Βιοηλεκτρικά πειράματα

Από το βιβλίο Η βιοηλεκτρική θεωρία της σεξουαλικότητας και του άγχους, του Βίλχελμ Ράιχ, Μ.D., εκδόσεις Αποσπερίτης, Αθήνα 1982.

Η Βιοηλεκτρική[1] Λειτουργία της Σεξουαλικότητας και του Άγχους[2]

Βασική σύνοψη της κλινικής προσέγγισης

Προσπάθησα ως τώρα να συνοψίσω τις σεξουαλικοκλινικές εκείνες διεργασίες που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές, αν δεν ερμηνευτούν με βάση μια βιοηλεκτρική θεωρία της σεξουαλικότητας. Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεωρία, η διεργασία της σεξουαλικής διέγερσης πρέπει να θεωρείται ως ηλεκτρική φόρτιση των ερωτογόνων ζωνών της επιφάνειας του οργανισμού και ο οργασμός ως εκφόρτιση του δυναμικού που έχει συσσωρευτεί κατά τη διάρκεια των προκαταρκτικών της ερωτικής πράξης.

Επίσης, με βάση τις διεργασίες της νευροφυτικής διέ­γερσης που παρατηρήθηκαν κατά τη θεραπευτική αγωγή ανθρώπων με συγκινησιακές διαταραχές, γεννήθηκε μια θεωρία, σύμφωνα με την όποια η σεξουαλικότητα και το άγχος είναι δύο διεγέρσεις ή «ρεύματα» του βιολογικού οργανισμού, που προέρχονται από την ίδια πηγή, αλλά κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις. Έτσι η σεξουαλι­κότητα θεωρείται ουσιαστικό στοιχείο κάθε πράγματος που έχει σχέση με τη διέγερση, την ροή, την επιφανειακή ένταση και τη διαστολή προς την περιφέρεια. Το ουσια­στικό εσωτερικό ψυχικό χαρακτηριστικό της είναι η αίσθηση ηδονής. Το άγχος, αντίθετα, θα πρέπει να περιλαμβάνει οτιδήποτε έχει σχέση με ρεύμα και διέγερση που κατευθύνονται προς το κέντρο, μακριά από τον κόσμο. Αποτέλεσμά του είναι η κεντρική νευροφυτική ένταση και ουσιαστικό χαρακτηριστικό του κάθε αίσθηση που μπορεί να περιγραφεί με τις λέξεις σφίξιμο, συστολή, άγχος, εσωτερική πίεση κτλ.

Οι θεωρητικές αυτές υποθέσεις ήταν αποτέλεσμα κλινικών παρατηρήσεων και συλλογι­σμών περί οικονομίας της σεξουαλικής ενέργειας. Η θεωρία άντεξε στον χρόνο και επιβεβαιώθηκε πλήρως από την ψυχοθεραπευτική πρακτική, υστερα από πολυετή δοκιμασία. Ήταν από την αρχή φανερό ότι το νόημά της, που προχωράει πέρα από τις νευρώσεις και την παθολογία του χαρακτήρα, θα αποκαλυπτόταν μόνο εφόσον θα ήταν δυνατό να αποδειχτεί πειραματικά η βάση των κλινικών παρατηρήσεων. Μόνο υστερα από τον πειραματικό ελεγχο της θεωρίας θα μπορούσαμε να ξέρουμε, κρίνοντας από την κλινική εμπειρία, αν είχαμε πραγματικά ανακαλύψει ένα ουσιαστικό ζήτημα της διεργασίςα της ζωής — όπως έδειχναν τα φαινόμενα. Διότι αν η σεξουαλικότητα και το άγχος είναι αντιθετικές βασικές λειτουργίες της έμβιας ύλης, τότε θα πρέπει να είμαστε σε θέση να τις επιβεβαιώ­σουμε και να τις αναπαράγουμε πειραματικά.

Θα ήθελα να επαναλάβω τον κανόνα της οργασμικής διέγερσης. Το πρώτο στάδιο της σεξουαλικής διέγερσης είναι η αυξημένη αιμάτωση των ιστών δηλαδή, η αύξηση της μηχανικής έντασης που προκαλείται από τη διόγκωση. Το δεύτερο στάδιο είναι η αύξηση της ηλεκτρικής φόρτισης της επιφάνειας (άνοδος στο σημείο κορύφωσης). Το τρίτο στάδιο είναι η εκφόρτιση του συσσωρευμένου δυναμικού με ακούσιες συστολές των μυών. Το τέταρτο στάδιο είναι η μηχανική χαλάρωση που ακολουθεί την υποχώρηση της υπεραιμίας. Ο κανόνας «ένταση → φόρτιση → εκφόρτιση → χαλάρωση» του οργασμού χρειαζόταν πειραματικό ελεγ­χο, επειδή ακριβώς έδειχνε να συμπυκνώνει θεμελιώδη φαινόμενα της ζωής. Ο οργασμός αποτελεί βασική εκδήλωση της έμβιας ύλης και ο κανόνας έντασης-φόρτισης δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην άβια φύση. Ύστερα από μια ομολογουμένως ελλειπή επισκόπηση της βιβλιογραφίας και μετά από τη διερεύνηση του θέματος με τη συνδρομή φυσιολόγων και φυσικών, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει στην άνόργανη φύση διεργασία κατά την οποία να μετατρέπεται μηχανική ένταση σε ηλεκτρική φόρτιση ούτε και ηλεκτρική εκφόρτιση που να ακολουθείται από μηχανική χαλάρωση. Από την πρώτη κιόλας εξέταση των κλινικών δεδομένων, τέθηκε το ζήτημα αν αυτή η ειδικά λειτουργική σύνδεση ανάμεσα στη μηχανική και τον ηλεκτρισμό αποτελεί την ουσία της βιολογικής δραστηριότητας. Η σημασία του ζητήματος αυτού είναι φανερή. Ο κανόνας έντασης-φόρτισης ήταν, πάντως, μόνο μια υπόθεση που είχε προέλθει από κλινικά δεδομένα και έννοιες. Για να καταλήξει σε μια θεωρία χρήσιμη και με πρακτική εφαρμογή, θα χρειαζόταν να διεξαχθούν πειράματα.

Πάνω άπ’ όλα, έπρεπε να ανακαλύψουμε πειραματικά τη φύση του «νευροφυτικού ρεύματος», το οποίο είναι πολύ σημαντικό για τη κλινική πρακτική της σεξουαλικής οικονομίας και αποτελεί τη βάση της σεξουαλικής διέγερσης.

Επισκόπηση της βιβλιογραφίας

Στη διαθέσιμη βιβλιογραφία της φυσιολογίας δεν υπάρχει καμιά αναφορά στα δεδομένα που αποκαλύφθηκαν πειραματικά και σχετίζονται με τον κανόνα έντασης-φόρτισης και την πρωτογενή νευροφυτική αντίθεση σε­ξουαλικότητας και άγχους. Υπάρχουν ωστόσο αναφορές πειραματικών ευρημάτων που πραγματοποιήθηκαν από επιστήμονες οι οποίοι ασχολούνται με την ηλεκτρική λειτουργία του δέρματος.

Τις πρώτες αναφορές τις σχετικές με το δέρμα ως έδρα ηλεκτροκινητικών δυνάμεων τις συναντάμε στην άλληλογραφία μεταξύ Κ. Λούντβιχ (C. Ludwig) και Ντιμπουά-Ρεϊμόν (Du Bois-Reymond) (Akademische Verlags-gesellschaft, 1927). Γίνεται σ’ αυτές μια διάκριση ανάμεσα στις μελέτες εκείνες που ασχολούνται με το δέρμα ως αγωγό του ηλεκτρισμού (μεταβολή της αντίστα­σης) και σ’ αυτές που το δέρμα θεωρείται γεννήτρια ρεύματος και έδρα ηλεκτροκινητικών δυνάμεων. Ο X. Ράιν (Rein) ανακάλυψε ότι ακόμη και περιοχές του δέρματος που γειτνιάζουν, μπορεί να έχουν αρκετά διαφορετικές ηλεκτρικές ιδιότητες. Το γεγονός ότι οι διαφορές δυναμι­κού εξαφανίζονται όταν το δέρμα κάτω από τα δύο ηλεκτρόδια είναι κατεστραμμένο, θεωρήθηκε από τον Ράιν απόδειξη της μεμβρανικής ιδιότητας του δέρματος (Zeitschrift für Biologie, 1926, σελίδες 85, 195). Ο Φίλιπ Κέλερ (P. Keller) ανακάλυψε ότι τα δυναμικά του δέρματος μεταβάλ­λονται συνέχεια (Klinische Wochenschrift 2, 1929, σελίδα 1081). Ο Κ.Π. Ρίχτερ (C.P. Richter) ερεύνησε την επίδραση που έχει η εποχή του ετους και η ώρα της ημέρας στην αντίσταση του δέρματος και ανακάλυψε ότι σ’ έναν κανονικό άνθρωπο παρουσιάζεται μικρότερη αντίσταση το πρωί άπ’ ό,τι τις άλλες ώρες της ημέρας. Από τις διάφορες μελέτες είναι φανερό ότι δεν μπορούν να δοθούν σταθερές τιμές για την αντίσταση του άνθρώπινου δέρματος στο συνεχές ρεύμα, επειδή οι τιμές αυτές ποικίλουν πολύ από άτομο σε άτομο, ανάλογα με το φύλο και την ήλικία, το μέρος τού δέρματος που εξετάζεται και την ώρα της ημέρας ή την εποχή του έτους, κ.λπ. (Ράιν, Handbuch). Ο Φίλιπ Κέλερ από την άλλη μεριά, παρατηρεί ότι, κάτω από ιδεώδεις πειραματι­κές συνθήκες, δεν υπάρχουν χαρακτηριστικές διαφορές σχετικά με την ήλικία ή το φύλο. Εντυπωσιακή είναι η σαφής αρνητική φόρτιση της παλάμης του χεριού σε σύγκριση με το υπόλοιπο σώμα (56 έναντι 20-30mV). Παρατηρεί επίσης ότι ακόμα και το απαλό άγγιγμα του ανθρώπινου δέρματος δημιουργεί θετικό δυναμικό στις ερεθισμένες δερματικές ζώνες, το όποιο είναι πλήρως αντιστρέψιμο. Ο Κέλερ διατυπώνει την άποψη ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στην αντίδραση του δέρματος και εκείνης των ιδρωτο­ποιών αδένων.

Οι παραπάνω ερευνες της ηλεκτρικής λειτουργίας του δέρματος παραλείπουν να εξετάσουν την ερωτογόνο λειτουργία του, ούτε και συσχετίζουν την ευαισθησία του δέρματος με την ερωτογένεια ή με τα αισθήματα της σεξουαλικότητας και του άγχρυς. Αγνοούν επίσης τις διαφορές των ειδικών σεξουαλικών επιφανειών του οργανισμού σε σύγκριση με το υπόλοιπο δέρμα. Στη θεωρητι­κή αξιολόγηση των διαθέσιμων ευρημάτων, η ερμηνεία των φαινομένων αναζητείται σε τοπικές μεταβολές των αντίστοιχων περιοχών του δέρματος. Για παράδειγμα, διεργασίες στους ιδρωτοποιούς αδένες ενοχοποιούνται για την παραγωγή θετικού δυναμικού. Εδώ βλέπουμε ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται από μια λειτουργία, συγχέονται με την ίδια τη λειτουργία. Μ’ αυτόν τον τρόπο η λειτουργία μιας δερματικής περιοχής περιορίζεται και αποκόπτεται ή απομονώνεται από το γενικό λειτουργικό πλαίσιο του συνόλου του όργανισμού. Όταν, ας πούμε, η παλάμη του χεριού αντιδρά σ’ ένα ερέθισμα τρόμου δημιουργώντας αρνητικό δυναμικό — όπως συμ­βαίνει στην πραγματικότητα — δεν είναι λάθος να θέλει κανείς να το συσχετίσει με τη μεταβολή της λει­τουργίας των αδένων της παλάμης. Συγκαλύπτεται όμως έτσι το βασι­κό γεγονός, ότι στην κατάσταση του τρόμου αντιδρά ολό­κληρος ο οργανισμός και σ’ αυτή την περίπτωση η πα­λάμη δεν είναι παρά μια λεπτομέρεια της συνολικής λειτουργίας.

Για να καταλάβουμε τα συμπεράσματα που θα ακολουθήσουν, πρέπει να σημειώσουμε ότι ως τώρα (1) έχει αποδειχτεί πέρα από κάθε άμφιβολία η ηλεκτροκινητική λειτουργία του δέρματος· (2) το δέρμα διαθέτει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μεμβράνης· (3) δεν είναι δυνατό να τεθούν πρότυπες τιμές του δυναμικού του δέρματος.

Η θεωρητική σύνοψη των πειραματικών μου ανακαλύψεων βασίζεται στην άποψη ότι η ηλεκτρική λειτουργία του δέρματος δεν είναι εντοπισμένη ή περιορισμένη, αλλά πρέπει να τοποθετείται στο πλαίσιο της συνολικής βιοηλεκτρικής λειτουργίας του οργανισμού. Βασί­ζεται επίσης στην άποψη ότι το δέρμα ως μεμβράνη αποτελεί ειδική περίπτωση, εφόσον το σύνολο του βιολογι­κού οργανισμού αποτελεϊται από ένα περίπλοκο σύστημα ηλεκτρολυτών άλατος ή κολλοειδών ηλεκτρολυτών και από ένα σύστημα μεμβρανών. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου περιγράφω τη σχετική βιβλιογραφία και κυρίως τα βασικά πειραματικά συμπεράσματα των Κράους (Kraus), Ζόντεκ (Zondek) και συνεργατών (Βλ. Σεξουαλικότητα και Άγχος: η Βασική Αντίθεση της Νευροφυτικής Ζωής).

Ο Ταρχάνοφ (Tarchanoff) και ο Φέραγκουτ (Veraguth) είχαν ανακαλύψει ότι το δέρμα ανταποκρίνεται σε ψυχικά ερεθίσματα με μεταβολές του δυναμικού. Αυτό ο Ταρχάνοφ το θεώρησε «ψυχογαλβανικό φαινόμενο». Σημα­σία για την ψυχοπαθολογική κλινική εμπειρία έχει όχι μόνο η ηλεκτρική αντίδραση του δέρματος στα συναισθημα­τικά ερεθίσματα, αλλά και η φύση της λειτουργικής σχέ­σης ανάμεσα στο είδος του συναισθήματος και στο είδος της ηλεκτρικής αντίδρασης. Η βιβλιογραφία που αναφέρεται στις σχέσεις ανάμεσα στη νευροφυτική διέγερση και το αίσθημα είναι τόσο πλούσια, που δεν εχουμε τη δυνατό­τητα να παραθέσουμε εδώ λεπτομερή κριτική σύνοψή της. Το σημαντικό για την παρούσα μελέτη μας είναι ότι στη διαθέ­σιμη βιβλιογραφία για τις σχέσεις συναισθηματικότητας και νευροφυτικού συστήματος δεν γίνεται καμιά αναφορά στην ύπαρξη λειτουργικής ταυτότητας και ταυτόχρονης αντίθεσης. Είτε τα οργανικά φαινόμενα θεωρούνται «συνοδευτικά φαινό­μενα» του συναισθήματος, είτε το συναίσθημα θεωρείται «συνέ­πεια» κάποιας νευροφυτικής διέγερσης. Στην πρώτη περίπτω­ση, το συναίσθημα θεωρείται ότι δεν έχει βιοφυσιολογική υλική βάση, αφού τα οργανικά φαινόμενα θεωρούνται απλώς «συνοδευτικά φαινόμενα». Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε μια μηχανιστική άποψη, σύμφωνα με την οποία το συναίσθημα είναι προϊόν της νευροφυτικής διέγερσης, με τον ίδιο τρόπο που η λεγόμενη μυθολογία του εγκεφάλου θεωρεί το ψυχικό έργο έκκριση του εγκεφάλου. Αν υποθέσουμε ότι το συναίσθημα και η νευροφυτική διέγερση αποτελούν αδιαχώριστη και αδιαίρετη λειτουργική ενότητα και ότι δεν μπορούμε να λογαριάζουμε το ένα δίχως το άλλο, τότε ανοίγονται πολλές σημαντικές προοπτικές για την έρευνα του ορίου μεταξύ των κλάδων της ψυχολογίας και της φυσιολογίας.

Η παρούσα μελέτη συμπεριλαμβάνει τη γενετήσια ηδονή στην πειραματική της έρευνα. Στο θέμα αυτό χρειάζεται να δοθεί ιδιαίτερη εμφαση, διότι στους επιστημονικούς κύκλους επικρατούν ακόμα αναστολές σχετικά με τη μελέτη της σεξουαλικής ηδονής.

Παρατηρήσεις στον παλμογράφο

Εκτός από τη θεμελιώδη έννοια της πρωτογενούς αντίθεσης της νευροφυτικής ζωής, ήταν απαραίτητο να γίνεται κι από μία ιδιαίτερη υπόθεση σε κάθε καινούριο βήμα στη διάρκεια των πειραμάτων. Η υπόθεση αυτή βασιζόταν σε κάποιο γνωστό κλινικό δεδομένο. Για να μη γίνονται σφάλματα, έπρεπε να εκτελώ και να επαληθεύω κάθε πείραμα με τέτοιο τρόπο, που αν και με καθοδηγούσε η κλινική θεωρία, ήμουν τελείως απαλλαγμένος από προκαταλήψεις. Στην πορεία των εργασιών μου, ήταν πολλές οι περιπτώσεις που η κλινική θεωρία αποδεικνυόταν ανεπαρκής ή έπαιρνε νέες μορφές. Βασικός στόχος ήταν να ελέγξουμε την ακρίβεια των υποθέσεων που είχαμε κάνει στον κανόνα έντασης-φόρτισης, ή στον «κανόνα του οργασμού» όπως επίσης ονομάζεται.

