλοντική τύχη του παιδιού. Φαίνεται ν’ αποτελεί τον πυρήνα της συγκινησιακής εξέλιξης του νεο­γέννητου βρέφους. Γνωρίζουμε ακόμα πολύ λίγα πράγματα γι’ αυτή. Ας την ερευνήσουμε λοιπόν περισσότερο.

Τό επόμενο πρόβλημα αναφορικά με τη συνέντευξη ήταν να ανακαλύψουμε τί προξένησε στο παιδί η διαταραγμένη επα­φή.

Ερώτηση: Πρέπει να περιμένει κανείς πώς το παιδί θα νιώσει δυσφορία δν δεν υπάρχει η επαφή με σένα. Το σημαν­τικό είναι πώς εσύ ξέρεις σαφώς πότε δεν υπάρχει επαφή. Μια θωρακισμένη μητέρα είναι πολύ πιθανό πώς δεν θα ξέρει, κι επομένως δεν θα μπορεί ν’ αλλάξει την κατάσταση. Επίτρεψέ μου να σού κάνω μερικές ερωτήσεις για ν’ ανακαλύψουμε:

  1. Γιατί χάνεις την επαφή;
  2. Πώς αντιδράς εσύ η ίδια στην έλλειψη επαφής, και,
  3. Τί συμβαίνει στο μωρό όταν χάνεις την επαφή μαζί του. Πώς ξέρεις τί θέλει το παιδί όταν κλαίει;

Μητέρα: Κλαίει διαφορετικά ανάλογα με το τί θέλει. έχω μάθει να το διακρίνω. Μερικές φορές δεν είμαι σίγουρη· τότε προσπαθώ διάφορα πράγματα μέχρι να βρω τί θέλει.

Ερώτηση: έχεις δίκιο. Όταν είναι εδραιωμένη τέλεια επαφή, η μητέρα ξέρει τί θέλει το μωρό. Όμως θα πρέπει ν’ απαλλαγούμε απ’ την ιδέα, πώς όλα πρέπει να είναι τέλεια πώς πρέπει να έχεις επαφή μαζί του δλη την ώρα, πώς το μωρό πρέπει να είναι πάντα χαρούμενο και υγιές. Το σημαντικό δεν είναι αν το παιδί νιώθει μερικές φορές δυσάρεστα, αλλά, αν εσύ ξέρεις γιατί υποφέρει και μπορείς να γλυτώσεις τον εαυτό σου και το μωρό απ’ αυτή την κατάσταση. Η υγεία, και από άλλες επίσης απόψεις, δεν εξαρτάται από το αν δεν είναι κανείς ποτέ δυστυχισμένος η αν είναι πάντα υγιής, αλλά, βασικά, εξαρτάται από το αν ο οργανισμός είναι ικανός να λυτρώνεται απ’ τη δυσαρέσκεια και την αρρώστια. Τα ιδανικά αναφορικά με μια «απόλυτη ευτυχία» και «υγεία» πρέπει αμέσως να εγκαταλειφτούν. Είναι μυστικιστικά, ανώφελα και προκαλούν αρκετή ζημιά. Το γεγονός πώς έχεις επίγνωση της ίδιας σου της παροδικής κατάθλιψης δείχνει πώς είσαι μητέρα που λειτουργεί καλά. Ξέρεις ΓΙΑΤΙ σε πιάνει κατάθλιψη;

Μητέρα: Μερικές φορές έχω ένα έντονο συναίσθημα πώς είμαι εξαναγκασμένη να φροντίζω το μωρό κι ότι μου είναι βάρος. Τότε που περίμενα μωρό, δεν ήξερα πώς θα σήμαινε τόση σκληρή δουλειά.

Ερώτηση: είναι αρκετά φυσικό για μια νεαρή, ζωντανή μητέρα να νιώθει αυτό το βάρος και καμιά φορά ν’ αγανακτεί. Δεν μπορείς να πας όποτε θέλεις να χορέψεις, και ο χρόνος σου δεν είναι εντελώς δικό σου. Είναι επίσης φυσικό το γεγο­νός ότι, μέσα στη χαρούμενη αναμονή του μωρού σου, υπερτίμησες την ευχαρίστηση, που δίνει αυτό το γεγονός και υποτίμησες το βάρος, που θα ήσουν υποχρεωμένη να σηκώσεις. θα ήταν πολύ περίεργο να μην αισθανόσουν μερικές φορές αγανάκτηση για το μωρό, η να μην το καταλαβαίνεις και να μπλοκάρεις αυτό το συναίσθημα. Το γεγονός της έλλειψης επίγνωσης αυτών των ανθρώπινων στάσεων θ’ αποτελούσε ένα σοβαρό κίνδυνο για τον εαυτό σου και το μωρό, από συναισθηματική άποψη. Επομένως, μη σ’ ανησυχεί που μερι­κές φορές χάνεις επαφή η δυσαρεστείσαι με το μωρό. Ωστό­σο, πιστεύω πώς υπάρχει κάτι παραπάνω. Μήπως νιώθεις πώς δεν ανταποκρίνεσαι τέλεια στην απαίτηση να είσαι μια «υγιής μητέρα»; Μήπως νιώθεις πώς μια «υγιής» μητέρα θα έπρεπε να έχει ένα «τέλειο» μωρό και ότι δεν θα έπρεπε να είσαι ποτέ στε­νοχωρημένη η απελπισμένη;

Μητέρα: (ενώ ξαφνικά τα μάτια της λάμπουν και το πρόσ­ωπό της, που πριν ήταν χλωμό, κοκκινίζει): Ω ναι, νιώθω να με βαραίνει η υποχρέωση να είμαι πάντα υγιής και τέλεια. Νιώθω πώς δεν ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες που έχουν οι άνθρωποι αναφορικά με το μωρό.

Ερώτηση: αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο. Εκτός από τη φυσική αντίδρασή σου ενάντια στο γεγονός πώς είσαι δεσμευ­μένη εξαιτίας του μωρού, νιώθεις επίσης υποχρεωμένη να συμμορφωθείς με ορισμένες προσδοκίες αναφορικά με την υγεία και την τέλεια συμπεριφορά. Πρόκειται για μια μη απαραίτητη κατάθλιψη. Κάνει κακό και σε σένα και στο παιδί. Ποιος περιμένει Το σα πολλά από σένα;

Μητέρα: με το να είμαι μια από τις «υγιείς μητέρες» που βρίσκονται κάτω από τη φροντίδα του ΟΚΕΝ, νιώθω πώς δεν πρέπει ν’ αποτύχω σαν μητέρα. Αυτό είναι που μου προκαλεί την κατάθλιψη. Ο άντρας μου καμαρώνει συνέχεια για το ότι έχουμε ένα τόσο υγιές μωρό, κι αυτό δεν είναι εντελώς αλήθεια. Το μωρό μου δεν είναι εντελώς υγιές, το ξέρω, μα δεν ξέ­ρω γιατί. Κάνω ό,τι μπορώ μα χωρίς σπουδαίο αποτέλεσμα. Το μωρό μου κρυολόγησε όταν ήταν ηλικίας δυο βδομάδων κι από τότε δεν είναι καλά μολονότι το κρυολόγημα έχει περάσει από καιρό.

Ερώτηση: θα πάμε και σ’ αυτό πολύ γρήγορα. Πρώτα όμως ας μιλήσουμε με τον άντρα σου. (Στον πατέρα) έχεις επαφή με το μωρό; Σου αρέσει;

Πατέρας: το λατρεύω… Το μωρό πάντα μου χαμογελά· έχω καλή επαφή… (Υπήρχε μια περίεργη επίφαση στη δήλω­ση του πατέρα σχετικά με το χαμόγελο.)

Ερώτηση: Τί εννοείς λέγοντας «πάντα μου χαμογελά»; Γιατί θα ’πρεπε να σού χαμογελά πάντα;

Πατέρας: του τραβώ τα πόδια, το κάνω να τεντώνεται, κάνω μερικούς ήχους που του αρέσουν.

Γιατί άραγε θα ’πρεπε ο πατέρας να τραβά τα πόδια του μωρού;

Ερώτηση: δεν θα ’πρεπε να κάνεις πειράματα με το μωρό. Κάνε αυτό που το μωρό θέλει, να μην του κάνεις πράγ­ματα μόνο και μόνο επειδή αρέσουν σε σένα. Απλώς να είσαι με το μωρό. να το χαίρεσαι και όχι να το κοιτάζεις για «πλά­κα». Μείνε στο παρασκήνιο…

Η μητέρα επιβεβαίωσε πώς μερικές φορές αναγκάστηκε να τον σταματήσει.

Ερώτηση: επισκέπτονται πολλοί άνθρωποι το σπίτι σας; επεμβαίνουν στις δουλειές σας; Τί γίνεται με τη μητέρα σου;

Μητέρα: έρχονται καμιά φορά διάφοροι άνθρωποι για να δουν το μωρό, αλλά δεν τούς αφήνω να το πιάνουν. Η πεθερά μου με βοηθά…

Εκείνη τη στιγμή το βλέμμα της μητέρας έγινε άδειο. Τη ρώτησα πώς ήταν οι σχέσεις της με την πεθερά της. Ο έμπειρος οργονομιστής, δεν ήταν δυνατόν να μην παρατηρήσει την αλλαγή στη συμπεριφορά της μητέρας. Η έκφρασή της φαι­νόταν μπλοκαρισμένη και χλόμιασε ελαφρά. Μετά, πολύ διατακτικά, είπε πώς πολύ συχνά ήταν αναγκασμένη να επιβάλλεται στην πεθερά της, λέγοντάς της να σταματήσει να δί­νει διαταγές και να την αφήνει ν’ αποφασίζει μόνη της. Παραπονέθηκε πώς η συμπεριφορά και η «επαφή» της με το παιδί δεν ήταν πάντα σωστή.

Τής δόθηκε η συμβουλή να κρατά την πεθερά της μακριά απ’ το παιδί, και αν πίστευε πώς το παιδί υπέφερε, να το περι­ποιείται εντελώς μόνη της χωρίς καμιά βοήθεια απ’ τη γιαγιά. Σ’ αυτό θέμα θα ’πρεπε ν’ αφήσει τον εαυτό της να οδηγηθεί απ’ την άνεση που νιώθει η δεν νιώθει το ίδιο το μωρό, από τίποτ’ άλλο. Στο μέτρο που το παιδί χαιρόταν την επαφή με τη γιαγιά, δεν υπήρχε πρόβλημα.

Στη συνέχεια, η μητέρα ανέφερε πώς η περιτομή ενός νεογέννητου αγοριού σήμαινε πάρα πολλά πράγματα για τούς γείτονες και τούς συγγενείς της στη μικρή πόλη που ζούσε. Τόσο η οικογένεια όσο και οι γείτονες δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί δεν είχαν κάνει περιτομή στο παιδί. Φαίνον­ταν να έχουν μια περίεργη ιδέα για την περιτομή. Έμοιαζε να εκπληρώνει μια έντονη ανάγκη αυτών των ίδιων μάλλον, παρά οτιδήποτε άλλο.