Το βιολογικό δυναμικό ηρεμίας

Η πρώτη απαραίτητη προϋπόθεση για τη διερεύνηση της ηλεκτρικής λειτουργίας της σεξουαλικότητας είναι να μην έχει καταστραφεί το δέρμα και να διαθέτουν οι επιφάνειες των βλεννογόνων μεμβρανών δυναμικό ηρεμίας ή αλλιώς βασική ηλε­κτρική φόρτιση.

Αν καταστρέψουμε ένα οποιοδήποτε μέρος του δέρμα­τος ενός πειραματικού υποκειμένου ξύνοντας την επιδερμίδα και στη συνέχεια εφαρμόσουμε ένα («ουδέτερο») ηλεκτρόδιο στο μέρος αυτό, ενώ το άλλο («διαφορικό») ηλεκτρόδιο το εφαρμόσουμε χωρίς πίεση σε διάφορες άθικτες περιοχές του δέρματος, τότε μόλις συνδεθεί το υποκείμενο με το ηλεκτρικό κύκλωμα ενός παλμογρά­φου, η φωτεινή δέσμη παρεκκλίνει από την απόλυτη και διαφορετικά ακίνητη μηδενική γραμμή. Η δέσμη μετατο­πίζεται ταχύτατα σε διαφορετική θέση. Αυτό συμβαίνει επειδή η ηλεκτρική επιφανειακή φόρτιση της μη κατε­στραμμένης δερματικής περιοχής έχει διαταράξει —δηλαδή έχει ενισχύσει ή έχει εξασθενήσει— την τάση του πλέγματος της συσκευής, που αντιστοιχεί στην απόλυτη μηδενική γραμμή. Εύκολα μπορεί να αποδειχτεί ότι αυτή η παρεμβολή προκαλείται από τη μη κατεστραμμένη δερμα­τική περιοχή. Διότι αν μετρήσει κάποιος δύο αποξυμένες περιοχές του δέρματος ταυτόχρονα, το απόλυτο μηδενικό σημείο δεν κινείται και η φωτεινή δέσμη μένει εκεί που βρίσκεται.

Φυσικές προϋποθέσεις

Για να κάνουμε πιο κατανοητά τα πειραματικά αποτελέσματα, πρέπει να δώσουμε μια περιγραφή, έστω και απλοποιημένη, της φυσικής αρχής που διέπει τη συσκευή η οποία χρησιμοποιήθηκε για τη μέτρησή τους.

Η βασική αρχή είναι η εξής: η σταθερή ροή ηλεκτρικού ρεύματος διαταράσσεται όταν συνδεθεί το ανθρώπινο σώμα με το ηλεκτρικό κύκλωμα. Η παρεμβολή εκδηλώνεται ως διακύμανση της κατά τα άλλα σταθερής φωτεινής δέσμης. Η φωτεινή δέσμη παράγεται από την αντανάκλαση φωτεινών ακτίνων σε ένα μικρό κάτοπτρο, προσαρμοσμένο στο ηλεκτρομαγνητικά κατευθυνόμενο, κινητό στοιχείο του παλμογράφου.

Drawing page 78 copy

Διάγραμμα συσκευής

Έχει σημασία να κατανοήσουμε τη σχέση ανάμεσα στο ηλεκτρικό δυναμικό του ανθρώπινου σώματος και σ’ αυτό της συσκευής. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να παραθέσουμε μερικές πληροφορίες σχετικά με τη φυσική λειτουρ­γία της ενισχυτικής λυχνίας, με την όποια συνδέεται το σώμα.

Πρέπει να καταλάβουμε γιατί μια ισχυρή φόρτιση στην επιφάνεια του σώματος δημιουργεί θετικό δυναμικό στη συσκευή και μια ασθενής φόρτιση αρνητικό δυναμικό. Ο λόγος βρίσκεται στη λειτουργία της «ενισχυτικής λυχνίας», της οποίας το ρεύμα διαταράσσεται.

Η ενισχυτική λυχνία αποτελείται από ένα γυάλινο θύλακα κενό από άέρα ο οποίος περιέχει μια διάπυρη κάθοδο, που θερμαίνεται από κάποιο «ρεύμα νήματος», και μια «ψυχρή» άνοδο. Ανάμεσα στις δύο βρίσκεται το πλέγμα, το οποίο είναι φτιαγμένο από ένα δίκτυο μεταλλικών συρμάτων. Η άνοδος είναι συνδεδεμένη με τον θετικό πόλο μιας μπαταρίας (μπαταρία ανόδου) και η κάθοδος με τον αρνητικό πόλο. Το ανοδικό ρεύμα κυκλοφορεί με τη μορφή θετικού ρεύματος από την άνοδο προς την κάθοδο. Από τη διάπυρη κάθοδο εξακοντίζονται ηλεκτρόνια —δηλαδή αρνητικά φορτισμένα σωματίδια που παράγουν αρνητικό ρεύμα — προς το πλέγμα και την άνοδο. Η άνοδος είναι θετικά φορτισμένη και έλκει τα αρνητικά σωματίδια που έρχονται από την κάθοδο, επειδή τα αντίθετα ηλεκτρικά φορτία ελκονται μεταξύ τους. Ανάμεσα στην άνοδο και την κάθοδο επικρατεί «ανοδική τάση».

Τάση υπάρχει επίσης και ανάμεσα στο πλέγμα και την κάθοδο, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με εναν ηλεκτρικό άγωγό δημιουργώντας ένα δευτερεύον κύκλωμα. Το πλέγμα φορτίζεται αρνητικά από τα αρνητικά ηλεκτρόνια που προέρχονται από την κάθοδο. Καθώς τα αρνητικά ηλεκτρό­νια προσκρούουν πάνω στο αρνητικό πλέγμα, αποκλίνουν εν μέρει άπ’ αυτό, ενώ η άνοδος, που είναι θετικά φορτι­σμένη, έλκει τα υπόλοιπα. Όσο πιο αρνητική ή λιγότερο θετική είναι η φόρτιση του πλέγματος, τόσο περισσότερα θα είναι τα ηλεκτρόνια που θα αποκλίνουν πίσω προς την κάθοδο, λιγότερα τα ηλεκτρόνια που θα περάσουν προς την άνοδο, λιγότερο ισχυρό θα γίνει το ρεύμα ηρεμίας ανάμεσα στην κάθοδο και την άνοδο και λιγότερο ισχυρή επίσης η τάση πλέγματος, μεταξύ πλέγματος και καθόδου. Όσο λιγότερο αρνητική ή περισσότερο θετική είναι η φόρτιση του πλέγματος τόσο περισσότερα ηλεκτρόνια θα μπορέσουν να περάσουν ως την άνοδο και τόσο ισχυρό­τερο θα είναι το ρεύμα. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε «αρνητικό δυναμικό» και στη δεύτερη «θετικό δυναμικό».

Ας συνδέσουμε τώρα δύο οποιαδήποτε σημεία Α και Β του άνθρώπινου σώματος με την κάθοδο και το πλέγμα. Αν κλείσουμε το κύκλωμα ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, η φωτεινή δέσμη μπορεί να παραμείνει εκεί που βρίσκεται ή να ταλαντωθεί είτε προς τα αριστερά, είτε προς τα δεξιά. Στην πρώτη περίπτωση, αν δε μετακινηθεί, σημαίνει ότι το ρεύμα ηρεμίας της συσκευής, δηλαδή η τάση του πλέγματος, δεν έχει διαταραχθεί. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε δύο πράγματα: Τα δύο σημεία του σώματος μπορεί να έχουν την ίδια φόρτιση, οπότε δεν υπάρχει διαφορά φόρτισης που να φανεί σαν μεταβολή τάσης. Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν συνδέσει κανείς με τη συσκευή δύο επιφάνειες του δέρματος που έχουν εκδορές. Αν ξύσουμε μόνο το ένα σημείο όμως και αφήσουμε το άλλο άθικτο, τότε θα έχουμε μεταβολή τάσης ανάμεσα στο άθικτο και το αποξυμένο σημείο του δέρματος. Η τάση που παράγεται με αυτόν τον τρόπο παρεμβάλλεται στην τάση του πλέγματος, που όταν το σώμα δεν είναι συνδεδεμένο με τη συσκευή, τη βλέπουμε σαν απόλυτη μηδενική γραμμή. Η συσκευή είναι φτιαγμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή η μηδενική γραμμή δεν κινείται όταν το σώμα δεν είναι συνδεδεμένο. Όταν, δηλαδή, η ροή του ρεύματος της συσκευής ή η τάση του πλέγματος είναι σταθερή. Η μηδενική γραμμή καθορίζεται αυθαίρετα από τον τύπο της συσκευής. Έτσι, μια διαφορετική συσκευή μπορεί να δίνει διαφορε­τικές απόλυτες τιμές από τη δική μας.

Όταν οι δύο δερματικές επιφάνειες έχουν διαφορετικά φορτία ή όταν η μία απ’ αυτές έχει εκδορές, η φωτεινή δέσμη παρεκκλίνει από τη μηδενική γραμμή. Αν μετακι­νηθεί προς τα αριστερά (κατά μία δεδομένη διάταξη του παλμογράφου), τότε η δερματική επιφάνεια που συνδέεται άμεσα με το πλέγμα έχει μεγαλύτερη φόρτιση από την τάση του πλέγματος. Από την επιφάνεια του δέρματος μέχρι το πλέγμα δημιουργείται διαφορά δυναμικού κι αυτό φορτί­ζει το πλέγμα θετικά. Έτσι, όπως είπαμε και πιο πάνω, περνούν περισσότερα ηλεκτρόνια από την κάθοδο προς την άνοδο· το ρεύμα στη συσκευή αυξάνεται και δημιουργείται μεγαλύτερη τάση πλέγματος. Η δέσμη του παλμογράφου μετακινείται προς τα αριστερά. Η τάση του πλέγματος, αντίθετα, μειώνεται όταν η επιφάνεια του δέρματος που είναι συνδεδεμένη με το πλέγμα έχει μικρότερη φόρτιση άπ’ αυτό. Στην περίπτωση αυτή, τα ηλεκτρόνια δημιουργούν ισχυρότερη αρνητική φόρτιση στο πλέγμα και το ρεύμα γίνεται αναπόφευκτα ασθενέστερο, αφού το περισσότερο αρνητικό πλέγμα αφήνει λιγότερα ηλεκτρόνια να περάσουν προς την άνοδο.

Έτσι, η αρνητική τάση του πλέγματος δείχνει μείωση και η θετική τάση πλέγματος αύξηση της φόρτισης.

Η επιλογή της κατεύθυνσης «επάνω» ή «αριστερά» και «κάτω» ή «δεξιά» είναι κατά συνέπεια αυθαίρετη, πρέπει όμως να παραμένει η ίδια σε όλη τη διάρκεια του πειράματος. Αν αντιστρέψουμε τον παλμογράφο ή αν συνδέσουμε το υπό μέτρηση σημείο του σώματος με την κάθοδο αντί με το πλέγμα, μπορούμε εύκολα να δούμε ότι ορισμένες σχέσεις αντιστρέφονται. Αν θέλουμε να κατα­γράψουμε τα θετικά φορτία στο άνω μέρος της καμπύλης (αριστερή παρέκκλιση της φωτεινής δέσμης) και τα αρνητικά φορτία στο κάτω μέρος, πρέπει να προσαρμόσου­με το θετικό μέρος του σώματος στον θετικό πόλο του οργάνου ώστε να πάρουμε παρεκκλίσεις προς τα αριστερά και άνω.

Όσον αφορά στο ζήτημα αν η πόλωση των μεταλλικών ηλεκτροδίων έχει σχέση με τα φαινόμενα, πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι δημιουργήθηκε στη συσκευή μας μεταξύ σώματος και λυχνίας μια αντίσταση περίπου 2 εκατομμυρίων Οhm, έτσι ώστε στην ουσία δεν υπήρχε καθόλου ροή ρεύματος· η συσκευή έδειχνε μόνο καθαρή τάση. Όπου δεν υπάρχει ροή ρεύματος, δεν υπάρχει ούτε πόλωση. Η δύναμη του ρεύματος που μπορεί να μετα­δοθεί από το σώμα στη συσκευή, σύμφωνα με πληροφο­ρίες του κατασκευαστή του οργάνου, ανέρχεται μόλις σε 10-6 μιλιαμπέρ περίπου.

Κάτω από τις πειραματικές συνθήκες που περιγράψαμε, παίρνουμε έτσι το δυναμικό της δερματικής επιφάνειας μετρούμενο σε σχέση με την τάση του πλέγματος της συσκευής. Μια σειρά από πειράματα έχουν δείξει ότι μόλις μπει σε λειτουργία η συσκευή, όλες οι δερματικές επιφάνειες, εκτός από τις «ευαίσθητες στο γαργάλημα», «ερωτογόνες» ζώνες που ερεθίζονται εύκολα, παρουσιά­ζουν δυναμικό ηρεμίας 10-40mV περίπου. Η επανειλημμένη σύνδεση και αποσύνδεση του πειραματικού υποκειμένου δίνει πάντα το ίδιο αποτέλεσμα, με την εξαίρεση ταλαντώσεων που ανέρχονται από 1 εως 5mV. Το δυναμικό του κανονικού δέρματος είναι το ίδιο και προς τα δεξιά και προς τα αριστερά —δηλαδή συμμετρικό— εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις για τις οποίες θα μιλήσουμε αλλού.

Electrophoto 1 copy
Ι. Δυναμικό ηρεμίας κανονικού δέρματος.
Σε όλες τις ηλεκτροφωτογραφίες Ο= βασική γραμμή ή βασικό δυναμικό (ΔΗ)
VP = Versuchsperson (πειραματικό υποκείμενο). Τα αρχικά όπως BJ, X, Le, κ.λπ., αναφέρονται μάλλον στα άτομα που υποβλήθηκαν στο πείραμα.
↑ = δείχνει ότι το ουδέτερο ηλεκτρόδιο έχει προσαρμοστεί στον δεξιό βραχίονα του πειραματικού υποκειμένου.
↓ = δείχνει ότι το ηλεκτρόδιο έχει προσαρμοστεί στον αριστερό βραχίονα.

Η πρώτη ηλεκτροφωτογραφία (I) δείχνει το δυναμικό ηρεμίας (ΔΗ) μιας γυναίκας (υστερικής). Στο εξωτερικό μέρος της μασχάλης, δεξιά και αριστερά, το δυναμικό είναι το ίδιο, δηλαδή περίπου -18mV, όπως επιβεβαιώνουν επανειλημμένοι έλεγχοι. Όσο για τις άλλες μη-ερωτογόνες επιφάνειες του δέρματος, το δυναμικό σχηματίζει μια «οριζόντια» γραμμή. Σε όλες τις φωτογραφίες φαίνεται καθαρά η κανονικότητα του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ). Η διεύθυνση των καρδιακών επαρμάτων εξαρτάται από το αν χρησιμοποιούμε το ουδέτερο ηλεκτρόδιο στο δεξιό (↑) ή στον αριστερό (↓) βραχίονα. Δεν γνωρίζουμε ακόμα για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό. Η μηδενική γραμμή της συσκευής δεν μεταβάλλεται.

Η οριζόντια κανονικότητα της καμπύλης του δυναμικού χαρακτηρίζει το βιολογικό δυναμικό ηρεμίας της μη κατεστραμμένης επιφάνειας του οργανισμού. Δείχνει ότι η επιφάνεια έχει ομοιόμορφη ηλεκτρική φόρτιση, που παράγεται από το εσωτερικό του οργανισμού και η οποία σπάνια διακυμαίνεται στην κατάσταση ηρεμίας.

Δυναμικό ηρεμίας των σεξουαλικά διεγέρσιμων ζωνών

Ορισμένες περιοχές της δερματικής επιφάνειας ξεχω­ρίζουν από τις άλλες που δεν έχουν καμιά ιδιαίτερη ερωτογένεια. Αναφέρομαι στις περιοχές εκείνες που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες και που ανταποκρίνονται στα ερεθί­σματα κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας, δηλαδή, το πέος, ο βλεννογόνος του κόλπου, η γλώσσα, τα χείλη, ο βλεννογόνος του πρωκτού, οι θηλές, οι παλάμες, οι λοβοί των αυτιών και —πράγμα αρκετά περίεργο— σε ορισμένους ανθρώπους με διανοητική κλίση, το μέτωπο. Η ηλεκτρική λειτουργία των σεξουαλικών ζωνών είναι διαφορετική από την ηλεκτρική λειτουργία του υπόλοιπου δέρματος. Το ειδικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι παρουσιάζουν είτε πολύ ψηλότερο, είτε πολύ χαμηλότερο δυναμικό ηρεμίας από τις άλλες κοινές επιφάνειες του δέρματος. Σ’ αυτές τις τελευταίες δεν μπόρεσα ως τώρα να βρω δυναμικά που να είναι μεγαλύτερα των 0 και μικρότερα των –40mV. Σε πολυάριθμες ωστόσο μελέτες των σεξουαλικών περιοχών, παρατήρησα αποκλίσεις του παλμογράφου που έφταναν τα +200mV, δηλαδή ένα πέμπτο του βολτ. Απ’ ό,τι φαίνεται από διάφορα δεδομένα, είναι δύσκολο να καθορι­στεί το ανώτατο όριο της ικανότητας φόρτισης των σεξουαλικών ζωνών.

Στο σημείο αυτό συναντάμε κάτι που θα αποδειχτεί η ουσία του γενικότερου προβλήματος. Από την κλινική εμπειρία με συγκινησιακά διαταραγμένους ασθενείς, γνωρίζουμε ότι η επιφάνεια του δέρματος στις σεξουα­λικές ζώνες παρουσιάζει ένταση αίσθησης και διεγερσιμότητας που ξεπερνά κατά πολύ αυτή του υπόλοι­που δέρματος. Όταν οι λειτουργίες αυτές δεν είναι διαταραγμένες, οι άνθρωποι τις βιώνουν υποκειμενικά ως αίσθηση ρεύματος, κνησμό, ταχυπαλμία, ευχάριστη αίσθηση ζεστασιάς, κ.λπ. Οι μη ερωτογόνες επιφάνειες του δέρματος εμφανίζουν αυτά τα χαρακτηριστικά είτε σε πολύ μικρότερο βαθμό, είτε καθόλου. Μπορούμε άραγε να πούμε ότι η ένταση της διέγερσης μιας σεξουαλικής ζώνης αντιστοιχεί στην ηλεκτρική της φόρτιση; Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα πρέπει πρώτα να επισημάνουμε μια σειρά από άλλα γεγονότα.

Οι ερωτογόνες ζώνες μπορεί (1) να είναι φορτισμένες ηλεκτρικά μέσα στα όρια διακύμανσης της φόρτισης του κανονικού δέρματος ή (2) η φόρτισή τους μπορεί να ξεπερνά κατά πολύ το ανώτερο όριο της γενικής φόρτισης της επιδερμίδας.

Μια πλευρά αυτής της ιδιομορφίας εξηγείται από ένα δεύτερο βασικό φαινόμενο που παρατηρείται στον παλμο­γράφο: η φωτεινή δέσμη περιπλανάται· υπάρχει δηλαδή μια βαθμιαία και συνεχής αύξηση ή μείωση του δυναμικού.

Η «περιπλάνηση» του δυναμικού

Η επόμενη ηλεκτροφωτογραφία (II) δείχνει την ηλεκτρική φόρτιση ενός πέους που βρίσκεται σε κατάσταση ημιστύσης κατά τη διάρκεια μισής ώρας. Η συσκευή είναι διαβαθμισμένη με τέτοιο τρόπο, που μια κάθετη διαφορά υψους 1 εκατοστού αντιστοιχεί σε μια διαφορά 10mV. Η πρώτη μέτρηση μας δίνει μια τιμή περίπου +35mV και η δεύτερη σχεδόν διπλάσια, σε σχέση με την τάση του πλέγματος ή με κάποια κατεστραμμένη δερματική επιφάνεια. Ο ελεγχος της μηδενικής γραμμής αποκαλύπτει ελάχιστη μόνο μετατόπιση κατά 3-4mV περίπου, η οποία μπορεί να αγνοηθεί. Η τρίτη μέτρηση είναι πάλι γύρω στα +40mV και η μέτρηση ελέγχου της θηλής περίπου +20mV· η τελευταία μέτρηση του πέους είναι περίπου +70mV. Το ίχνος του ΗΚΓ είναι καθαρό. Η μηδενική γραμμή σταθεροποιείται στο τέλος.

Electrophoto 2 copy

ΙΙ. Δυναμικά πέους σε ημι-στύση.

Οι περιοχές που σημειώνονται με δύο σταυρούς εμφανίζουν πτωτική παρέκκλιση προς τη ζώνη του μείον και προέρχονται από ένα έλεγχο που έγινε πιέζοντας το ηλεκτρόδιο επάνω στο πέος. Θα επιστρέψω σε αυτό το σημείο αργότερα.

Πρέπει τώρα να εξετάσουμε ορισμένα βασικά γεγονότα που είναι ουσιώδη για την κατανόηση της συνολικής λειτουργίας:

  1. Το δυναμικό δεν αυξάνεται αν δεν υπάρχει διάχυτη ερωτική αίσθηση που να συνοδεύει τη διόγκωση του οργάνου. Επομένως το πέος μπορεί να φτάνει σε στύση χωρίς να υπάρχει αύξηση του δυναμικού. Η αύξηση του δυναμικού συνδέεται πάντα με μια ψυχικά ηδονική αίσθηση, και αντίστροφα, όπως θα δούμε σε παρακάτω μελέτες. Η αρχική παραδοχή ότι η στύση καθαυτή έχει σχέση με αύξηση της φόρτισης, αποδείχτηκε λαθεμένη. Το γεγονός αυτό όμως επιβεβαίωσε την μηχανικο-ηλεκτρική υπόθεση. Διότι, ως φαίνεται, εκτός από τη μηχανική διόγκωση, πρέπει να υπάρχει και μεγαλύτερη επιφανειακή φόρτιση για να μπορέσει να δημιουργηθεί το συναίσθημα της σεξουαλικής έντασης, που βιώνεται ως ηδονικό.
  2. Η μεταβολή του επιπέδου του δυναμικού συνήθως δέ συμβαίνει ξαφνικά, άλλα βαθμιαία. Μεταφορικά μιλών­τας, το δυναμικό «περιπλανάται» με περισσότερη ή λιγότερη ταχύτητα ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας. Επανειλημμένοι πειραματικοί έλεγχοι σε ανόργανα υλικά, έχουν δείξει ότι η αργή αυτή οργανική περιπλάνηση έχει ειδικό χαρα­κτήρα, τον οποίο εύκολα μπορεί να τον αναγνωρίσει κανείς έπειτα από κάποια εξάσκηση. Χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη σταθερότητα. Η εσωτερική ψυχική παρατήρηση της μεταβολής της διεγερτικής αίσθησης ρεύματος, που έχει σχέση με αυτή τη σταθερό­τητα, αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός εντυπωσιακού παραλλη­λισμού ανάμεσα στην ποσότητα της διέγερσης και την ένταση της αίσθησης. (Αργότερα θα παραθέσουμε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τους πειραμα­τικούς ελέγχους σε ανόργανα υλικά.)

Electrophoto 3 copy

ΙΙΙ. «Περιπλάνηση» δυναμικού της παλάμης (το υποκείμενο ένιωσε «ροή» νευροφυτικού ρεύματος) b = το δυναμικό ηρεμίας σταματά – c = περιπλάνηση της φωτεινής δέσμης

Η ηλεκτροφωτογραφία (III) δείχνει μια ασθενή περιπλάνηση στην αριστερή παλάμη μιας υστερικής. Με το ηλεκτρόδιο σε ηρεμία, το δυναμικό αυξάνεται από τα +15 περίπου ως τα +30mV. Το ΗΚΓ περιλαμβάνεται στην καμπύλη. Το τμήμα αυτό αντιστοιχεί μόνο στο 1/2 της συνολικής κινηματογραφικής ταινίας· 2,3 χιλιοστά ταινίας αντιστοιχούν περίπου σε χρονικό διάστημα ενός δευτερολέπτου. Επομένως, η περιπλάνηση αντιστοιχεί σε μεταβολή του δυναμικού στο χρονικό διάστημα 25 δευτερολέπτων περίπου. (Αρχικά, δεν καταβλήθηκε προσπάθεια για να πετύχουμε ακριβή προτυποποίηση των αποτελεσμάτων.)

Electrophoto 4 copy
IV. Απότομη περιπλάνηση στην ίδια παλάμη.

Στην επόμενη ηλεκτροφωτογραφία (IV) βλέπουμε μια περιπλάνηση του δυναμικού που καταγράφηκε στην ίδια παλάμη μερικές ημέρες αργότερα. Με την έναρξη της λειτουργίας της συσκευής το δυναμικό ξεκινά από τα +35mV περίπου. Αυξάνεται πολύ πιο απότομα· υπάρχει δηλαδή πολύ μεγαλύτερη αύξηση της διέγερσης ανά μονάδα χρόνου απ’ ό,τι στην πρώτη φωτογραφία. Ήταν κάτι το απόλυτα σύμφωνο με την αντίστοιχη ψυχική κατάσταση. Την ημέρα της δεύτερης φωτογραφίας ο ασθενής ήταν πολύ πιο εύθυμος απ’ ό,τι στην πρώτη περίπτωση.

3. Η αύξηση του δυναμικού πρέπει να θεωρηθεί αντίδραση του οργάνου στο ερέθισμα του απαλού αγγίγματος με το ηλεκτρόδιο. Η ποσότητα της διέγερσης δεν αντιστοιχεί στην ένταση του ερεθίσματος αλλά στην κατάσταση διέγερσης του οργάνου ή στην ετοιμότητά του να διεγερθεί.

 Electrophoto 5 copy     Electrophoto 6 copy
V. (Αριστερά) Βλεννογόνος πρωκτού μιας γυναίκας σε κατάσταση διέγερσης.
VI. (Δεξιά) Η ίδια γυναίκα σε κατάσταση κατάθλιψης (προεμμηνορροϊκή).

Οι επόμενες δύο φωτογραφίες, τραβηγμένες σε διαφορετι­κές ημέρες, δείχνουν την αντίδραση του βλεν­νογόνου του πρωκτού ενός θηλυκού υποκειμένου καθώς έρχεται σε επαφή με το ηλεκτρόδιο ΚCl. Στη φωτογραφία V βλέπουμε την περιπλάνηση του δυναμικού που ξεκινά από τα +25mV περίπου. Το υποκείμενο ήταν πολύ ευτυχισμένο και εύθυμο και έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για το επίπεδο της φόρτισης του οργάνου. Η φωτογραφία VI δείχνει μια ελαφριά πτώση του δυναμικού, που αρχικά φτάνει τα 15mV και παραμένει «οριζόντιο».[3] Τη συγκεκριμένη ημέρα, το πειραματικό υποκείμενο υπέφερε από προεμμηνορροϊκή κατάθλιψη. Επομένως, η φύση και το επίπεδο του δυναμικού αποκαλύπτουν την ψυχική διάθεση. Ποια είναι η σχέση αυτών των δύο παραγόντων μεταξύ τους;

3. Η περιπλάνηση αντιστοιχεί σε μια προοργασμική, διά­χυτη διέγερση ή φόρτιση, που ποικίλλει στο ίδιο άτομο ανάλογα με τη διάθεση.

4. Το προοργασμικό δυναμικό (ΠΟΔ) της ίδιας ερωτογόνου περιοχής διαφέρει από άτομο σε άτομο. Ωστόσο, το δυναμικό ηρεμίας στις μη ερωτογόνες ζώνες είναι περίπου το ίδιο. Το προοργασμικό δυναμικό ανασηκώνεται από το δυναμικό ηρεμίας όπως η βουνοπλαγιά από τον κάμπο. Είναι ενδειξη της αυξημένης βιολογικής δραστηριότητας στην περιφέρεια του οργανισμού.

Για να μπορέσουμε να ελέγξουμε τη σχέση ανάμεσα στην ένταση των ψυχικών αισθήσεων και την ποσότητα της ηλεκτρικής φόρτισης, χρειάστηκε να εξελίξουμε περισσότερο τις πειραματικές διαδικασίες και τους πειρα­ματικούς ελέγχους.

Φαινόμενα γαργαλήματος και πίεσης

Ως τώρα, συζητήσαμε μόνο για τα φαινόμενα εκείνα πού, δίχως την εφαρμογή εξωτερικών ερεθισμάτων, εμφα­νίζονται κάποιες φορές στα διάφορα σημεία του δέρ­ματος, μαρτυρώντας μ’ αυτό τον τρόπο την περιφερική ηλεκτρική φόρτιση του οργανισμού. Η ύπαρξη ηλεκτρικής φόρτισης του είδους και της μορφής που περιγράψαμε, είναι η πρωταρχική προϋπόθεση για την ηλεκτρική λει­τουργία της σεξουαλικότητας. Αυτό όμως δεν είναι ολόκληρη η εξήγηση αυτής της λειτουργίας.

Η μυοκινητική δραστηριότητα γενικά και η ρυθμική τριβή, το τρίψιμο των ηδονικά διεγέρσιμων σωματικών επιφανειών, είναι τα θεμελιώδη βιολογικά φαινόμενα της σεξουαλικότητας. Από την άμεση εμπειρία γνωρίζουμε ότι συνοδεύονται από ηδονική αίσθηση. Μέχρι τώρα όμως δεν γνωρίζαμε σε τι συνίσταται η αντικειμενική φύση αυτής της αίσθησης που συνοδεύει την τριβή. Αν επιβεβαιωθεί η ηλεκτρική θεω­ρία της σεξουαλικότητας, τότε θα μπορούσε να αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφιβολία ότι και τα δύο φαινόμενα εξαρτώνται από τις ηλεκτρικές μεταβολές που συμβαίνουν στην τοποθεσία των ηδονικών αισθήσεων.

Η απλούστερη μορφή με την όποια βιώνεται η σεξου­αλική ηδονή ή η αισθησιακότητα είναι η αίσθηση κνησμού ή γαργαλήματος. Δημιουργεί αυτόματα την εντονη επιθυμία για ξύσιμο ή τρίψιμο, ενέργειες που και οι δυο τους συνδέ­ονται με τη σεξουαλική τριβή. Τουλάχιστον, τα φαινόμενα αυτά ισχύουν γενικά για το ζωικό βασίλειο των μεταζώων.

Γνωρίζουμε από την ψυχοθεραπευτική πρακτική ότι η ηδονική αίσθηση δεν γίνεται να «υπαγορευτεί»· όσο πε­ρισσότερο προσπαθεί κανείς να την εκβιάσει τόσο λιγότερες πιθανότητες έχει να εκδηλωθεί. Έτσι, για να μπορέ­σουμε να παρατηρήσουμε το φαινόμενο, χρειάστηκε να ξεκινήσουμε από τη δημιουργία των καταλλήλων πειραματικών συνθηκών. Το επόμενο ηλεκτροδιάγραμμα (φωτογραφία VII) δείχνει τη διέγερση της γλώσσας ενός άνδρα, στην αρχή με το ηλεκτρόδιο να παρα­μένει ακίνητο, ύστερα να τρίβεται στη γλώσσα απαλά και τέλος να πιέζεται επάνω της τρεις φορές.

Electrophoto 7 copy
VII. Βλεννογόνος της γλώσσας, με χρήση ηλεκτροδίου KCl.
ο = ίχνος ηλεκτροκαρδιογραφήματος – a = περιπλάνηση – b = γαργάλημα – p = πίεση

Στην περίπτωση αυτή οι πειραματικές συνθήκες ήταν οι εξής: το ουδέτερο ηλεκτρόδιο είχε προσαρμοστεί χαμηλά στο αριστερό πόδι και το διαφορικό ηλεκτρόδιο, που ήταν συνδεδεμένο με το πλέγμα της συσκευής, είχε προσαρμοστεί στη γλώσσα δίχως πίεση. Βλέπουμε ότι όταν κλείνει το κύκλωμα, εδραιώνεται αμέσως ένα βασικό δυναμικό +20mV περίπου και αυξάνεται μέσα σε 12 δευτε­ρόλεπτα κατά άλλα 10-12mV. Το βασικό δυναμικό αυξάνεται αργά, καθώς τρίβεται ταυτόχρονα απαλά το ηλεκτρόδιο στην επιφάνεια της γλώσσας. Στο σημείο αυτό εμφανίζονται ταλαντώσεις του δυναμικού γύρω από τη βασική γραμμή· πότε είναι κανονικές και πότε παρεκκλί­νουν περισσότερο στη θετική ή την αρνητική περιοχή.[4]

Το «φαινόμενο του γαργαλήματος» το διαπιστώσαμε σε όλη την επιφάνεια του οργανισμού. Όπως εδειξαν επανειλημμένοι πειραματικοί έλεγχοι, δεν παρουσιάζεται τέτοιο φαινόμενο όταν το ηλεκτρόδιο τρίβεται επάνω σε ανόργανο υλικό (βλ. παρακάτω). Σχετικά με τη φύση του φαινομένου του γαργαλήματος θα επανέλθουμε παρακάτω. Για την ώρα, φτάνει μόνο να θυμόμαστε ότι το τόξο της καμπύλης που ανεβαίνει συνή­θως απότομα στη θετική περιοχή, ενώ το τόξο που κατεβαίνει στην αρνητική περιοχή έχει συνήθως πιο ομαλή κλίση και είναι πιο κοντό από το ανοδικό. Τη σημασία αυτής της παρατήρησης θα τη δούμε άργότερα. Το ΗΚΓ παρακολουθεί με ακρίβεια όλες τις παρεκκλίσεις του δυναμικού.

Στο σημείο D (=πίεση), το ηλεκτρόδιο πιέζεται σταθερά, αλλά χωρίς πολλή προσπάθεια, στον γλωσσικό ιστό. Το δυνα­μικό πέφτει αμέσως και αρκετά απότομα κατά 15-20mV και ξανανεβαίνει αργά στα προηγούμενα επίπεδα, μόλις διακοπεί η πίεση.Φαίνεται επίσης, ότι όταν επιστρέφει το δυναμικό, παρά τη διακοπή, συνεχίζει πάλι αμέσως την αρχική του περιπλάνηση. Το ίδιο συμβαίνει και όταν η πίεση επαναληφθεί τρεις φορές. Το φαινόμενο της πίεσης παρουσιάζεται επίσης και στις μη σεξουαλικές ζώνες, μόνο που εδώ δεν υπάρχει περιπλάνηση.