‘Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη αναφορικά με τούς γονείς της μητέρας. Δεν είχε βρει το κουράγιο να τούς πει πώς το παιδί δεν είχε υποστεί περιτομή· αντίθετα, τούς είχε πει πώς του είχαν κάνει περιτομή, «για να βρει την ησυχία της». Η μητέρα βλέπει πολύ σπάνια τούς γονείς της και, όπως μάς βεβαίωσε δεν πρόκειται να επηρεάσουν το παιδί. Ωστόσο παραμένει αίνιγμα γιατί η μητέρα δεν είχε πει την αλήθεια. Μπορούμε ξεκάθαρα να δούμε πώς, αν η μητέρα δεν είχε συν­δεθεί με το ΟΚΕΝ θα είχε υποκύψει στις προσδοκίες των γονιών της και πώς το παιδί θα είχε υποστεί σοβαρό τραυματι­σμό.

Τέθηκε τότε το ερώτημα αν οι γονείς ήθελαν το παιδί τους να μεγαλώσει σαν εβραίος. ‘Η μητέρα ομολόγησε πώς δεν ήθελε· το θεωρούσε αδιάφορο στο μέτρο που τα εθνικά αυτά σύνορα είναι τεχνητά. ‘Ο πατέρας επέμενε πώς είχε συνεί­δηση του γεγονότος πώς είναι εβραίος και δεν έβλεπε το λό­γο γιατί το παιδί του, καθώς μεγάλωνε, θ’ αρνιόταν το γεγονός πώς και κείνο ήταν εβραίος. Σκόπευε να διδάξει το παιδί σχε­τικά με τούς εβραίους προγόνους του και τις παραδόσεις τους, ώστε να γίνει ένας «καλός εβραίος» έχοντας επίγνωση της ιουδαϊκής κληρονομίας του.

Σ’ αυτό το σημείο φάνηκε να δημιουργείται μια σύγκρου­ση μεταξύ του πατέρα και της μητέρας, αναφορικά με ένα σημαντικό θέμα σχετικό με το μέλλον του παιδιού. Στους οργονομιστές ήταν γνωστό πώς αυτού του είδους οι διαμάχες τείνουν να προκαλέσουν σύγχυση στο παιδί, προκαλώντας σύ­γκρουση στην διπλή του εξάρτηση απ’ τον πατέρα και την μητέρα· ότι επίσης, εκείνος που θα ’βγαινε απ’ αυτή τη μάχη νικημένος, θα ένιωθε πικραμένος και καταπιεσμένος εξαιτίας του άλλου. Στο σημείο αυτό, θα δοκιμαζόταν η θεμελιώδης αρχή λειτουργίας του ΟΚΕΝ, αναφορικά με τη λογική της δύ­ναμη και την αποτελεσματικότητά της. Η σύγκρουση μεταξύ των γονιών, που δημιουργήθηκε εξαιτίας της αντίθεσης ανάμεσα στην κοσμοπολίτικη νοοτροπία της μητέρας και στον εθνικισμό του πατέρα, δεν θα μπορούσε να λυθεί παρά διαμέ­σου του «τρίτου παράγοντα», δηλαδή, της κοινής λειτουργι­κής αρχής, που είναι το ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ. Έτσι ο γιατρός προσπάθησε να εξηγήσει την άποψη του ΟΚΕΝ.

‘Η μητέρα και ο πατέρας είχαν βέβαια, το απόλυτο δικαίωμα να έχουν τα δικά τους συναισθήματα και τις δικές τους γνώμες. Ωστόσο, ο γιατρός που έκανε τις ερωτήσεις πί­στευε, πώς η μητέρα εκπροσωπούσε καλύτερα τα συμφέροντα του παιδιού σε σύγκριση με τον πατέρα. Η άποψη της μητέ­ρας άφηνε πάντα τη δυνατότητα στο παιδί ν’ αποφασίσει αργότερα αν ήθελε να είναι εβραίος η όχι. Η άποψη όμως του πατέρα δεν άφηνε δυνατότητα εκλογής στο παιδί, αλλά το εξανάγκαζε από την αρχή, σε μια φάση που δεν μπορούσε να υπερασπίσει τον εαυτό του, ν’ ακολουθήσει ένα ορισμένο πολιτιστικό και θρησκευτικό πρότυπο που το παιδί, βαθιά μέ­σα του, μπορεί να θεωρούσε άδικο και να ’θελε ν’ απορρίψει.