Electrophoto 8 copy
VIII. Εσωτερικό χειλιών, με χρήση ηλεκτροδίου KCl.
Από το σημείο Κ έως τον αστερίσκο (*) = γαργάλημα

Η επόμενη ηλεκτροφωτογραφία (VIII) δείχνει το φαι­νόμενο του γαργαλήματος στην εσωτερική επιφάνεια του κάτω χείλους μιας κοπέλας (ηλεκτρόδιο ΚCl). Κατά τη διάρ­κεια του γαργαλήματος δημιουργήθηκε αρνητικό δυναμικό, επειδή η πίεση με το ηλεκτρόδιο ήταν, χωρίς να υπάρχει τέτοια πρόθεση, υπερβολική. Η ξαφνική αύξηση στο σημείο Κ δείχνει την απαρχή ισχυρού κνησμού. Αφού στα­ματήσει πια το ερέθισμα του γαργαλήματος, το δυναμικό πέφτει κάπως και βαθμιαία συνεχίζει την περιπλάνησή του στη θετική περιοχή.

Το μέγεθος (της αύξησης) στο φαινόμενο του γαργαλήματος εξαρτάται από: (1) την ένταση της πίεσης, κατ’ αντί­στροφη έννοια: όσο πιο απαλή είναι η πίεση, τόσο πιο απότομη η αύξηση· (2) τη διεγερσιμότητα της ερεθιζόμε­νης περιοχής (άμεση σχέση)· (3) την ψυχική ετοιμότητα (άμεση σχέση).

Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αναλογική σχέση, εφόσον δεν γίνεται να τυποποιηθεί η ένταση της αίσθησης. Όλα όμως δείχνουν ότι θα βρούμε στο μέλλον τις σταθερές τιμές που ζητάμε, στο βαθμό διακύμανσης του δυναμικού. Σύμφωνα με όσα γνω­ρίζουμε σήμερα, η διακύμανση του δυναμικού γύρω από το βασικό δυναμικό είναι ανεξάρτητη τόσο από τη διεγερσιμότητα του οργάνου όσο και από την ψυχική διάθεση και μπορεί συνεπώς να παρουσιαστεί οπουδήποτε. Ως τώρα δεν μπο­ρέσαμε να διαπιστώσουμε απότομη αύξηση του βασικού δυναμικού που να μη συνοδεύεται από ταυτόχρονη αίσθηση κνησμού. Η επόμενη ηλεκτροφωτογραφία (IX) δείχνει πόσο μεγάλη μπορεί να είναι αυτή η απότομη αύξηση του δυναμικού, όταν υπάρχει η ανάλογη ψυχική διεγερσιμότητα. Η φόρτιση της παλάμης δίνει δυναμικό ηρεμίας +20mV περίπου. Όταν εφαρμόζεται για πρώτη φορά το ερέθισμα του γαργαλήματος, η φόρτιση ξαφνικά πηδά στα +55mV περίπου, ύστερα πέφτει κατά περίπου 10mV, μάλλον ως συνέπεια της υπερβολικής πίεσης και έπειτα αυξάνεται πάλι στα + 70mV, όταν εφαρμοστεί και το δεύτερο ερέθισμα γαργαλήματος. Φαίνεται καθαρά ότι τα επάρματα του ΗΚΓ, καθώς και οι τριβικές ταλαντώσεις, υπερθέτονται στη ραγδαία αύξη­ση του βασικού δυναμικού. Έτσι, πρέπει να κάνουμε σαφή διάκριση ανάμεσα: (1) στην αύξηση του βασικού δυναμικού και (2) στην τριβική ταλάντωση γύρω από το βασικό δυναμικό.

Electrophoto 8 copy
IΧ. Ισχυρή αντίδραση στο γαργάλημα της παλάμης.
a = κλείσιμο κυκλώματος – RP = Δυναμικό ηρεμίας – K = αντίδραση γαργαλήματος
b = αντίδραση σε δεύτερο ερέθισμα γαργαλήματος
Electrophoto 9 copy
X. Η ίδια παλάμη ένα λεπτό αργότερα
O = κύκλωμα ανοιχτό – α1 = ξανακλείσιμο του κυκλώματος – W = περιπλάνηση
Κ = γαργάλημα – α2 = νέο γαργάλημα – b1 = παύση γαργαλήματος
c1 = πίεση ασκούμενη τρεις φορές – D = πίεση

Η επόμενη ηλεκτροφωτογραφία δείχνει την ηλεκτρική κατάσταση της ίδιας παλάμης ύστερα από παύση ενός περίπου λεπτού (X). Το βασικό δυναμικό δεν αρχίζει από τα +20mV όπως πρώτα, άλλα από τα +60mV. Περιπλανάται ελαφρά και ύστερα πηδά στα +85mV μόλις εφαρμοστεί το ερέθισμα του γαργαλήματος. Κατά τη διάρκεια του γαργαλήματος περιπλανάται, με σαφή τριβικά φαινόμενα, ως τα +95mV. Μόλις σταματήσει το γαργάλημα πέφτει σιγά-σιγά κατά 5mV στη διάρκεια 12 δευτε­ρολέπτων περίπου. Η άσκηση πίεσης τρεις φορές με το ηλεκτρόδιο προκαλεί μείωση του δυναμικού, μια πτώση 25mV περίπου. Η γραμμή που προκύπτει αν ενώσει κανείς τα σημεία στα όποια αποκαθίσταται το βασικό δυναμικό μετά τη διακοπή της πίεσης, δείχνει τη συνέχεια της βαθμι­αίας πτώσης του δυναμικού.

Ύστερα από τις παρατηρήσεις και τους πειραματικούς ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν, μπορούμε να διατυπώ­σουμε την άποψη, ότι στην ανόργανη ύλη δεν είναι δυνατό να παρουσιαστεί τέτοια κανονικότητα στη διεργασία της ηλεκτρικής φόρτισης και κατά συνέπεια είναι κάτι που ισχύει μόνο για την οργανική ύλη. Θα επιστρέψουμε αργότερα στη γενικότερη σημασία του γεγονότος αυτού σε σχέση με άλλα πειράματα.

Μπορούμε να συνοψίσουμε τα αποτελέσματά μας ως εξής:

  1. Τα ερεθίσματα γαργαλήματος, που προκαλούν αισθήσεις ηδονής ή κνησμού, αυξάνουν την ηλεκτρική φόρτιση της επιφάνειας.
  2. Τα ερεθίσματα πίεσης μειώνουν πάντα την επιφανειακή φόρτιση.

Μήπως η υπακοή αυτή σ’ ένα ορισμένο σύνολο νόμων έχει κάποια γενικότερη σημασία;

Κάποια άλλη μέρα στον ίδιο ασθενή, που βρισκόταν σε αδιάφορη ψυχική κατάσταση, παρουσιάστηκε περίπου η ίδια φόρτιση, συμμετρικά και στην αριστερή και στη δεξιά παλάμη. Και στις δύο περιπτώσεις και σε ένα πείραμα ελέγχου, το βασικό δυναμικό παρέμεινε σχεδόν σταθερό. Η περιπλάνηση ήταν ελάχιστη (φωτογραφίες XI).

Electrophoto 11 copy
ΧΙ. Τα δυναμικά ηρεμίας της δεξιάς και της αριστερής παλάμης είναι συμμετρικά.

Παίρνοντας υπόψη τα πολυάριθμα πειράματα ελέγχου, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η κατάσταση διέ­γερσης —δηλαδή, οι συνθήκες ηλεκτρικής φόρτισης— ενός σεξουαλικού οργάνου είναι διαφορετική σε διαφορετικές χρο­νικές στιγμές.

Γαργάλημα κοντά στο ηλεκτρόδιο

Όταν εξηγούσαμε τα φαινόμενα του γαργαλήματος, ήταν αναπόφευκτο να δημιουργηθεί η αντίρρηση ότι μπο­ρεί να οφείλονται στη διαφορά δυναμικού ανάμεσα στο υλικό που τρίβεται στο δέρμα και στο ίδιο το δέρμα. Γι’ αυτόν τον λόγο, το γαργάλημα εκτελέστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε το ηλεκτρόδιο ακουμπούσε στη συγκεκριμένη περιοχή του δέρματος, ενώ η περιοχή του δέρματος που γειτνίαζε με το ηλεκτρόδιο χαϊδευόταν απαλά με στεγνό (μη αγώγιμο) βαμβάκι ή με φτερό. Το φαινό­μενο του γαργαλήματος εμφανίστηκε με τον ίδιο τρόπο, σαν να είχε τρίψει κανείς το δέρμα με το ηλεκτρόδιο (φωτογραφία XII).

Electrophoto 12 copy
ΧΙΙ. Αντίδραση στο γαργάλημα της παλάμης: το ηλεκτρόδιο αφήνεται πάνω στο δέρμα
ενώ η παρακείμενη δερματική επιφάνεια χαϊδεύεται με βαμβάκι ή φτερό.

Το πείραμα που ακολουθεί εκτελέσθηκε για να καθο­ριστεί η λειτουργική ταυτότητα της αντικειμενικής διακύ­μανσης του δυναμικού και των υποκειμενικών αισθήσεων του γαργαλήματος:

Κάποιος που λειτουργεί ως έλεγχος, παρατηρεί τη συσκευή ενώ το υποκείμενο, σε κάποιο γειτονικό δωμά­τιο, συνδέεται μ’ αυτήν με μακριά καλώδια. Το υποκεί­μενο, που πρέπει να είναι εκπαιδευμένο στην αυτοπαρατήρηση, αναγγέλλει αν η φωτεινή δέσμη είναι σταθερή, αν κινείται, αν δείχνει άνοδο ή πτώση του δυναμικού, κ.λπ. Την αναγγελία αυτή δεν την κάνει με βάση την αίσθηση της επαφής, αλλά με βάση την αίσθηση του γαργαλήματος. Όσο περισσότερη ικανότητα έχει το υποκείμενο να παρατηρεί σωστά τον εαυτό του και όσο πιο απαλό είναι το γαργάλημα —όσο λιγότερο δηλαδή έρχονται σε επαφή το όργανο του γαργαλήματος και το δέρμα— τόσο ακριβέστερα είναι τα αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα αυτά μας δείχνουν ότι η αντικειμενικά ορατή μεταβολή του δυναμικού, αντανακλά ποσοτικά την ένταση της ηδονικής αί­σθησης με «φωτογραφική πιστότητα». Όσο πιο μεγάλη είναι η ένταση της ρέουσας ηδονικής αίσθησης, τόσο πιο επακριβώς αντανακλάται.

Το πείραμα αυτό μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί και αντίστροφα, με τον χειριστή να αναγγέλλει την ενδειξη της συσκευής και το πειραματικό υποκείμενο να την ελέγχει εκτιμώντας την ηδονική του αίσθηση. Φυσικά, η δεύτερη αυτή μέθοδος δεν είναι το ίδιο άκριβής και σωστή όσο η πρώτη.

Electrophoto 13 copy
ΧΙΙΙ. Αντίδραση ηδονής (στο διάστημα μεταξύ των δύο αστερίσκων)
μιας διεγερμένης θηλής. Το πειραματικό υποκείμενο ένιωσε στην αρχή
και στο τέλος μια ισχυρή αίσθηση κνησμού.

Η επόμενη ηλεκτροφωτογραφία (XIII) δείχνει τα αποτελέσματα ενός τέτοιου πειράματος. Βλέπουμε σ’ αυτήν το δυναμικό στη θηλή μιας γυναίκας μέσα σε χρονικό διά­στημα ενός περίπου λεπτού. Το διαφορικό ηλεκτρόδιο ακουμπούσε στη θηλή και το υποκείμενο γαργαλούσε τη στεφάνη γύρω από τη θηλή (την άλω) με ένα κομμάτι στεγνό βαμβάκι. Ο αστερίσκος δείχνει πότε άρχισε το γαργά­λημα. Μέχρι τότε βλέπουμε ένα οριζόντιο δυναμικό —ηρεμίας— γύρω στα +20mV. Με το πρώτο γαργάλημα σχεδόν εξακοντίζεται, ύστερα συνεχίζει αργά να ανεβαίνει και κατόπιν αυξάνεται πάλι γρήγορα πριν καταλήξει περίπου στα +45mV. Με τη διακοπή του γαργαλήματος μειώνεται πάλι. Το υποκείμενο ανάγγειλλε ότι ένιωσε δυο φορές μια ισχυρή αίσθηση ηδονής, «αμέσως στην αρχή και περίπου κατά το τέλος». Από την αίθουσα του πειράματος αναγγέλθηκε ότι οι δύο ισχυρές αυτές ενδείξεις είχαν καταγρά­φει (πράγμα που είχε σημειωθεί αμέσως). Όταν εμφανί­στηκε η δεύτερη αύξηση της ηδονικής αίσθησης, η γυναίκα φανταζόταν ότι τη θήλαζε κάποιο παιδί. Δεν ήξερε τίποτε από τα όσα συνέβαιναν στο μεταξύ στη συσκευή και μόλις είδε τη φωτογραφία είπε γεμάτη κατά­πληξη: «Μα είναι κάτι το απίστευτο»!

Αφού η ποσότητα του αντικειμενικού δυναμικού αντιστοιχεί στην ένταση της ηδονικής αίσθησης, μπο­ρούμε να συμπεράνουμε ότι τα νευροφυτικά ρεύματα των ηδονικών αισθήσεων μπορούν να φωτογραφηθούν με τη μορφή διακυμάνσεων της ηλεκτρικής φόρτισης της ερωτογόνου επιφάνειας. Περισσότερες λεπτομέρειες θα παρα­θέσω παρακάτω.

(Το πλάτος της δέσμης οφείλεται σε παρεμβολή από το ηλεκτρικό κύκλωμα του φωτισμού του κτιρίου, το όποιο δεν είχε δια­κοπεί στη διάρκεια αυτού του πειράματος.)

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι με τις συνθήκες αυτού του πειράματος, ο ελεγχος και η αναγγελία των αισθήσεων αποσπούν την προσοχή του πειραματικού υποκειμένου, εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη του νευροφυτικού ρεύμα­τος. Πρέπει να υποθέσουμε λοιπόν, ότι οι ποσότητες (ή οι εντάσεις) είναι πολύ μεγαλύτερες στην περίπτωση του αυθόρμητου και ανενόχλητου σεξουαλικού ρεύματος.

Το ίδιο επίσης πείραμα εκτελέστηκε και με ένα πέος, με τα ίδια αποτελέσματα. Η φωτογραφική ένδειξη της ομοιόμορφης τριβής δίπλα στο σημείο του ηλεκτροδίου δείχνει μια σχεδόν κανονική κυμάτωση. Η επομένη φωτογραφία σ’ αυτό το πείραμα τραβήχτηκε με τη συσκευή ρυθμισμένη στο κατώτερο δυνατό όριο ευαισθησίας — στο ένα δέκατο (φωτογραφία XIV).

(Το πλάτος των αποκκλίσεων κυμαίνεται γύρω στα 15-20mV).

Electrophoto 14 copy
XIV. Διακυμάνσεις δυναμικού του πέους, προϊόν τριβής.

Όταν η τριβή δεν συνοδεύεται από συναισθήματα ηδονής, η συσκευή δεν δείχνει ποτέ αύξηση του δυναμικού. Για να πραγματοποιηθεί αυτό το πείραμα, πρέπει να μπορεί το υποκείμενο να διαχωρίσει τις διάχυτες ηδονικές αισθήσεις από τις αισθήσεις επαφής και ζεστασιάς.

Άγχος και δυσαρέσκεια

Η διαθέσιμη βιβλιογραφία για το «ψυχογαλβανικό φαινόμενο», δεν προσδιορίζει αν υπάρχουν δια­φορές ανάμεσα στην ηδονή και το άγχος ή την δυσαρέσκεια. Οι φυσιολόγοι που συμβουλεύτηκα είχαν την άποψη ότι δεν υπάρχει καμιά διαφορά· ότι πάντοτε θα εμφανίζεται μια μείωση του δυναμικού. Η άποψή μου για την αντίθεση ηδονής και άγχους, που διαμορφώθηκε με βάση κλινικές παρατηρήσεις, με έκανε να αμφιβάλλω γι’ αυτό. Αν η ψυχική διέγερση είναι λειτουργικά ταυτόσημη με τις δια­κυμάνσεις της νευροφυτικής διέγερσης κι’ αυτή η τελευ­ταία μπορεί να θεωρηθεί  ως διακυμάν­σεις του ηλεκτρικού δυναμικού, τότε η άποψη των φυσιολόγων δεν μπορεί να είναι σωστή. Διότι η ηδονή και το άγχος είναι τόσο αντίθετες αισθήσεις (παρ’ όλο που έχουν κοινή αφετηρία), που λογικά πρέπει να είναι αντίθετη και η ηλεκτρική τους φορά. Η δυσκολία είναι ότι μέχρι τώρα, απ’ όσο γνωρίζω, δεν έχει γίνει στη φυσιολογία του δέρματος και των νεύρων καμία διάκριση στην κατεύθυνση της ηλεκτρικής διέγερσης σε σχέση με τη διέγερση του οργάνου. Η διάκριση αυτή έπρεπε να διαλευκανθεί στην πορεία των πειραμάτων.

Ως τώρα, ήμασταν υποχρεωμένοι να διακρίνουμε την απόλυτη τιμή ενός δυναμικού από την τάση πλέγμα­τος της συσκευής, που αυθαίρετα θεωρείται μηδενική γραμμή. Προσδιορίσαμε επίσης την σχετική τιμή του δυναμικού μιας περιοχής του δέρματος σε σύγκριση με κάποια άλλη. Η τιμή είναι σχετική, διότι και τα δύο δυναμικά είναι μεταβλητά. Τώρα πρέπει να προσδιορί­σουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια απ’ ό,τι πρώτα έναν τρίτο παράγοντα· την κατεύθυνση της διακύμανσης του δυναμικού.