Μήπως ο πατέρας θα καθόριζε από πρώτα, όπως συνήθι­ζαν να κάνουν οι πατεράδες πριν από μερικές δεκαετίες και που το συνηθίζουν ακόμα και σήμερα, αν το παιδί θα γινόταν ξυλουργός η δικηγόρος; ο πατέρας απάντησε πώς οπωσδήποτε ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο. Το τε, γιατί θα έπρεπε να προσδιορίσει από τώρα αν το παιδί θα μεγάλωνε εβραίος; αρχικά, ο πατέρας δεν μπορούσε να καταλάβει τη λογική αυτού του συλλογισμού. Φαινόταν να πιστεύει πώς το να είσαι εβραίος είναι διαφορετικό από το να είσαι ξυλουργός. Πί­στευε πώς ο ιουδαϊσμός είναι κατά κάποιο τρόπο κληρονομι­κός, κάτι δεδομένο απ’ τη γέννηση κιόλας. Ο γιατρός το αρνήθηκε. Είπε πώς τα παιδιά δεν γεννιόνταν ούτε εβραίοι ούτε ξυλουργοί ούτε οτιδήποτε άλλο· πώς αυτές ήταν προκαταλή­ψεις των ανθρώπων που αποτελούν τον περίγυρο του παιδιού. Το παιδί δεν γεννιέται παρά μόνο σαν ένα εύπλαστο βιοενεργειακό σύστημα, έτοιμο να πάρει απ’ το περιβάλλον του οτιδήποτε θα εντυπωθεί στον οργανισμό του με κάποιο βαθμό επιμονής. Αυτό δεν θα εξυπηρετούσε την ανεξάρτητη και αυτορρυθμιζόμενη εξέλιξη του παιδιού, που και οι δυο γονείς επιθυμούσαν να του εξασφαλίσουν. Όπως ακριβώς η αναγκαστική περιτομή αντιπροσωπεύει μια εξαιρετικά βίαιη επέμβαση στην εγγενή ελευθερία ενός ατόμου, το ίδιο και ο πρώιμος προσδιορισμός αναφορικά μ’ αυτό που το παιδί θα ’πρεπε η δεν θα ’πρεπε να γίνει, παραβιάζει τα δικαιώματα του παιδιού, εξαναγκάζοντάς το, σε μια ηλικία όπου είναι περισσότερο από ποτέ ευπροσάρμοστο, ν’ ακολουθήσει μια προκαθορισμένη κατεύθυνση. Ο ιουδαϊσμός είναι καλός για όποιον τον επιθυμεί, και πρέπει ν’ αποτελεί αντικείμενο σεβασμού όπως και κά­θε άλλη ανθρώπινη πίστη. Δεν υπάρχει τίποτα άσχημο στον ιουδαϊσμό, στο μέτρο που δεν παραβιάζει τα δικαιώματα των παιδιών και δεν επεμβαίνει στη φυσική τους εξέλιξη. ‘Αν, αργότερα, το παιδί έκλινε προς τον ιουδαϊσμό, κανείς δεν θα μπορούσε να έχει αντίρρηση, αφού η εκλογή θα ήταν δική του. Όμως όχι τώρα, ούτε στη διάρκεια των πρώτων πέντε η δέκα χρόνων της ζωής του. Αργότερα, μπορεί να θέλει να γί­νει καθολικός η μωαμεθανός η να λατρεύει τη φύση η να νιώ­θει πώς είναι ελεύθερος να χαρεί απλώς τον κόσμο. Η στάση του πατέρα δεν είχε καμιά σχέση με το συμφέρον του παιδιού, που έπρεπε μόνο του να προσδιορίσει την εξέλιξή του. Αυτή ήταν η βασική πολιτική του ΟΚΕΝ. Κανένα συμφέρον κρατι­κό, πολιτιστικό, θρησκευτικό, εθνικό κ.λπ. Δεν επιτρέπεται να επηρεάσει την εξέλιξη του παιδιού. Ακόμα και το κράτος δί­νει στους πολίτες του το απόλυτο δικαίωμα ν’ αποφασίζουν οι ίδιοι αν θέλουν να γεννηθούν τα παιδιά τους κι αν θέλουν να είναι πολίτες αυτού του κράτους, εκτός, βέβαια, από τις χώρες των «απελευθερωτών». Διαφορετικά, η ιδέα και η σημασία της ελευθερίας και της αυτορρύθμισης θα ήταν χαμένες και δεν θ’ άξιζαν τίποτα απ’ την αρχή κιόλας.

‘Ο πατέρας φάνηκε τώρα να καταλαβαίνει την άποψη του ΟΚΕΝ, όμως, συναισθηματικά, εξακολουθούσε να είναι προσκολλημένος στην προσωπική του άποψη. Υποσχέθηκε να ξανασκεφτεί τα πράγματα και ν’ αναφέρει αργότερα τα συμπεράσματά του.

Απαρχή θωράκισης στην ηλικία των πέντε βδομάδων

Έχουμε μάθει στην οργονομική ιατρική ότι οι περισσό­τερες βασικές λειτουργίες των βιοπαθειών, που εμφανίζονται αργότερα, αρχίζουν ν’ αναπτύσσονται πριν η αμέσως μετά τη γέννηση. Η ψυχολογική προσέγγιση, συμπεριλαμβανόμενης και της ψυχανάλυσης, μπορεί να φτάσει μόνο μέχρι την ηλικία όπου διαμορφώνεται η γλώσσα, δηλαδή, ως τον τρίτο περίπου χρόνο. Πέρα απ’ αυτή την ηλικία πρέπει κανείς να βασίζεται στην εκφραστική, συγκινησιακή γλώσσα και στην οργονοτική επαφή που μπορεί να δημιουργήσει με το ζωντανό σύστημα του παιδιού.

Το μωρό της ερευνάς μας επιβεβαίωσε το γεγονός ότι πρέπει κανείς να διεισδύσει αρκετά βαθιά για να βρει την πηγή της θωράκισης. Το βρέφος έχει αναπτύξει βρογχίτιδα τη δεύ­τερη βδομάδα της ζωής του. Τα συμβάντα αυτού του είδους καταγράφονται συνήθως με τίτλους όπως «κρυολόγημα» η «συνάχι» «πού θα περάσει με τον καιρό, χωρίς περισσότερες συνέπειες». ‘Η οργονομία ενεργεί διαφορετικά. Ρωτά:

  1. Γιατί να εμφανιστεί το κρυολόγημα;
  2. Μήπως εμπλέκονται βιοενεργειακές λειτουργίες στο κρυολόγημα.
  3. Ποιες είναι οι πιθανές συνέπειες ενός τέτοιου πρώιμου κρυολογήματος για τη βιοφυσική λειτουργικότητα του βρέφους.