Λέγαμε μέχρι τώρα ένα δυναμικό θετικό, αν βρισκόταν πάνω από την απόλυτη, αμετάβλητη μηδενική γραμμή, δηλαδή την τάση πλέγματος. Και το λέγαμε αρνητικό αν βρισκόταν κάτω απ’ αυτήν τη μηδενική γραμμή (π.χ., +15mV, –40mV). Διαχωρίσαμε επίσης την κατεύθυνση της διακύμανσης του δυναμικού, μιλώντας για «άνοδο» και «πτώση» του δυναμικού, ενδείξεις που εμφανίζονται άμεσα στο μιλιαμπερόμετρο της συσκευ­ής.

Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνουμε ότι κάθε άνοδος δυναμικού εκφράζει μια τάση προς τις θετικές τιμές, είτε παρουσιάζεται επάνω από τη γραμμή του απόλυτου μηδενός, είτε κάτω απ’ αυτήν. Παρομοίως, κάθε πτώση δυναμικού εκφράζει αρνητική τάση, ανεξάρτητα από την αυθαί­ρετα καθορισμένη μηδενική γραμμή. Τώρα πια το σημαν­τικό δεν είναι η απόλυτη ή η σχετική τιμή των διακυμάν­σεων του δυναμικού, αλλά απλώς η κατεύθυνση προς την οποία κινούνται. Έτσι, για παράδειγμα, μια περιπλάνηση από –40 εως –20mV είναι θετική τάση όπως και μια περιπλάνηση από +5 εως +30 ή από –10 εως +10mV. Και αντιστρόφως, κάθε δυναμικό έχει τάση προς αρνητικές τιμές όταν περιπλανάται στο μιλιαμπερόμετρο από μια ανώτερη ένδειξη σε μια χαμηλότερη ή σε μια λωρίδα χαρτιού[5] από αριστερά προς τα δεξιά ή σε μια φωτογραφία από πάνω προς τα κάτω.

Drawing page 95 copy

Η πτώση του δυναμικού της επιφάνειας σε καταστάσεις άγχους και δυσαρέσκειας

Τα ερεθίσματα που συνδέονται με τη διάχυτη αίσθηση ηδονής αυξάνουν την ηλεκτρική φόρτιση της επιφάνειας του σώματος. Αυτό εκφράζεται με αύξηση του δυναμικού ή με θετική φόρτιση του πλέγματος. Η φωτεινή δέσμη περιπλανάται προς τα αριστερά, το μιλιαμπερόμετρο δίνει υψηλότερες ενδείξεις και στην ηλεκτροφωτογραφία η γραμμή είναι ανοδική.

Electrophoto 15 copy
XV. Αντίδραση του κολπικού βλεννογόνου, όταν το άτομο νιώθει ενοχλημένο.

Η επόμενη ηλεκτροφωτογραφία (XV) μας δείχνει την καμπύλη της κίνησης του δυναμικού ενός υποκειμένου που βρίσκεται σε κατάσταση ενόχλησης. Το πειραματικό όργανο ήταν σ’ αυτή την περίπτωση η είσοδος του κόλπου μιας γυναίκας με στοιχεία υστερικού χαρακ­τήρα (της ίδιας που μετρήθηκε και το δυναμικό του πρωκτού της). Η επόμενη μέτρηση έγινε την ίδια ημέρα που είχε μετρηθεί το προεμμηνορροϊκό δυναμικό του πρωκτού (βλ. VI).

Το βασικό δυναμικό αρχίζει από τα –15mV περίπου και πέφτει ταχύτατα στα –25mV. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ασθενής βρισκόταν σε καταθλιπτική ψυχική διάθεση και διαμαρτυρόταν και γκρίνιαζε για τη διαδικασία. Ήταν μόνη στο γειτονικό δωμάτιο και είχε συνδεθεί στη συσκευή με μακριά καλώδια. Το ουδέτερο ηλεκτρόδιο είχε προσαρμοστεί στο κάτω μέρος του ποδιού. Και το διαφορικό και το ουδέτερο ήταν ηλεκτρόδια χλωριούχου καλίου. Είχε ζητηθεί από το πειραματικό υποκείμενο να τοποθετήσει το ηλεκτρόδιο μόνο στα μεγάλα χείλη. Παρατηρήσαμε μια βαθμιαία ελάττωση του δυναμικού, που ξαφνικά μετατράπηκε σε απότομη και ραγδαία πτώση. Την ίδια στιγμή ακούσαμε από το πλαϊνό δωμάτιο δυνατές φωνές που πρόδιναν ενόχληση: είχε πέσει μια σταγόνα ΚCl και είχε ερεθίσει την ευαίσθητη βλεννογόνο μεμβράνη. Το σημείο αυτό σημειώνεται στη φωτογραφία με ένα σταυρό. Ο δεύτερος σταυρός δείχνει το σημείο όπου το υποκεί­μενο εκδήλωσε πάλι έντονη δυσφορία· το δυναμικό έπεσε ραγδαία κατά 20mV περίπου.

Η ενόχληση, λοιπόν, συνοδεύεται από μείωση της ηλε­κτρικής φόρτισης στις σεξουαλικά ευαίσθητες ζώνες. Είναι πλέον σαφές ότι ο λόγος που η σεξουαλική διεγερσιμότητα μειώνεται τόσο χαρακτηριστικά όταν το άτομο ενοχλείται, είναι επειδή η ηλεκτρική διέγερση του σώματος κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση απ’ ό,τι η σεξουαλική διέγερση· δηλαδή, αντί να φορτίζεται, η περιφέρεια εκφορτίζεται.

Electrophoto 16 copy
XVI. Αντίδραση της γλώσσας στο γαργάλημα (Κ) και τον τρόμο (Ε). Το πειραματικό υποκείμενο ανέφερε ότι, με το γαργάλημα, ένιωσε δυο φορές ισχυρό κνησμό.

Η επομένη φωτογραφία (XVI) μας δείχνει το ίδιο πεί­ραμα, που πραγματοποιήθηκε όμως στη γλώσσα ενός άνδρα. Το βασικό δυνα­μικό αρχίζει από μια τιμή ηρεμίας +2mV περίπου. Στο σημείο Κ αρχίζει το εσκεμμένο γαργάλημα με το ηλεκτρό­διο· το βασικό δυναμικό αυξάνεται βαθμιαία. Στο σημείο Ε το υποκείμενο τρόμαξε επειδή του έβαλαν ξαφνικά τις φωνές· το δυναμικό έπεσε κατά 20mV περίπου. Όταν το υποκείμενο τρόμαξε γι’ άλλη μια φορά, το δυναμικό έπεσε πάλι, αλλά πολύ λιγότερο απ’ ό,τι την πρώτη φορά (είχε σταματήσει η φωτογράφηση του πειράματος). Στην τρίτη περί­πτωση δεν υπήρξε καμιά αντίδραση. Βλέπουμε ότι το φαι­νόμενο του γαργαλήματος παρακολουθεί την πτώση του βασικού δυναμικού χωρίς μεταβολή, όπως το ΗΚΓ. Το υπο­κείμενο, ενας φοιτητής ψυχολογίας, μας ζωγράφισε την κα­μπύλη των αισθήσεων που ένιωσε στη γλώσσα του πριν δει την καμπύλη που είχε καταγραφεί στην πραγματικό­τητα. Η ομοιότητα ανάμεσα στο σχέδιό του και στη βασική καμπύλη του δυμαμικού ήταν εκπληκτική· μόνο τα φαινόμενα γαργαλήματος έλειπαν.

Drawing page 97 copy

Από τη πείρα που έχουμε αποκτήσει μέσω της σεξουαλικής οικονομίας, γνωρίζουμε ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο. Ορισμένοι ασθενείς αναφέρουν ότι, όταν τρομάζουν, νιώθουν στη γλώσσα κάτι που μοιάζει με ηλεκτρική εκκένωση. Επομένως, σε κατάσταση άγχους ή τρόμου, η ηλε­κτρική φόρτιση της επιφάνειας μειώνεται. Αυτό φαίνεται πιο χαρακτηριστικά στις σεξουαλικές ζώνες απ’ ό,τι στο υπό­λοιπο δέρμα. Το συρρικνωμένο πέος, που αποτελεί τυπική ένδειξη ενόχλησης ή άγχους, επίσης εμφανίζει πάντα χαμηλό δυναμικό.

Ευκολότερα μπορεί να προκαλέσει κάποιος αντιδράσεις άγχους παρά αντιδράσεις ηδονής. Συνήθως κάνω να σκά­σει μια φουσκωμένη χαρτοσακούλα ή χτυπάω δυνατά και χωρίς προειδοποίηση ένα σήμαντρο. Σε μια περί­πτωση δεν εμφανίστηκε ηλεκτρική αντίδραση. Το υποκεί­μενο, που ήταν μια γυναίκα, με πληροφόρησε ότι τη στι­γμή του ερεθίσματος είχε εξοργιστεί· αυτό έθεσε το ερώτημα κατά πόσο έχει σχέση η οργή με τις αρνητικής ηλεκτρικής φοράς αντιδράσεις της δυσφορίας και του άγχους.

Τα πειράματα λοιπόν έχουν επιβεβαιώσει την έννοια της σεξουαλικής οικονομίας περί πρωτογενούς βιολογικής αντίθεσης ηδονής και άγχους· πρόκειται για αντίθετες κατευθύνσεις της ηλεκτρικής ροής. Κατά την ηδονή, η επιφάνεια φορτίζεται θετικά σε σύγ­κριση με το κέντρο του οργανισμού και κατά την δυσαρέσκεια, την ενόχληση ή το άγχος, φορτίζεται αρνητικά.

Μετά από την απόδειξη της λειτουργικής ταυτότητας της ηδονής με την κατευθυνόμενη προς την περιφέρεια ροή ρεύματος και του άγχους με την κατευθυνόμενη προς το κέντρο ροή, αμφισβητήθηκε σοβαρά η ύπαρξη του φαινομένου της λεγόμενης «ψυχρής στύσης», δηλαδή στύσης του πέους χωρίς ηδονή. Πραγματικά, το πείραμα αποκάλυψε ότι η μηχανική διόγκωση από μόνη της δεν φτάνει για να προκαλέσει αίσθηση ηδονής· αν εμποδίσουμε το αίμα να παροχετευτεί από το ανδρικό μόριο πιέζοντας το πέος στη ρίζα του, το δυναμικό δεν θα αλλάξει. Επομένως, επιπλέον της κυκλοφορίας του αίματος, πρέπει να υπάρχει άλλος παράγοντας που να καθορίζει τη διέγερ­ση. Το ουσιαστικό στοιχείο λοιπόν της «διάχυτης αίσθησης» την ύπαρξη της οποίας υποθέτουμε, κατά τη διάρκεια της ηδονικής διέγερσης είναι επομένως η μηχανική διόγκωση συν την ηλεκτρική επιφανειακή φόρτιση, διότι ηδονική διάχυτη αίσθηση εμφανίζεται μόνο εφόσον υπάρχει αύξηση του ηλεκτρικού δυναμικού και αντίστροφα. Απ’ αυτά προχωρήσαμε στο συμπέρασμα ότι, σε συγκεκριμένους λειτουργικούς όρους, η βιοψυχική κατεύ­θυνση «πρός τον κόσμο» και η αντίθετη κατεύθυνση «μακριά από τον κόσμο, προς τον εαυτό», είναι αντίθετες κατευθύνσεις της ροής της βιοηλεκτρικής φόρτισης του σώματος. Είναι σαν να απλώνεται ο ζωντανός οργανισμός προς τον κόσμο με την μορφή της βιοηλεκτρικής επιφανειακής φόρτισης· ή σαν η φόρτιση της περιφέρειας, που συνδέεται με τη διεργασία της ηδονής, να αναλαμβάνει να εκτελέσει τη λειτουργία του «απλώματος» του ψευδοπόδιου ενός μονοκύτταρου οργανισμού ή των κεραιών ενός σαλιγκαριού. Και αντίστροφα, είναι σαν η εκφόρτιση της περιφέρειας —δηλαδή, η ελάττωση του δυνα­μικού της— να είναι η άμεση έκφραση της «υποχώρησης στον εαυτό». Αρκεί αυτό για να εξετασθεί το πρόβλημα με πειράματα πάνω σε ζώα. Χρειαζόμαστε όμως συμπληρωματικές πειραματικές αποδείξεις.

Drawing page 99 copy

Περισσότερα στοιχεία για τη βασική αντίθεση της νευροφυτικής ζωής

Το πείραμα ζάχαρης-άλατος

Παρ’ όλο που με το πείραμα του γαργαλήματος μπο­ρούν να προκληθούν διάχυτες αισθήσεις ηδονής, οι αισθήσεις αυτές δεν είναι ευδιάκριτες, ούτε και προσδιορί­ζουν την κλίμακα της πιθανής εντάσης της ροής. Στο πείραμά μας, η επιφάνεια του οργανισμού δεν φορτίζεται τεχνητά εκ των έξω, αλλά μάλλον βιολογικά εκ των έσω· δηλαδή, από το «νευροφυτικό κέντρο». Για να γίνει αυτό, το πειραματικό υποκείμενο πρέπει να είναι απαλλαγμένο από αναστολές και δεν πρέπει να υπάρχει καμιά εξωτερική περίσπαση. Όλα τα προηγούμενα πειράματα είχαν το μειονέκτημα ότι η ηδονική αίσθηση παραγόταν τεχνητά, έτσι που δεν έρεε αυθόρμητα. Αποτέ­λεσμα ήταν να συμπεριφέρεται η διέγερση σαν επιφυλακτικό σαλιγκάρι, που δεν αποτολμά να ριψοκινδυ­νέψει την έξοδο από το καβούκι του. Το πείραμα που ακολουθεί πραγματοποιήθηκε με αρκετούς ανθρώπους, και ήταν σχεδιασμένο έτσι ώστε να δημιουργηθεί αυθόρμητη αντίδραση.

Το καθοδικό ηλεκτρόδιο τοποθετήθηκε σε ένα δοχείο με κανονικό διάλυμα ΝaCl 0,9Ν. Το ηλεκτρόδιο του πλέγματος τυλίχθηκε με μια λωρίδα από βαμβάκι βουτηγμένο σε διά­λυμα NaCl. Το ένα άκρο της λωρίδας τοποθετή­θηκε σε ένα πιάτο που περιείχε πυκνό διάλυμα ζάχαρης. Το άλλο άκρο είχε επίσης βυθιστεί σε διάλυμα ζάχαρης ή άλατος. Το υποκείμενο πιπίλιζε (απομυζούσε) με το στόμα του αυτή την άκρη της λωρίδας βάμβακος, ενώ έβαζε το δάχτυλο μέσα στο δοχείο με το καθοδικό ηλεκτρόδιο για να κλείσει το κύκλωμα. Η ορθότητα της διαδικασίας αυτής από πλευράς τεχνικής και φυσικής θα συζητηθεί παρακάτω.

Electrophoto 17 copy
XVII. Αντίδραση γλώσσας στη ζάχαρη. Έμμεση μέτρηση.
Το ουδέτερο ηλεκτρόδιο στον αριστερό βραχίονα.

Σε μία γυναίκα η οποία είχε έντονο στοματικό ερωτισμό, δόθηκε στην αρχή ζάχαρη χωρίς να το γνωρίζει. Όπως βλέπουμε στην επόμενη ηλεκτροφωτογραφία (XVII), στο πρώτο τμήμα δεν υπάρχει καθόλου καμ­πύλη, επειδή η φωτεινή δέσμη απόκκλινε πάρα πολύ προς τα αριστερά· απόκκλινε δηλαδή τόσο πολύ προς τη θετική κατεύθυνση που βρέθηκε εκτός κλίμακας. Όταν έκλεισε το κύκλωμα για δεύτερη φορά, το υποκείμενο φαινόταν να έχει συνηθίσει κατά κάποιον τρόπο στο ερέθισμα. Στο τρίτο τμήμα του διαγράμματος βλέπουμε μια ολοένα και πιο θετική καμπύλη, που εκφράζει σαφώς την κίνηση της απομύζησης. Το σχήμα είναι όμοιο μ’ αυτό που παράγεται από την τριβή: απότομη άνοδος που ακολουθείται από ομαλότερη πτώση της καμπύλης και αύξηση του βασικού δυναμικού. Για να σιγουρευτούμε, τοποθετήσαμε τη μηδενική γραμμή στο δεξιό άκρο, στην αρνητική περιοχή, όταν το κύκλωμα έκλεισε για δεύτερη φορά. Η καμπύλη αρχίζει τουλάχιστον από τα +70mV και αυξάνεται περίπου κατά 20mV. Σ’ ένα άλλο πειραματικό υποκείμεναο (άνδρα), που δεν είχε τόσο έντονο στοματικό ερωτισμό, παρατηρήσαμε ένα αρχικό δυναμικό +10mV περί­που και στη συνέχεια μια αύξηση κατά 30mV περίπου.

Drawing page 101 copy

Όταν επαναλήφθηκε το ίδιο πείραμα χρησιμοποιών­τας πυκνό διάλυμα άλατος, εμφανίστηκε το αντίθετο ακρι­βώς φαινόμενο, δίνοντας μια καμπύλη διαφορετικού σχή­ματος (XVIII):

Electrophoto 18 copy
XVIII. Αντίδραση της ίδιας γλώσσας στο αλάτι. Έμμεση μέτρηση.
Το ουδέτερο ηλεκτρόδιο στον αριστερό βραχίονα.

Το βασικό δυναμικό αρχίζει από τα –55mV περίπου και αυτή τη φορά δεν διακυμαίνεται επάνω και κάτω όπως στο πείραμα με τη ζάχαρη, αλλά πέφτει ακολουθώντας σχεδόν ευθεία γραμμή.

Αν βάλουμε απροειδοποίητα στο στόμα αλάτι, τότε παρουσιάζεται μια απόκλιση προς την αρνητική περιοχή, πέρα από το δεξιό άκρο της χαρτοταινίας και είναι τόσο μεγάλη, όσο και η απόκλιση που εμφανίζεται προς την αντίθετη κατεύθυνση όταν χορηγείται ζάχαρη.

Η βιολογική ενέργεια του στόματος απλώνεται γρή­γορα κατά το ηδονικό ερέθισμα και υποχωρεί κατά το δυσάρεστο. Η αντίθεση λοιπόν ηδονής και δυσαρέσκειας μπορεί επομένως να ελεγχθεί πειραματικά και να φωτογραφηθεί. Υπάρχει αντικειμενικά, ανεξάρτητα από το τι πιστεύουμε γι’ αυτήν. Η βασική αντίθεση της νευροφυτικής ζωής εκδη­λώνεται ως ηδονή (ηλεκτρική ροή με κατεύθυνση προς την περιφέρεια) και ως άγχος ή δυσαρέσκεια (ηλεκτρική ροή με κατεύθυνση προς το κέντρο).

Drawing page 102 copy

Η μορφή της διέγερσης

Ως τώρα λάβαμε υπόψη μόνο την τιμή και την κατεύθυνση της καμπύλης της διέγερσης. Συγκρίνοντας όμως τις αντιδράσεις στη ζάχαρη και στο αλάτι, παρατηρούμε έναν τρίτο παράγοντα. Η καμπύλη της διέγερσης στην περίπτωση της αντίδρασης στη ζάχαρη είναι πολύ «ζωηρή». Στην επόμενη φωτογραφία (XIX) μπορούμε να δούμε ότι το δυνα­μικό όχι μόνο αυξάνεται προς τη θετική κατεύθυνση (δηλα­δή, προς τον κόσμο), αλλά ταλαντεύεται βαθιά μέσα στην αρνητική περιοχή, πριν ταλαντευθεί πάλι πίσω βαθιά στη θετική πλευρά. Έτσι η καμπύλη παρουσιάζεται με βαθειές «κοιλίες» και απότομες «κορυφές». Αν χορηγηθεί στο υποκείμενο μέλι, θα έχουμε ένα παρόμοιο σχήμα με ελάχιστες μόνο διαφορές: πριν από κάθε αύξηση της διέγερσης προηγείται μια μείωση. Το φαινόμενο αυτό ωστόσο δεν παρουσιάζεται στην αντίδραση στο αλάτι. Το μόνο που βλέπουμε εδώ (ΧΧ) είναι μια λιγότερο ομοιό­μορφη «ήσυχη» υποχώρηση, μετά από την απότομη πτώση του βασικού δυναμικού (την υποχώρησή του δηλαδή). Σε άλλα πειραματικά υποκείμενα δεν παρουσιάζονται ούτε καν δευτερεύουσες διακυμάνσεις της διέγερ­σης (που εδώ είναι από 2 έως 3 mV). Η διέγερση πέφτει σταθερά.

Electrophoto 19 copy
 ΧΙΧ. Αντίδραση γλώσσας στη ζάχαρη. Έμμεση μέτρηση.
Ουδέτερο ηλεκτρόδιο στον δεξιό βραχίονα.
Electrophoto 20 copy
ΧΧ. Αντίδραση της ίδιας γλώσσας στο αλάτι.
Το ουδέτερο ηλεκτρόδιο στον δεξιό βραχίονα.

Αντίδραση απογοήτευσης

Αν χορηγήσουμε πρώτα ζάχαρη και υστέρα αλάτι, η αντίδραση παρουσιάζεται με τον ίδιο τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω, αν και σε διαφορετικό βαθμό. Παρατηρήσαμε επίσης το φαινόμενο του εθισμού. Δηλαδή, ότι η συνεχής χορήγηση δόσεων μειώνει την αντίδραση στη ζάχαρη. Η αύξηση του δυναμικού μειώνεται κάθε φορά, και η αντίδραση στο αλάτι δεν παρουσιάζει τόσο έντονη ταλάντευση προς την αρνητική κατεύθυνση όσο την πρώτη φορά, όταν το ερέθισμα ήταν απροσδόκητο. Πάντως, αν χορηγήσουμε πρώτα άλάτι και ύστερα ζάχαρη, θα λάβουμε την ολοκληρωμένη αρνητική αντίδραση στο αλάτι, μόνο που δεν θα εμφανιστεί η θετική αντίδραση στη ζάχαρη· και η ζάχαρη, επίσης, θα προκαλέσει έντονη αρνητική αντί­δραση.

Το εύρημα αυτό δείχνει καθαρά τη βιολογική φύση αυτών των αντιδράσεων. Ύστερα από τη χορήγηση άλα­τος, η γλώσσα συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται σε επιφυλακή και δεν αφήνεται να παρασυρθεί. Τώρα αντιδρά με άγχος και στη ζάχαρη. Επανειλημμένα πειράματα έδειξαν ότι όταν χορηγείται ζάχαρη, δεν παρουσιάζεται αύξηση του ηλεκτρικού φορτίου της γλώσσας, παρά μόνο μισή έως μία ώρα αργότερα. Αλλά και πάλι δεν υπήρχε εκείνο το ορμητικό κύμα φόρτισης που παρουσιάστηκε όταν χορηγήθηκε για πρώτη φορά ζάχαρη, ούτε και ζωηρές αντιδράσεις όπως αυτές που δείχνει η φωτογραφία XIX. Τα δυναμικά τριβής, που υποτίθεται ότι αντιστοι­χούσαν στην απομύζηση, διακυμαίνονταν πολύ ελάχιστα και «άτονα».

Εκτός από την κατεύθυνση και την ένταση, μπορούμε να διακρίνουμε και διάφορους βαθμούς ζωηρότητας που χαρακτηρίζουν την κινητική δραστηριότητα όλων των βιοηλεκτρικών φαινόμενων διέγερσης. Στο ίδιο όργανο, το ίδιο ερέθισμα μπορεί να προκαλέσει ζωηρές και απότο­μες αντιδράσεις σε μια συναισθηματική κατάσταση ή αργές και ακαθόριστες σε μια άλλη, σαν να έχει «ατονήσει» το όργανο. Από τα δεδομένα αυτά μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής συμπεράσματα:

  1. Η βιοφυσική αντίδραση των σεξουαλικών οργά­νων δεν αντιστοιχεί στο ερέθισμα, αλλά εξαρτάται από την κατάσταση ετοιμότητας του οργανισμού.
  2. Το «απογοητευμένο» όργανο αντιδρά άτονα και «επι­φυλακτικά».
  3. Όταν κάποιο όργανο «εθιστεί» στο ερέθισμα, το θετικό ή αρνητικό δυναμικό μειώνεται· οι θετικές και αρνητικές αντιδράσεις είναι πιο κοντά στη μηδενική γραμμή.

Τα πειράματα αυτά επιβεβαιώνουν μερικές πολύ γνω­στές απόψεις των ερωτικών σχέσεων.

Η αντίδραση προς έναν σεξουαλικό σύντροφο δεν έχει πάντοτε άμεση σχέση (ή έχει μόνο περιστασιακά) με την ελκυστικότητα αυτού του ατόμου. Στην ουσία εξαρτάται από την κατάσταση σεξουαλικής ετοιμότητας.

Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δρα­στηριότητας παρουσιάζονται αντιδράσεις απογοήτευσης στα γεννητικά όργανα. Όταν έχει βιωθεί ή βιώνεται σοβαρό γενετήσιο άγχος ή δυσαρέσκεια, η γενετήσια διέ­γερση είναι δύσκολο να επιτευχθεί ή —αν εμφανιστεί— είναι άτονη. Αντί για στύση ή κολπική έκκριση, τα αντίστοιχα όργανα συρρικνώνονται ή στερεύουν ή εμφανίζεται κολεό­σπασμος. Το όργανο κυριαρχείται από την τάση να αποσυρθεί· έτσι, η αντίθετη αντίδραση —η στύση, «η τάση προς τον κόσμο»— είναι αδύνατον να επιτευχθεί. Στις περι­πτώσεις της ανικανότητας και της ψυχρότητας, το ζήτημα δεν είναι τόσο αν βιώθηκε πραγματικά κάποια γενετήσια απειλή, αλλά αν αντέδρασε το γεννητικό όργανο με βιολογικά αρνητική αντίδραση άγχους, η οποία μονιμοποιήθηκε. Το ψυχικό βίωμα του γενετήσιου άγχους είναι δραστικό μόνο όταν ενσωματωθεί στη δομή κατά την αρνητική βιοφυσική αντίδραση. Με το θέμα του άγχους ηδονής θα ασχοληθώ πιο κάτω.[6]

Προϋποθέσεις για την αντίδραση ηδονής

Τα ευρήματα που παρουσιάζονται εδώ μπορούν να επαληθευθούν μόνο εφόσον εξοικειωθεί κανείς με τα ειδικά χαρακτηριστικά της αναστολής της περιφερειακής βιοηλεκτρικής φόρτισης, για την οποία χρησιμοποιήσαμε τη λέξη «επιφύλαξη». Η φόρτιση «δεν τολμά να βγει προς τα εξω» όταν υπάρχουν και άλλοι παρόντες, όταν υπάρχει η πιθανότητα διαταραχής ή όταν η προσοχή δεν μπορεί να αποσπασθεί εντελώς από τον εξωτερικό κόσμο. Γι’ αυτό τον λόγο, ήταν απαραίτητο να ληφθούν μια σειρά από περίπλοκα μέτρα για να καταλήξουμε σε αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα.

Φαίνεται πως το κρίσιμο στοιχείο για την πλήρη βιοφυσική διέγερση της περιφέρειας δεν είναι τόσο η αύξηση της φόρτισης, όσο η τιμή της διακύμανσης του δυναμικού. Στις αντιδράσεις στη ζάχαρη βλέπουμε ότι οι κορυφώσεις της φόρτισης χωρίζονται από βαθειές «κοιλάδες», που αντιστοιχούν σε ισχυρή υποχώρηση της φόρτισης. Από την κλινική πείρα γνωρίζουμε ότι η ηδονικότητα μιας σεξουαλικής πράξης είναι τόσο πιο έντονη, όσο πιο μεγάλα είναι τα κύματα της διέγερσης που παράγονται από την τριβή. Όταν η διέγερση αυξάνεται στα­θερά, η πράξη δεν βιώνεται με τόσο έντονη ηδονή, έστω κι αν στο τέλος επιτύχει το ίδιο επίπεδο δυναμικού. Επομένως, το σημαντικό στοιχείο φαίνεται πως είναι η εναλ­λαγή ηρεμίας και δραστηριότητας, η αντικατάσταση μιας μεγάλης εκφόρτισης από όσο το δυνατό περισσότερη ανανεωμένη φόρτιση.

Η καμπύλη που εκφράζει τα φαινόμενα γαργαλήματος αποτελείται από δύο μέρη, το ένα με κατεύθυνση προς τα επάνω και το άλλο προς τα κάτω. Το πρώτο αντιστοιχεί στη συσσώρευση φόρτισης και το δεύτερο στη μείωση της φόρτισης. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε αυθαίρετα να ονομάσουμε εκφόρτιση. Αν κάνουμε εναν παραλληλισμό με την κινητική συμπεριφορά των θηλαστικών ζώων, θα μπορέσουμε να το καταλάβουμε κάπως καλύτερα. Την ηλεκτρική φόρτιση της γλώσσας που γλύφει τη ζάχαρη μπο­ρούμε να τη συγκρίνουμε με το μοσχάρι που θηλάζει, το όποιο αποσύρεται από τη θηλή της μητέρας του για να ξαναορμήσει σε λίγο με ακόμα περισσότερη ενεργητικότητα. Αυτό που παρατηρούμε εδώ είναι μάλλον μια συνε­χής ανανέωση της κινητικής δραστηριότητας, μια προώ­θηση σε νέα ηδονή. Έρχεται αυθόρμητα στο νου η εικόνα μιας τίγρης που συσπειρώνεται προτού ορμήσει: συστολή πριν από τη μεγάλη εκτίναξη (διαστολή). Αφού η συστολή σ’ αυτή την περίπτωση δεν εκφράζει χαλάρωση, αλλά αντίθετα εξαιρετικά μεγάλη εσωτερική ένταση, κι εφόσον η περιφερική φόρ­τιση αντιστοιχεί επίσης σε μια ένταση που γίνεται άμεσα αντιληπτή, πρέπει να εμπλέκονται δύο διαφορετικά είδη έντασης. Στην αρχή της εκτίναξης, η ένταση είναι εντοπισμένη κεντρικά στον όργανισμό. Η περιφερειακή κινητική δραστηριότητα του οργανισμού αυξάνεται ευθέως ανάλογα με τον βαθμό της κεντρικής έντασης. Η απόσυρση της φόρτισης από την περιφέ­ρεια πρέπει να οδηγεί κατ’ ανάγκη σε αύξηση της κε­ντρικής έντασης. Η διέγερση εκτοξεύεται από το κέντρο προς την περιφέρεια. Η κεντρική αυτή ένταση μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτή αν, ας πούμε, κατά τη διάρκεια της συνου­σίας, διακόψει κανείς την ιδιαίτερα ηδονική τριβή και παραμείνει ακίνητος. Τότε μια ώση από το κέντρο εξωθεί σε νέα τριβή, η οποία δημιουργεί περιφερειακή φόρτιση. Παρακάτω θα μας δοθεί η ευκαιρία να παρατηρήσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες αυτές τις παλινδρομήσεις της διέγερσης.

Πρέπει, παράλληλα, να κάνουμε με προσοχή τη διά­κριση τεσσάρων τύπων αρνητικής ηλεκτρικής αντίδρασης στην περιφέρεια:

  1. Κεντρική ένταση που προκύπτει από περιφερειακή φόρ­τιση.
  2. Περιφερειακή οργασμική εκφόρτιση.
  3. Αντίδραση άγχους.
  4. Εξαφάνιση της πηγής έντασης — θάνατος, ύστερα από βιοπαθητική συρρίκνωση.

Και στους τέσσερεις τύπους, το επιφανειακό δυναμικό πέφτει. Στον πρώτο, εμφανίζεται επαναφόρτιση, με αποτέλεσμα την ηδονή. Στο δεύτερο, η φόρτιση πέφτει κάτω από το δυναμικό ηρεμίας και επιστρέφει στη μηδενική κατά­σταση· αυτό είναι η διεργασία της οργασμικής εκφόρτισης. Στον τρίτο, η ένταση παραμένει κεντρική: άγχος. Ο τέταρτος τύπος αρνητικής ηλεκτρικής αντίδρασης άντιστοιχεί στον θάνατο. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα πειραμα­τικά ευρήματα, ο ιστός που πεθαίνει υιοθετεί αρνητική φόρτιση· η κεντρική πηγή φόρτισης εξαφανίζεται και ο οργανι­σμός βαθμιαία συρρικνώνεται.

Για να βάλουμε όμως σε κάποια τάξη αυτό το πλήθος φαινομένων, πρέπει να διαχωρίσουμε τις διαφορετικές λειτουργίες της ίδιας αρνητικής κατεύθυνσης της βιοφυσικής διέγερσης.

Η ηλεκτρική διέγερση στο φίλημα

Οι ανεπάρκειες της απευθείας μέτρησης

Από την Αρχή της πειραματικής μας εργασίας, στό­χος μας ήταν να πραγματοποιήσουμε το βασικό πείραμα, δηλαδή να καταγράψουμε σε φιλμ την ηλεκτρική διέ­γερση που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πρά­ξης. Οι πειραματικές συνθήκες όμως των πρώτων πειραμά­των, όταν προσαρμόζαμε το ηλεκτρόδιο κατ’ ευθείαν στο μέρος εκείνο της επιφάνειας όπου επρόκειτο να γίνει η μέτρηση, δεν έδινε πολλές πιθανότητες για την επίτευξη του επιδιωκώμενου σκοπού. Είναι αδύνατον να γίνει απευθείας μέτρηση της ηλεκτρικής φόρτισης των γεννητικών οργάνων κατά τη διάρκεια της συνουσίας. Μόνο και μόνο ο χειρισμός, φτάνει για να καταστείλει κάθε διέγερση. Επίσης, στην άμεση μέτρηση δεν μπορούν να αποφευχθούν μηχανικής προέλευσης διακυμάνσεις των τιμών, π.χ. μια χαλασμένη επαφή μπορεί να προξενήσει διαταραχές. Έπειτα είχαμε να αντιμετωπίσουμε και κάτι άλλο. Παρά το γεγονός ότι οι πειραματικοί έλεγχοι έδειξαν ότι το τρί­ψιμο του ηλεκτροδίου ή της καλυμμένης με ελαστικό άκρης του επάνω σε γυαλί ή ύφασμα βρεγμένο σε ηλεκτρολύτη δεν προκαλούσε καμιά διακύμανση, ήταν ωστό­σο απαραίτητο να βεβαιωθούμε ότι τα αποτελέσματα δεν θα επηρεάζονταν από μηχανικές διεργασίες που θα μπο­ρούσαν να συμβούν στο ηλεκτρόδιο. Στην αρχή δεν υπήρ­χε λύση, γιατί δεν μπορούσα να βρω άλλον τρόπο να μετρήσω τη διέγερση εκτός από την απευθείας μέτρηση. Σ’ αυτήν τη φάση των ερευνών πήραμε την επόμενη φωτογραφία της διέγερσης κατά τη διάρκεια της εκσπερμάτισης (XXI).

Electrophoto 21 copy
ΧΧΙ. Διέγερση κατά τη διάρκεια αυνανισμού.
Εσκεμμένη παρέμβαση μόλις πριν από την εκσπερμάτιση.