Το βρέφος μας ήταν χλωμό· το πάνω μέρος του στήθους του ήταν «ήσυχο». Η αναπνοή ήταν θορυβώδης, και το στή­θος δεν φαινόταν να κινείται σωστά με την αναπνοή. Η εκπνοή ήταν ρηχή και σύντομη. Η στηθοσκόπηση αποκάλυπτε βρογχικούς θορύβους. Γενικά, το βρέφος φαινόταν να μη νιώθει άνετα. Αντί να κλαίει δυνατά κλαψούριζε. Κινιόταν λί­γο και φαινόταν άρρωστο.

Πρώτα, έπρεπε να αποδειχτεί αν αυτός ο περιορισμός της αναπνοής είχε εμφανιστεί αμέσως μετά το κρυολόγημα. Η μητέρα επιβεβαίωσε πώς το παιδί είχε αυτούς τούς «θορύβους στο στήθος» αμέσως μετά την έναρξη του «κρυολογήματος». Ήταν ξεκάθαρο πώς το στήθος δεν χαλάρωσε ποτέ εντελώς, από Το τε.

‘Η εξέταση του στήθους έδειξε πώς οι μεσοπλεύριοι μυώ­νες ήταν σκληροί. Το παιδί φαινόταν υπερευαίσθητο στο άγγιγμα σ’ αυτή την περιοχή. Το στήθος στο σύνολό του δεν εί­χε ακόμα σκληρύνει, αλλά κρατιόταν σε στάση εισπνοής και το πάνω μέρος ήταν φουσκωμένο. Κανείς γιατρός, εκπαιδευμένος μόνο με τις κλασικές μεθόδους, δεν θα σκεφτόταν ποτέ πώς κάτι δεν πάει καλά.

Με μια ελαφριά τόνωση των μεσοπλεύριων μυώνων, το στήθος μαλάκωσε. Στις προς τα κάτω πιέσεις υποχωρούσε μαλακά αλλά όχι εντελώς. Το βρέφος άρχισε αμέσως να κινεί­ται ζωηρά· η αναπνοή καθάρισε αρκετά και το μωρό άρχισε να φτερνίζεται (ξέσπασμα ξαφνικής εκπνοής), χαμογέλασε, έβηξε δυνατά μερικές φορές και τελικά κατούρησε. ‘Η χαλάρωση αυξήθηκε ολοφάνερα· η ράχη, κυρτή αρχικά, λύγισε προς τα μπρος και τα μάγουλα κοκκίνησαν. ‘Η θορυβώδης αναπνοή σταμάτησε. Η μητέρα πληροφορήθηκε πώς αυτό το πρώτο μπλοκάρισμα της αναπνοής δεν ήταν υπερβολικά σοβαρό, αλλά θα επανερχόταν. έπρεπε να μάθει να πιέζει η ίδια το στή­θος του κάθε φορά που επαναλαμβανόταν το μπλοκάρισμα της αναπνοής, με μια ελαφριά τόνωση των μεσοπλεύριων μυώνων με κινήσεις σαν ελαφρό γαργάλημα. Το βρέφος ήταν ικανό ν’ απαλλαγεί απ’ τη θωράκιση, αφού θα του δινόταν η «πρώτη βοήθεια»· επομένως, το μπλοκάρισμα δεν μπορούσε να θεωρηθεί χρόνιο σ’ αυτό το σημείο. Όμως, οι γονείς προει­δοποιήθηκαν να προσέχουν μήπως η ακαμψία του στήθους γί­νει χρόνια· έπρεπε, κάθε φορά που θα εμφανιζόταν, να εξαλείφεται.

Θεωρητικά, αυτό ήταν μια σημαντική νέα ενόραση ανα­φορικά με την πρώιμη θωράκιση των βρεφών. Το ίδιο το «κρυολόγημα» μπορούσε να θεωρηθεί σαν αποτέλεσμα μιας συστολής (Αντίδραση του συμπαθητικού συστήματος) του οργανισμού οφειλόμενης στην έλλειψη επαφής με την μητέρα. Αυτού του είδους η συστολή δημιουργεί απαραίτητα χλωρά­δα, μείωση της περιφερειακής θερμοκρασίας και φόρτισης, και, αν συγκεντρωθεί στο στήθος «βρογχίτιδα», δηλαδή, συμ­παθητική διέγερση των βρόγχων με ισχυρότερη έκκριση. Συνεπώς, μια γενική βιοενεργειακή διαταραχή υπάρχει στην πηγή του τοπικού σωματικού συμπτώματος. Το τελευταίο, με τη σειρά του, θ’ αυξήσει την βιοενεργειακή συστολή και θα εμποδίσει την πλήρη εκπνοή. Αυτό, με τη σειρά του, θα προκαλέσει άγχος και νευρικότητα, και στη συνέχεια, θα κάνει ακόμα πιο δύσκολη για το μωρό την εδραίωση τέλειας επαφής με την μητέρα. Η μητέρα, από τη δική της μεριά, γεμάτη συγκρούσεις, ένοχη συνείδηση, και ανταρσία, δεν θα καταφέ­ρει να δημιουργήσει τέλεια επαφή με το βρέφος.