Ο οργασμός του πειραματικού υποκειμένου υπέστη διαταραχή (ο αυνανισμός διακόπηκε λίγο πριν την εκσπερμάτιση). Στη διάρκεια της εκσπερμάτισης, το ηλεκτρόδιο (ΚCl) ακουμπούσε στη βάλανο του πέους. Στην αρχή της κορύφωσης του οργασμού εμφανίζεται μια θετική κλίση του βασικού δυναμικού. Έπειτα, ανά τακτά διαστήματα που αντιστοιχούν σε ομοιόμορφες χρονικές περιόδους, το δυναμικό ανέρχεται με απότομες κορυφώ­σεις, που κάθε μια τους φτάνει τα 10mV περίπου. Δεν είμαστε σε θέση να πούμε με βεβαιότητα αν η δεύτερη μεγάλη θετική απόκλιση, με τις δύο ξεχωριστές κορυφές της εκφράζει, όπως και η πρώτη με τις τρεις κορυφές, κύματα εκσπερμά­τισης. Εφόσον 2,3 χιλιοστά στη φωτογραφία αντιστοιχούν σε χρονική περίοδο ενός δευτερολέπτου, όπως φαίνεται καθαρά στο ΗΚΓ, μάλλον μόνο η πρώτη θετική κίνηση με τις τρεις κορυφές είναι αυτή που αντιστοιχεί στην εκσπερμάτιση, ενώ οι άλλες κορυφές αντιστοιχούν στις μετά την εκσπερμάτιση συστολές του πέους. Τα κανονικά μεσοδιαστήματα και το σχεδόν κανονικό (αν και ελαφρά μειωνόμενο) ύψος είναι ενδεικτικά του βιολογικού χαρα­κτήρα των φαινομένων. Το βασικό δυναμικό μειώνεται επίσης έπειτα από μια αρχική άνοδο.

Φυσικά υπάρχουν στοιχεία αβεβαιότητας λόγω των τεχνικών δυσκολιών και λόγω των απαιτήσεων της ψυχι­κής κατάστασης. Τα βασικά χαρακτηριστικά όμως του φαινομένου δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Η μορφή της ηλεκτρικής διέγερσης, της ανόδου και της πτώσης του δυναμικού, αντιστοιχούν ακριβώς σε ό,τι θα περίμενε κανείς, με βάση την κλινική πείρα. Η πτώση της οργασμικής διέγερσης πρέπει βασικά (ανεξάρτητα από την τιμή) να είναι ίση με την άνοδο· δεν έχει την κλίση της άνόδου. Μετά την εκσπερμάτιση, το βασικό δυναμικό παραμένει σταθερό· δηλαδή, σε οριζόντιο επίπεδο στη φωτογραφία στα –25mV. Πρέπει να επισημάνουμε εδώ ότι η καμπύλη της οργασμικής διέγερσης δεν παρουσιάζει σ’ αυτή την περί­πτωση τα βαθιά αρνητικά βυθίσματα της καμπύλης της προοργασμικής τριβής· αντίθετα, ανέρχεται πάνω από το βασικό δυναμικό μόνο κατά τη θετική κατεύθυνση.

Η τεχνική της έμμεσης μέτρησης

Για να πραγματοποιήσουμε το βασικό πείραμα έτσι ώστε να αποφεύγονται κατά το δυνατόν οι ψυχικές διαταρα­χές, έπρεπε να βρούμε έναν τρόπο για να μετρήσουμε τη διέγερση έμμεσα. Για τον σκοπό αυτό, έπρεπε να δούμε αν είναι δυνατόν να ανιχνεύσουμε το δυναμικό δύο επιφανειών που τρί­βονται ρυθμικά μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας ως σημεία μέτρησης τις άκρες δύο δακτύλων του χεριού. Τα αποτελέσματα του πειράματος θα ήταν σωστά μόνο εάν (1) η ένδειξη του δυναμικού αντιστοιχούσε με τη μορφή της διέγερσης των εξεταζόμενων επιφανειών· (2) τα σημεία άμεσης μέτρησης, τα δάχτυλα, παρέμεναν ακίνητα· (3) το βασικό δυναμικό των δύο δερματικών επιφανειών που εφά­πτονταν παρέμενε το ίδιο, ανεξάρτητα από το μέγεθος των εφαπτόμενων επιφανειών.

Στις τρεις επόμενες ηλεκτροφωτογραφίες βλέπουμε:

Electrophoto 22-23 copy
ΧΧΙΙ. (Αριστερά) Δυναμικό επαφής των άκρων δύο δαχτύλων.
ΧΧΙΙΙ. (Δεξιά) Το ίδιο, ακολουθούμενο από το τρίψιμο της άκρης του δακτύλου
στον γυάλινο πυθμένα του δοχείου (*…*)
  1. Το δυναμικό ηρεμίας δύο χεριών που εφάπτονται μεταξύ τους. (XXII)
  2. Το φαινόμενο πίεσης που προκαλείται όταν πιεστεί η άκρη ενός δακτύλου στον γυάλινο πυθμένα ενός δοχείου. (XXIII)
  3. Την άνοδο του δυναμικού που προκύπτει όταν οι παλά­μες δύο ανθρώπων έρθουν σε απαλή επαφή μεταξύ τους. (XXIV)
Electrophoto 24 copy
XXIV. Απαλό χάιδεμα των παλαμών δύο ανθρώπων. Ο ένας έχει το ηλεκτρόδιο στον δεξιό βραχίονα και ο άλλος στον αριστερό (*…*). Κάθε έντονη επαφή δημιουργεί αρνητική απόκλιση και κάθε απαλή επαφή θετική απόκλιση.

Η μέτρηση γίνεται με τον εξής τρόπο:

Drawing page 110

Στην πρώτη φωτογραφία βλέπουμε τα ΗΚΓ και των δύο πειραματικών υποκειμένων επάνω από το ίχνος. Το δυνα­μικό ηρεμίας φαίνεται να είναι στη γνωστή θέση του των –20mV περίπου. Σε κατάσταση ηρεμίας, το βασικό δυνα­μικό είναι οριζόντιο. Στη δεύτερη φωτογραφία βλέπουμε μερικά αρνητικά επάρματα, που αντιστοιχούν στο έντονο τρίψιμο της άκρης του δακτύλου στον γυάλινο πυθμένα του δοχείου του ηλεκτροδίου. Στην τρίτη φωτογραφία, βλέ­πουμε επάρματα με έντονη θετική απόκλιση μέχρι +20mV, τα όποια φτάνουν ως τα 40mV και προκαλούνται από απαλό χάιδεμα. Όποτε η επαφή γινόταν βιαιότερη, η θετική απόκλιση μεταβαλλόταν σε αρνητική, παρουσιαζό­ταν δηλαδή πτώση του δυναμικού. Όταν σταμάτησε το χάιδεμα, το βασικό δυναμικό έπεσε πάλι σιγά-σιγά στα επίπεδα του προηγούμενου δυναμικού ηρεμίας.

Electrophoto 25 copy
XXV. Χάιδεμα του χεριού εναλλασσόμενο με έντονη χειραψία.
Έμμεση μέτρηση. Άνθρωποι του ίδιου φύλλου.

Η επόμενη φωτογραφία (XXV) παρουσιάζει εντυπω­σιακά την αντίθεση ηδονής και πίεσης. Δείχνει την πίεση που ασκείται κατά τη διάρκεια μιας χειραψίας και που εναλλάσσεται με απαλό τρίψιμο των παλαμών ματαξύ τους. Τα αποτελέσματα προέκυψαν από άμεση παρατήρηση. Κάθε άνοδος του δυναμικού αντιστοιχεί ακριβώς σε συναίσθημα ευεξίας· κάθε αρνητική παρέκκλιση αντιστοιχεί σε έντονη πίεση. Γενικά, υπάρχει μια ελαφριά αύξηση του βασικού δυναμικού. Τα πειραματικά υποκείμενα ήταν δύο γυναίκες.

Τα αποτελέσματα των πειραμάτων αυτών μας θυμίζουν κάτι που το ξέραμε ήδη από την κλινική πρακτική, ότι η απαλή τριβή στη διάρκεια της συνουσίας αυξάνει την ηδονή και η ισχυρή τριβή τη μειώνει.

Electrophoto 26 copy
XXVI. Δυναμικό επαφής διαφόρων δερματικών επιφανειών.

Θα παραθέσουμε στη συνέχεια έναν απολογισμό σχε­τικό με το βασικό πειραματικό ελεγχο. Στην επόμενη φωτογραφία (XXVI), βλέπουμε τα αντίστοιχα δυναμικά που εμφανίζονται όταν χαϊδεύτηκαν διάφορες δερ­ματικές επιφάνειες:

Οι άκρες δύο δαχτύλων                                              –10mV περίπου
Οι επιφάνειες δύο δαχτύλων                                     –20mV περίπου
Δύο παλάμες                                                                 –10mV περίπου
Δύο αντιβράχια (εξωτερικές επιφάνειες)               –20mV περίπου
Δύο αντιβράχια (εσωτερικές επιφάνειες)               –20mV περίπου

Ενθαρρυμένος απ’ αυτά τα αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα, φωτογρά­φησα στη συνέχεια το φιλί που δίνει ένα ευτυχισμένο ζευγάρι (XXVII). Παρατηρούμε τις ήδη γνωστές διεγέρσεις τριβής, δηλαδή, απότομες κορυφώσεις που χωρίζονται από βαθιές κοιλάδες.

Electrophoto 27 copy
XXVII. Διέγερση κατά τη διάρκεια ενός φιλιού.
Electrophoto 28 copy
XXVIII. Το ίδιο, μεγεθυμένο και σε αργή κίνηση.

Η επόμενη ηλεκτροφωτογραφία (XXVIII) δείχνει τη διέγερση τριβής σε «αργή κίνηση» και μεγάλη μεγέθυνση. Ένα εκατοστό στον οριζόντιο άξονα αντιστοιχεί σε ένα δευτερόλεπτο· στον κάθετο, ένα εκατοστό είναι ίσο με 3,33mV περίπου.

Γενικά, το βασικό δυναμικό αυξάνεται. Βλέπουμε ότι οι κορυφώσεις της διέγερσης έχουν ουσιαστικά το ίδιο σχήμα. Δεν προχωρήσαμε όμως σε πιο λεπτομερειακή εξέταση.

Electrophoto 29 copy
ΧΧΙΧ. Δυσάρεστο φιλί. * = ενόχληση

Η επόμενη ηλεκτροφωτογραφία (XXIX) μας δείχνει την πορεία της διέγερσης όταν το φιλί που δίνει το ίδιο ζευγάρι γίνεται δυσάρεστο. Πολύ γρήγορα η γυναίκα εκδήλωσε έντονη ενόχληση· το βασικό δυναμικό μειώ­νεται και οι διακυμάνσεις που προέρχονται από την τριβή γίνονται επίσης μικρότερες. Τέλος, βλέπουμε μια απότομη πτώση προς τις αρνητικές τιμές, που προδίδουν ενόχληση. Η φωτογραφία αυτή τραβήχτηκε ενώ το φιλμ γύριζε με μεγάλη ταχύτητα μέσα στη μηχανή, όπως στη κινηματογράφηση σε αργή κίνηση (slow motion) — ένα εκατοστό αντιστοιχεί σε ένα δευτερόλεπτο. (Όπως έδειξαν οι πειραματικοί ελεγχοι σε ανόργανη ύλη, οι διακυμάνσεις γύρω από τη βασική γραμμή αντιστοιχούν σε ταλαντώσεις του ίδιου του παλμογράφου.) Από τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η τιμή του δυναμικού (με την εξαίρεση αμελητέων δια­φορών) είναι ανεξάρτητη από την έκταση των δύο δερματικών επιφανειών που έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, χωρίς να κινούνται, όταν δεν βρίσκονται σε διέγερση.

Με βάση αυτά τα πειράματα και τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν, καταγράψαμε στη συνέχεια, με τη μέθοδο της έμμεσης μέτρησης, τις αντιδράσεις ενός γυμνού εναγκαλιζόμενου ζευγαριού, την ώρα που ο άντρας φίλα το στήθος της γυναίκας (XXX).

Electrophoto 30 copy
ΧΧΧ. Γυμνό, εναγκαλιζόμενο ζευγάρι, όταν ο άντρας
φιλάει το στήθος της γυναίκας. Έμμεση μέτρηση.

Το βασικό δυναμικό είναι +100mV περίπου· οι διακυμάνσεις τριβής του φιλιού είναι γύρω στα 10mV η καθε­μιά, όπως συνήθως. Βλέπουμε και τα δύο ΗΚΓ. Τα σώματα είναι ξαπλωμένα το ένα κοντά στο άλλο. Η συνολική διέγερση μειώθηκε πολύ εξαιτίας των συνθηκών του πειράματος, αλλά παρ’ όλ’ αυτά εφτασε τα +100mV. Απ’ αυτό, θεωρήσαμε ότι ήμασταν δικαιολογημένοι να εξάγουμε συμπεράσματα σχετικά με τα επί­πεδα της πλήρους σεξουαλικής διέγερσης που μπορούν να επιτευχθούν κατά τη διάρκεια της ανενόχλητης συνουσίας. Το ζήτημα τώρα πια δεν ήταν αν υπήρχε ή όχι ηλεκτρική φόρτιση και εκφόρτιση κατά τη διάρκεια της συνουσίας, αλλά αν ήταν δυνατόν —λόγω της τιμής της φόρτισης— να καταγραφεί με βάση μια φωτογραφήσιμη μηδενική γραμ­μή.

Τα αποτελέσματα των πειραμάτων ελέγχων

Τα ηλεκτρικά φαινόμενα στις ερωτογόνες ζώνες, δεν θα είχαν καμιά γενικότερη σημασία αν δεν αντιστοιχούσαν σε ειδικές βιολογικές διεργασίες διέγερσης· αν ήταν δυνατόν δηλαδή να επαναληφθούν στην ανόργανη ύλη. Έχουμε ήδη αναφερθεί σε πειράματα ελέγχου επί ανόργανης ύλης. Τώρα θα παρουσιάσω μια σύνοψή τους.

Σφάλματα που οφείλονται σε κακή μόνωση

Αν τα καλώδια ή τα ηλεκτρόδια δεν είναι καλά μονω­μένα, μπορεί να εμφανιστούν στον παλμογράφο επάρματα που δεν προέρχονται από το σημείο του σώματος όπου γίνεται η μέτρηση. Αν για παράδειγμα, κάποιος τρίτος ή αυτός που κάνει το πείραμα αγγίξει το υποκείμενο που είναι συνδεδεμένο με τη συσκευή, η φωτεινή δέσμη αποκλίνει ταχύτατα από τη θέση ηρεμίας της προς αρνητικές τιμές. Ο βαθμός της αρνητικής απόκλισης ποικίλει ανάλογα με το άτομο που κάνει την επαφή. Αυτή η πηγή σφάλματος διαπιστώνεται εύκολα, επειδή σύντομα αποκαθίσταται το αρχικό επίπεδο του δυναμικού. Αν η επαφή επαναληφθεί πολλές φορές, οι αποκλίσεις εξαφανίζονται. Διαπιστώνουμε ότι η επίδραση αυτή είναι αρνητική και συνεπώς δεν αποτελεί πηγή σφάλματος για τις θετικές αποκλίσεις δυναμικού.

Τα ηλεκτρόδια που δεν είναι καλά μονωμένα δημιουργούν επάρματα στον παλμογράφο, έχουν όμως πάντοτε αρνητική κλίση, δηλαδή μείωση του ρεύματος. Τα καλώδια των ηλεκτροδίων πρέπει να είναι καλά συνδεδεμένα. Όταν μπαίνει σε λειτουργία το μηχάνημα, οι μηχανικές δονήσεις των καλωδίων προκαλούν ταλαντώ­σεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν. Εφόσον δεν χρη­σιμοποιείται κλωβός Φαραντέι, πρέπει να απενεργοποιούνται όλα τα κυκλώματα φωτισμού, αλλιώς η συσκευή θα καταγράψει διαταραχές στις ταλαντώσεις. Τα δυναμικά μπορούν πάλι να μετρηθούν, αλλά η φωτεινή δέσμη θα είναι θολή.

Μπορεί τα φαινόμενα που περιγράψαμε να οφείλονται σε εξωτερικές επιδράσεις που εκδηλώνονται στα ηλεκ­τρόδια;

Για τις άμεσες μετρήσεις χρησιμοποιήθηκαν μη πολώσιμα ηλεκτρόδια 0,1 Ν διαλύματος χλωριούχου καλίου. Με σωστό χειρισμό, τα ηλεκτρόδια ποτέ δεν δίνουν ενδείξεις που να παρεκκλίνουν περισσότερο από 0,5mV το πολύ η μια από την άλλη. Τα ηλεκτρόδια που πιάνονταν με το χέρι ήταν μονωμένα με γυαλί και ελαστικό και προστατεύονταν από μεταλλικά περιβλήματα. Δεν προκαλείται καμιά παρέκκλιση της δέσμης, ούτε από το τρίψιμο της άκρης του ηλεκτρόδιου στον πυθμένα του γυάλινου δοχείου, ούτε από το ζέσταμα του διαλύματος ΚCl. Το πιάσιμο των καλωδίων των ηλεκτροδίων ΚCl σε διάφορα σημεία τους δεν προκάλεσε καμιά διακύμανση των ενδείξεων.

Στην περίπτωση της έμμεσης μέτρησης, χρησιμοποιή­θηκαν ηλεκτρόδια αργύρου. Αν εμβαπτίσουμε δύο ηλεκτρόδια καθαρού αργύρου σε διάλυμα ΚCl και κλείσουμε το κύκλωμα, προκύπτουν γρήγορες αρνητικές παρεκ­κλίσεις διαφόρων τιμών. Αν όμως τυλίξουμε τις άκρες των ηλεκτρόδιων αργύρου με βαμβάκι που έχει διαποτιστεί με διάλυμα ΚCl και ακουμπήσουμε ύστερα αυτές τις άκρες σε δύο κομμάτια βαμβάκι διαποτισμένα με ΚCl που κρέμονται μέσα στο δοχείο με το ΚCl, δεν θα καταγραφεί καμιά αξιόλογη παρέκκλιση.