Έτσι, δημιουργείται ο φαύλος κύκλος, που άρχισε απ’ την πρώτη συστολή, και συνεχίστηκε μ’ ένα «κρυολόγημα», με την ανικανότητα της εδραίωσης επαφής, με νέα κρυολογήμα­τα, με περιορισμό της εκπνοής, με έλλειψη ύπνου, με ενόχληση από τη μεριά της μητέρας, με παράλογη συμπεριφορά κ.λπ. Αυτό το είδος του φαύλου κύκλου είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσει τον πυρήνα γύρω απ’ τον όποιο θα συγκεντρω­θούν αργότερα οι βιοπάθειες σαν στρώματα γύρω από ένα κέλυφος. Αυτά είναι τα στρώματα που πρέπει να ξεφλουδίσουμε αργότερα στις βιοπάθειες των ενηλίκων.

Το μεμονωμένο σωματικό σύμπτωμα φαίνεται τώρα απλώς σαν ένας ασήμαντος τροχός στη μεγάλη μηχανή που λέγεται «βιοπάθεια». Το «κρυολόγημα» έχει την προέλευσή του σε μια βιοενεργειακή, δηλαδή συγκινησιακή διαταραχή της ενεργειακή ισορροπίας, και όχι στ’ αθώα «μικρόβια του αέρα» η σ’ αόρατους ιούς. Το βρεφικό «κρυολόγημα» είναι μια άμεση έκφραση ενός ερεθισμού των βλεννωδών μεμβρανών του αναπνευστικού συστήματος, που οφείλεται στην ανισορροπία του ενεργειακού μεταβολισμού εξαιτίας της έλλειψης οργονοτικής επαφής. Αργότερα, οι χρόνια ερεθισμένες βλεννώδεις μεμβράνες μπορούν να λειτουργούν ανεξάρτητα απ’ οποιοδήποτε συγκινησιακό ερεθισμό. Η βιοενεργειακή διατα­ραχή διαρθρώνεται σωματικά σαν μια «προδιάθεση στο κρυο­λόγημα».

Οι νέες αυτές ενοράσεις έχουν τεράστια σπουδαιότητα από πολλές απόψεις:

Πρώτο, αποκτούμε ένα σημαντικό όπλο με το όποιο μπο­ρούμε να πάμε στο πρώιμο παρελθόν των μεταγενέστερων χρόνιων ασθενειών. Αυτό που συνήθως ονομάζεται «προδιά­θεση στην αρρώστια», παρουσιάζεται τώρα με τη μορφή συγκεκριμένων περιορισμών της βιοενεργειακής λειτουργικό­τητας κατά την πρώιμη βρεφική ηλικία.

Λεύτερο, έχουμε μάθει ότι η οργονοτική επαφή ανάμεσα στη μητέρα και το βρέφος έχει πρωταρχική σημασία για την κατανόηση και την ιατρική αντιμετώπιση των ατυχημάτων που συνέβησαν σε μικρή ηλικία και που ως τώρα δεν έχουν αναγνωριστεί.

Τρίτο, αρχίζουμε να μαθαίνουμε να διαβάζουμε τη γλώσ­σα της συγκινησιακής έκφρασης του βρέφους, εξαιρετικά ελπιδοφόρα προοπτική. Επομένως, μπορούμε να ελπίζουμε, με κάποιο βαθμό βεβαιότητας, πώς η ομίχλη που περιβάλλει σή­μερα τις πρώτες βρεφικές αρρώστιες σιγά-σιγά θα διαλυθεί.

Πρέπει ν’ αναφερθεί ξεκάθαρα πώς αυτή είναι μόνο μια απλή αρχή· θα χρειαστούν πολλές δεκαετίες και πολλοί συνεργάτες σ’ αυτό τον τομέα για να μάθουμε την έναρξη της αρρώστιας στην πρώιμη νηπιακή ηλικία.

Την επομένη μέρα ξανάφεραν το βρέφος για μια επίδειξη μπροστά σε 30 περίπου γιατρούς, εκπαιδευτικούς, κοινωνι­κούς λειτουργούς και συνεργάτες των εργαστηρίων. ‘Η ανώμαλη αναπνοή είχε επιστρέψει ως ένα βαθμό. Αυτή τη φορά ήταν αρκετά εύκολο να αφαιρεθεί η θωράκιση και το παιδί μπόρεσε να φωνάξει δυνατά, ενώ προηγούμενα κλαψούριζε μόνο αδύναμα.

Δέκα μέρες αργότερα, λάβαμε την ακόλουθη αναφορά απ’ τη διευθύνουσα κοινωνική λειτουργό:

Η μητέρα δήλωσε πώς το μωρό «άνθιζε» από τότε που το είχαν φέρει στο Όργονον. Είχε κοιμηθεί ήσυχα σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού ως το σπίτι. Προηγούμενα δεν μπορού­σε να κοιμηθεί παρά για πολύ σύντομες περιόδους. Τώρα, κοι­μάται μερικές φορές ολόκληρη τη νύχτα η τουλάχιστον έξι μ’ οχτώ ώρες συνέχεια. Τρώει με μεγάλη όρεξη και κλαίει δυνα­τά. Όταν είναι ξύπνιο, χαμογελά και «μιλά» συχνά. Η μητέρα έχει τώρα, τέλεια επίγνωση της οργονοτικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην ίδια και το μωρό. Νιώθει καλά, κι έχει αυτοπεποίθηση. Δεν υποφέρει από έλλειψη επαφής, και το μωρό αντιδρά με μεγάλη ευχαρίστηση στη σωματική επαφή. Το κλάμα του μωρού είναι πολύ πιο δυνατό από πριν. Επίσης είναι πολύ πιο «απαιτητικό». Αν όμως οι ανάγκες του δεν ικανο­ποιηθούν αμέσως όταν κλαίει, το σώμα του γεμίζει ένταση και κοκκινίζει, και η ράχη του καμπυλώνεται σαν αψίδα ενώ κρα­τά την αναπνοή του.

Η αναπνοή συνεχίζει να είναι θορυβώδης, συνήθως κάθε φορά που κινείται και κλωτσά μ’ ενεργητικότητα, και ποτέ όταν κοιμάται. Η μητέρα προσπαθεί με επιτυχία να πιέζει ελαφρά το στήθος προς τα κάτω, όταν καθηλώνεται σε στάση εισπνοής, η γαργαλάει μαλακά τα μεσοπλεύρια διαστήματα στις δυο πλευρές του στήθους. Του μωρού του αρέσει· το σώμα χαλαρώνει, «υποκύπτει». Όμως αυτό δεν έχει άμεση επίδραση στη θορυβώδη αναπνοή. Γενικά, η μητέρα πιστεύει πώς το στήθος είναι ακόμα κάπως φουσκωμένο και κρατημένο σε θέ­ση εισπνοής. Μερικές φορές η αναπνοή έδωσε στην κοινωνι­κή λειτουργό την εντύπωση πώς είναι «απελπισμένη».

Το πρώιμο μπλοκάρισμα της αναπνοής φαινόταν ν’ αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία καθώς εξετάζονταν περισσό­τερα παιδιά. Κατά κάποιο τρόπο, το διαφραγματικό τμήμα φαινόταν ν’ αντιδρά πρώτο και πιο έντονα στη συγκινησιακή, βιοενεργειακή διαταραχή. Στην περίπτωση του συγκεκριμέ­νου βρέφους, η πρώιμη βρογχίτιδα έχει περιπλέξει την κατά­σταση κι έχει βοηθήσει στην διατήρηση του αναπνευστικού μπλοκαρίσματος για μια ασυνήθιστα μεγάλη χρονική περίοδο. Το βρέφος βρισκόταν ολοφάνερα στο δρόμο για μια χρόνια θωράκιση της περιοχής του διαφράγματος. Ωστόσο, ελπίσαμε πώς η συνεχής επαγρύπνηση αναφορικά με τη θορυβώδη ανα­πνοή, που ήταν συνέπεια του αναπνευστικού μπλοκαρίσμα­τος, μαζί με τη βοήθεια που του έδινε όσο το δυνατό γρηγορό­τερα η μητέρα θα απομάκρυναν τελικά ολότελα την απειλή της χρόνιας θωράκισης στο στήθος. Ταυτόχρονα, θα εξαλειφόταν μια ορισμένη μορφή «προδιάθεσης».

Από τότε, άρχισε να δίνεται μεγάλη προσοχή στο πρώι­μο ιστορικό των θωρακισμένων μικρών παιδιών, για να διαπι­στωθεί αν το αναπνευστικό μπλοκάρισμα είναι ένας ευνοούμενος μηχανισμός πρώιμων συγκινησιακών διαταραχών κατά την βρεφική ηλικία. Φαινόταν εντελώς πιθανό, μια προτεραιό­τητα του διαφραγματικού μπλοκαρίσματος κατά την πρώιμη βρεφική ηλικία, να έχει κάποια σχέση με τη μεγάλη συγκινη­σιακή διεγερσιμότητα του κεντρικού κοιλιακού πλέγματος που βρίσκεται στο διαφραγματικό τμήμα. Άλλα μπλοκαρίσματα αναμένονται τώρα να επεκταθούν προς τα πάνω και προς τα κάτω σ’ ολόκληρο τον οργανισμό. Αυτό έμενε να μελετηθεί τώρα προσεκτικά. Η προοπτική αυτή υποσχόταν πολλά για την έγκαιρη πρόληψη των βιοπαθητικών καταστάσεων.

Τρεις βδομάδες αργότερα, ο ιατρικός οργονομιστής που φρόντιζε το μωρό ανέφερε πώς το μωρό τα πήγαινε πολύ καλά. Το βάρος του είχε διπλασιαστεί και φαινόταν μάλλον
μεγαλόσωμο για την ηλικία του (οι γονείς ήταν μάλλον μικροκαμωμένοι). Τα μέλη του μωρού ήταν τώρα στρογγυλά και γεμάτα, μ’ ένα ρόδινο γεμάτο υγεία χρώμα. Κινιόταν συνεχώς με ζωηράδα. Αυτή ήταν η πιο έντονη εντύπωση που έδινε. Σύμφωνα με την αναφορά του γιατρού, το πρόσωπο του μωρού φαινόταν ν’ αντανακλά τις πράξεις του: άλλαζε συνε­χώς την έκφρασή του από δύναμη, σε ένταση, σε γλυκύτητα, σε χαμόγελα, κ.λπ. Έβγαζε συχνά ήχους γεμάτους ευχαρίστηση και φαινόταν να έχει τέλεια επίγνωση για το τί συμβαί­νει γύρω του. Γενικά, το μωρό φαινόταν τώρα δυνατό, ενεργητικό κι ευτυχισμένο.

Όμως η θορυβώδης αναπνοή εξακολουθούσε να είναι αισθητή την περισσότερη ώρα. Σταματούσε μόνο όταν το μωρό γινόταν λιγότερο ενεργητικό. Η μητέρα είχε μάθει να κατεβά­ζει το στήθος με παιχνιδιάρικο τρόπο, όποτε καθηλωνόταν ψηλά σε στάση εισπνοής. Το μωρό έμοιαζε ν’ απολαμβάνει τη βοήθεια της μητέρας του· «υπέκυπτε» κι έδειχνε ευτυχία, όμως αυτό δεν είχε φανερό αποτέλεσμα πάνω στη θορυβώδη ανα­πνοή, ούτε φαινόταν να έχει μόνιμο αποτέλεσμα πάνω στο στήθος, που μετά από ένα διάστημα ξαναγύριζε στην ψηλή του θέση. Η κοιλιά ήταν λίγο σκληρή· μαλάκωνε μόνο όταν το μωρό έτρωγε.

Ωστόσο, οι φωνές του μωρού και το κλάμα του ήταν πολύ πιο ελεύθερα και πλήρη σε σύγκριση με την κατάστασή τους πριν τρεις βδομάδες, πριν του δοθούν οι πρώτες βοή­θειες. Το τε, όπως θυμόμαστε, το κλάμα ήταν ένα κοφτό κλαψούρισμα. Επίσης το μωρό κοιμάται για μεγάλα διαστήματα και τρώει τακτικά κάθε τέσσερις ώρες περίπου. Τρώει όλων των ειδών τούς πολτούς φρούτων, πίνει χυμούς, και παίρνει βιταμίνες. Η κένωση είναι τακτική μια φορά την ήμερα. Μερικές φορές, μετά το φαγητό, τα χείλη του τρέμουν σε στο­ματικό οργασμό. Η μητέρα παίρνει το μωρό μέσα στον οργονοσυσσωρευτή μια η δυο φορές την ημέρα για τρία με πέντε λεπτά. Αυτό το διάστημα πρέπει να είναι αρκετό για το παιδί, γιατί μετά γίνεται ανήσυχο. Το κορμί του ακτινοβολεί έντονα μέσα στον συσσωρευτή, χωρίς να ιδρώνει. Η ίδια η μητέρα χρησιμοποιεί το συσσωρευτή τακτικά· έχει μια αίσθηση «βυθί­σματος, ελευθερίας» μέσα στο συσσωρευτή και νιώθει πώς η αναπνοή της γίνεται πιο πλήρης.

Αυτή ήταν η αναφορά του γιατρού. ένα πρώτο ουσιαστικό αποτέλεσμα φαίνεται να είχε επιτευχθεί: το μωρό είχε καλυτερέψει σημαντικά. Έμενε να δούμε πώς και πότε, το πρώτο τραύμα του, θα εμφανιζόταν ξανά η θα χειροτέρευε. Από δω και μπρος μπορούσε ν’ αντιμετωπιστεί με μια ποσό­τητα έγκυρων γνώσεων. Οι λίγες αυτές γνώσεις θα πλήθαιναν χάρη στην επιπλέον εμπειρία. Αυτή τη στιγμή, ένα ήταν σί­γουρο: Τίποτε απόλυτο δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναφορικά με την «υγεία». Η ορθολογιστική ανατροφή ενός βρέφους αντιμετωπίζει πολλά μικρά και μεγάλα προβλήματα που παρου­σιάζονται κάποια στιγμή και πρέπει ν’ αντιμετωπιστούν επιδέξια. Ο θωρακισμένος γονιός δεν θα νιώσει το πρόβλημα, η κι αν ακόμα το νιώσει, θα είναι γεμάτος απελπισία εξαιτίας της έλλειψης άμεσης οργονοτικής επαφής. Ο γονιός όμως που εί­ναι αρκετά ευκίνητος θα νιώσει το πρόβλημα και σε μερικές περιπτώσεις θα μπορέσει να δώσει τις πρώτες βοήθειες. Στις πιο πολλές περιπτώσεις το πρόβλημα θα μείνει ανέγγιχτο εξαιτίας της έλλειψης γνώσης. ‘Η απαραίτητη γνώση αναφορικά με τη φροντίδα των βρεφών πρέπει να αποκτηθεί λίγο-λίγο από πολλές εμπειρίες και παρατηρήσεις. έργο πραγματι­κά μακρόχρονο και κοπιαστικό· κι όμως το μόνο που έχει κά­ποιες ελπίδες.

Το πρόβλημα που παρέμεινε άλυτο είναι εκείνο που αναφέρεται στην ποσότητα αυτών των λεπτών και εξαιρετικά αυθόρμητων ενεργειών, που συμπεριλαμβάνονται σε μια αμοι­βαία ανθρώπινη σχέση, που διεξάγεται χωρίς τη βοήθεια των λέξεων και αντιστέκεται στην προφορική έκφραση, που θα ήταν δυνατό να διδαχτεί στις μητέρες, τούς πατέρες, τις νοσο­κόμες και τούς γιατρούς γενικά. και αυτό το ερώτημα, ελπίσαμε, με τον καιρό θα ’βρισκε τη σωστή του απάντηση με την προϋπόθεση ότι θα υπήρχε υπομονή και προσεκτική μελέτη, χωρίς προκαταλήψεις. Όμως τώρα στο τέλος, φαίνεται απα­ραίτητη η προειδοποίηση να μη δημιουργηθεί, απ’ όλα αυτά, ένα νέο ιδανικό «τέλειας» οργονοτικής επαφής μεταξύ μητέ­ρας και παιδιού. Ας αφήσουμε τις μητέρες να χαρούν τα μωρά τους και η επαφή θ’ αναπτυχθεί αυθόρμητα.