Μπορεί η συγκέντρωση του ηλεκτρολύτη να είναι πηγή σφάλματος;

Αρχικά, είχαν χρησιμοποιηθεί μόνο ηλεκτρόδια ΚCl. Επειδή όμως το διάλυμα αυτό προκαλούσε διαταραχές όταν γινόταν μέτρηση σε επιφάνειες βλεννογόνων, χρησιμοποιή­θηκε στη συνέχεια διάλυμα ΝαCl 0,9 Ν. Για να δούμε κατά πόσο τα διάφορα ιόντα και οι συγκεντρώσεις μπο­ρούν να είναι πηγές σφάλματος, πραγματοποιήσαμε επανειλημένα τους εξής πειραματικούς ελέγχους:

  1. Τα ηλεκτρόδια αργύρου που είναι συνδεδεμένα με βαμβάκι διαποτισμένο σε 0,1 ΚCl, συνήθως δεν προκαλούν καμιά διακύμανση· σπάνια μόνο εμφανίζονται πα­ρεκκλίσεις που ανέρχονται ως τα 5mV.
  2. Το ίδιο σταθερές ενδείξεις δίνουν και τα ηλεκτρόδια αργύρου που είναι συνδεδεμένα με βαμβάκι διαποτισμένο σε διάλυμα ΝaCl 0,9Ν.
  3. Αν χρησιμοποιηθεί πυκνό διάλυμα άλατος, η θέση της μηδενικής γραμμής δεν μεταβάλλεται.
  4. Αν χρησιμοποιηθεί πυκνό διάλυμα ζάχαρης, παρα­τηρούνται παρεκκλίσεις που φτάνουν μέχρι τα 10mV.
  5. Αν χύσουμε πυκνό διάλυμα NaCl επάνω στο βαμβάκι που είναι διαποτισμένο με ΚCl 0,1Ν, εμφανίζονται διακυ­μάνσεις μεταξύ –5 και –10mV.

Αν δεν συνδέσουμε τα ηλεκτρόδια αργύρου απευθείας, αλλά κρεμάσουμε απ’ αυτά λωρίδες από βαμβάκι διαποτισμένες με NaCl 0,9N και τις βυθίσουμε σε διαφορετικά διαλύματα, θα παρατηρήσουμε τα εξής:

Στην περίπτωση του διαλύματος ΝaCl δεν παρουσιάζε­ται καμιά παρέκκλιση.

Στο πυκνό διάλυμα ζάχαρης εμφανίζονται παρεκκλίσεις που φτάνουν μέχρι τα –10mV.

Παρεκκλίσεις που φτάνουν ως τα –10mV εμφανίζονται επίσης και στο πυκνό διάλυμα ζάχαρης που είναι ανακατεμένο με πυκνό διάλυμα άλατος.

Ο λόγος ίσως που η συγκέντρωση παίζει τόσο ασήμαντο ρόλο, είναι ότι μεταξύ λυχνίας και ηλεκτροδίων υπάρχει μια αντίσταση 2 εκατομμυρίων Ohm, πράγμα που δεν επιτρέ­πει ροή ρεύματος, αλλά απλώς δείχνει την τάση. Τα φαινόμενα λοιπόν του πειράματος ζάχαρης-άλατος δεν αλλοιώνονται από τις επιδράσεις της συγκέντρωσης του διαλύμματος, έστω κι αν αγνοήσουμε τα βιολογικά φαινόμενα που δεν είναι δυνατό να παρερμηνευτούν.

Μπορούν τα φαινόμενα γαργαλήματος, πίεσης και χαϊδέ­ματος που περιγράψαμε να εμφανιστούν στην ανόργανη ύλη;

Αν συνδεθούν τα δύο ηλεκτρόδια με ένα κομμάτι ύφασμα διαποτισμένο με ΚCl ή NaCl, μόλις κλείσει το κύκλωμα, οι ενδείξεις του παλμογράφου παρεκκλίνουν κατά 20-40mV περίπου στην αρνητική περιοχή. Αλλά ο χειρι­σμός του υφάσματος με μονωτικό υλικό δεν προκαλεί καμιά διακύμανση της ένδειξης. Αν όμως τριφτεί ή πιε­στεί το ύφασμα με το δάχτυλο, παρουσιάζονται αμέσως οι τυπικές περιπλανήσεις κτλ. Έτσι λοιπόν, αν είμαστε υπερ­βολικά αυστηροί με τα ευρήματα που προέκυψαν από την οργανική ύλη, κι αν δεν μας διακρίνει η ίδια αυστηρότητα στη διάρκεια των πειραμάτων ελέγχου —αν για παρά­δειγμα, πιέσουμε τα ηλεκτρόδια αργύρου στο ύφασμα με τα δάχτυλά μας — τότε μπορούμε εύκολα να φτάσουμε στο σημείο να πιστέψουμε ότι «και το ύφασμα είναι ζωντανό» (XXXI).

Electrophoto 31 copy
ΧΧΧΙ. Πείραμα ελέγχου με χρήση υφάσματος βουτηγμένου σε KCl.
3 = πίεση, 4 = τρίψιμο, γαργάλημα

Αν η απόσταση ανάμεσα στα σημεία μέτρησης πάνω στο ύφασμα αυξηθεί, αυξάνοντας έτσι και την αντίσταση, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο αρνητικό.

Όταν εξετάζονται νέες ανακαλύψεις, μπορεί εύκολα να φανεί κανείς απρόσεκτος, απλά και μόνο για να καταρρίψει κάποια ιδέα. Σ’ ένα τέτοιο ακριβώς «καταρριπτικό» πείραμα οφείλω την ανακάλυψη ενός νέου προβλήματος, που η λύση του δεν έχει βρεθεί ακόμα. Ένας κατατονικός είχε συνδεθεί με τη συσκευή· στη ράχη του χεριού του είχε ακουμπήσει το διαφορικό ηλεκτρόδιο και πλάι του εφαρμοζόταν το ερέθισμα τού γαργαλήματος μ’ ένα στε­γνό βαμβάκι. Παρατηρήσαμε τα γνωστά φαινόμενα γαργαλήματος. Για να επαληθευτούν τα αποτελέσματα, το ύφασμα όπου ακουμπούσε το χέρι διαποτίστηκε με ΚCl και χαϊδεύτηκε με βαμβάκι. Προέκυψαν οι ίδιες διακυμάν­σεις. Η κατάσταση φαινόταν απελπιστική. Μόνο την επόμενη μέρα σκέφτηκα, πώς κατά τη διάρκεια του πειράματος ελέγχου, το διαφορικό ηλεκτρόδιο δεν είχε αφαιρεθεί από το πόδι του κατατονικού. Έτσι, υπήρχε το κύκλωμα πόδι–σώμα–χέρι–διαποτισμένο ύφασμα. Το πείραμα ελέγχου βέβαια ήταν άκυρο, αλλά το μεγάλο ερώτημα παρέμενε: γιατί το φαινόμενο του γαργαλήματος εξακολουθούσε να εμφανίζεται, σαν να είχε μεταβιβαστεί στο διαποτισμένο ύφασμα η ικανότητα του οργανικού ιστού να προκαλεί φαινόμενα γαργαλήματος; Τη διακύμανση αυτή που παρουσιάστηκε στο «ζωντανό ύφασμα» δεν είμαστε για την ώρα σε θέση να την κατανοήσουμε.[7]

Κάτω από τις ίδιες πειραματικές συνθήκες, με μια μόνο εξαίρεση, δεν είναι δυνατόν να εμφανιστεί αύξηση του δυναμικού στην ανόργανη ύλη. Πρέπει όμως να προστεθεί ο περιορισμός ότι αυτό είναι κάτι που ισχύει μόνο στην παρούσα κατάσταση της έρευνας. Αν αγγίξει κανείς δύο συνδεδεμένα ηλεκτρικά βύσματα, δεν παρουσιάζεται διακύμανση του δυνα­μικού. Αν όμως βυθιστούν σ’ ένα διάλυμα, το δυναμικό μειώνεται σημαντικά και με γρήγορο ρυθμό.

Με την τριβή των ηλεκτροδίων σε μεταλλική ύλη, μπορούν να παραχθούν διακυμάνσεις. Οι παρεκκλίσεις όμως τείνουν μόνο προς τις αρνητικές τιμές, δεν μπορούν να αναπαραχθούν και είναι τελείως άρυθμες.

Αν τριφτούν τα ηλεκτρόδια σε έναν ηλεκτρικό φακό, θα προκληθούν θετικές παρεκκλίσεις. Είναι όμως εξαρχής φανερό πως οι παρεκκλίσεις αυτές δεν έχουν το ρυθμό της οργανικής περιπλάνησης (XXXII). Οι αύξήσεις είναι άρυθμες ή μηχανικές και γωνιώδεις. Η επιφάνεια του φακού φορτίζεται ηλεκτρικά από το εσωτερικό του και επομένως δρα σαν ζωντανό σώμα. Αλλά οι διακυμάνσεις είναι διαφορετικές.

Electrophoto 32 copy
ΧΧΧΙΙ. Πείραμα ελέγχου: τρίψιμο των ηλεκτροδίων
στη μεταλλική επιφάνεια ενός ηλεκτρικού φακού.

Τα πειράματα ελέγχου που περιγράψαμε, αποκαλύπτουν ότι τα φαινόμενα της διέγερσης δεν μπορούν να παραχθούν στην ανόργανη ύλη.

Σε μερικές φωτογραφίες, τα επάρματα των ΗΚΓ έχουν κατεύθυνση προς τα επάνω και σε άλλες προς τα κάτω. Η κατεύθυνση των καρδιακών επαρμάτων είναι ανεξάρτητη από την κατεύθυνση των φαινομένων σεξουαλικής διέγερσης. Η θετική κατεύθυνση στη διάρκεια του γαργαλήμα­τος παραμένει αμετάβλητη (ανοδική) είτε τα καρδιακά επάρματα κατευθύνονται προς τα επάνω, είτε προς τα κάτω. Όπως δείχνουν ειδικές δοκιμές ελέγχου, όταν ακουμπήσει η άκρη του αριστερού δαχτύλου στην κάθοδο και η άκρη του δεξιού στο πλέγμα, σχηματίζεται θετικό καρδιακό έπαρμα. Αντίστροφα, το έπαρμα έχει κατεύ­θυνση προς τα κάτω όταν ακουμπήσει το δάχτυλο του δεξιού χεριού την κάθοδο και του αριστερού το πλέγμα. Για την ώρα, το φαινόμενο αυτό παραμένει ανεξήγητο. Δεν αποκλείεται να έχει σχέση με την κατεύθυνση του ρεύματος δράσης του καρδιακού μυός, το οποίο καθορίζεται από τη σύσπαση της καρδιάς. Αντανακλά, χωρίς αμφι­βολία, τη διακύμανση του δυναμικού του δέρματος, που ξεκινά από την καρδιά. Η εσωτερική αντίληψη των φαι­νομένων μάς δείχνει ότι κάθε καρδιακός παλμός συνδέεται με έναν παλμό αίσθησης, που τον εντοπίζουμε στην καρδιακή χώρα. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι παρά η αρχική φάση μιας αίσθησης, όμοιας με εκείνη που αναπτύσσεται ολοκληρωμένα κατά την ηδονή ή το άγχος. Οι λεπτομέρειες παραμένουν ακόμα ακαθόριστες.

Αν κάνουμε τη σύνδεση με ένα απλό ραδιόφωνο, αντί με παλμογράφο, οι διακυμάνσεις του δυναμικού μετατρέπονται σε ήχο αντί για φώς. Ο συνεχής χαμηλός βόμβος του ραδιοφώνου εξαφανίζεται εντελώς, όταν τα δύο ηλεκτρόδια συνδεθούν με βαμβάκι που έχει προηγουμέ­νως διαποτισθεί με ηλεκτρολύτη. Αυτό αντιστοιχεί στην αρνητική απόκλιση της φωτεινής δέσμης. Όταν γίνονται έμμεσες μετρήσεις σε παλάμες που εφάπτονται, το ρυθμικό χάιδεμα προκαλεί ρυθμικά ηχητικά φαινόμενα. Με το απαλό χάιδεμα, η ένταση του ήχου αυξάνεταιμ ενώ με την πίεση, μειώνεται. Αυτό αντιστοιχεί πλήρως στις διακυμάνσειςς της φωτεινής δέσμης στον παλμογράφο.

Το «νευροφυτικό κέντρο»

Η πειραματική έρευνα των δυναμικών του δέρματος κατά τη διάρκεια της ηδονής και του άγχους επιβεβαίωσαν την υπόθεση ότι υπάρχουν δύο αντίθετες κατευθύνσεις της βιοενεργειακής ροής κατά τη διέγερση: προς την περιφέρεια και προς το κέντρο. Σήμερα πια είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε ξεκάθαρα τη φύση αυτής της ροής. Κατά τη διάρ­κεια της διέγερσης ηδονής ή της διέγερσης άγχους, δεν είναι μόνο η κυκλοφορία του αίματος που καθορίζει αυτή την αίσθηση ρεύματος, αλλά μάλλον η μεταφορά κβάντων ηλεκτρικής φόρτισης από την κυκλοφο­ρία του αίματος και της λέμφου.[8] Είναι από καιρό γνωστό ότι το αίμα μεταφέρει ιόντα. Το δέρμα τώρα, ως πε­ριφέρεια του νευροφυτικού συστήματος, αποκαλύπτεται πως είναι η εδρα της πε­ριφερειακής συγκέντρωσης ή της μείωσης των ποσοτήτων ηλεκτρικής φόρτισης. Η κατεύθυνση «πρός τον κόσμο», στην οποία αναγκαστήκαμε να στηρίξουμε την περί ενορμήσεων θεωρία της σεξουαλικής οικονομίας, επιβεβαιώνεται ξεκάθαρα. Η φύση της κατεύθυνσης «μακριά από τον κόσμο, προς τον εαυτό» ήταν μέχρι τώρα λιγότερο συγκεκριμένη. Πού πηγαίνει η βιοηλεκτρική ροή στην περίπτωση του άγχους; Το ερώτημα αυτό αφορά τον εντοπισμό του νευροφυτικού κέντρου.

Σε ποια τοποθεσία του σώματος θα πρέπει να αναζητήσουμε τις περιοχές εκείνες απ’ όπου πηγάζει και όπου υποχωρεί η βιολογική ενέργεια; Η αρχική υποθετική μας απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι ότι οι περιοχές αυτές είναι τα γαγγλιακά πλέγματα του νευροφυτικού συστήμα­τος και κυρίως το κοιλιακό πλέγμα, το υπογαστριακό πλέγμα και το γεννητικό πλέγμα του Φράνκενταλ. Τις κλινικές αποδείξεις αυτής της υπόθεσης θα τις δώσω στο άμεσο μέλ­λον. Το νευροφυτικό σύστημα αντιπροσωπεύει τη γεννήτρια· παράγει δηλαδή βιοηλεκτρική ενέργεια στο ανθρώπινο σώμα. Οι πειραματικές μελέτες που παρουσιάζονται στο πρώτο μέρος της παρούσας εργασίας επιβεβαιώνουν πλήρως αυτή την υπόθεση. Ας δούμε τώρα κατά πόσο αυτή η υπόθεση παίρνει υπόψη της τα κλινικά δεδομένα και κατά πόσο μπορεί να κάνει κατανοητά τα φαινόμενα εκείνα της παθολογίας των νευρώσεων και των συναισθημά­των που μέχρι τώρα παρέμεναν ανερμήνευτα.

Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, πρέπει να απαλλαγούμε από μια προκατάληψη που κυριαρχεί στη νευρολογική καί ιατρική σκέψη γενικότερα. Ο όρος «κέν­τρο», όπως έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι σήμερα, αναφέρεται στον «εγκέφαλο» και τους σχετικούς μ’ αυτόν μεταγωγικούς σταθμούς της νευρικής διέγερσης στον προμήκη μυελό. Δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα για να συζητήσουμε την ορθότητα αυτού του όρου. Διαισθητικά, ο εγκέφαλος θεωρείται το πραγματικό κέντρο και η πηγή όλων των ενορμήσεων, που μεταβιβάζονται κατόπιν στο υπόλοιπο σώμα. Είναι σαν να ελέγχει, ας πούμε, ο εγκέφαλος ό,τι κάνουν οι άνθρωποι. Είναι αλήθεια πως τα τελευταία χρόνια η νευροπαθολογία (και άναφέρομαι ιδιαίτερα στις εργασίες του Γκολντστάιν) προσπά­θησε να εισαγάγει έναν τελείως διαφορετικό τρόπο σκέ­ψης, που φαίνεται να αφαιρεί από τον εγκέφαλο την υπέρτατη λειτουργία, που ως τώρα αποδιδόταν σ’ αυτόν. Όλοι οι κλάδοι της ιατρικής μετατόπισαν το ενδιαφέρον τους στην έρευνα των νευροφυτικών λειτουργιών και ιδιαίτερα των λειτουργιών του παρασυμπαθητικού και του συμπαθη­τικού συστήματος. Παράλληλα, έχουν καταβληθεί επίμονες προσπάθειες για να αναλυθούν τα ουσιαστικά χαρα­κτηριστικά του συστήματος αυτού και η σχέση του με την ψυχική ζωή. Η δική μου άποψη για τη λειτουργία του παρασυμπαθητικού και του συμπαθητικού συστήματος —δηλαδή, για τη βασική αντίθεση της νευροφυτικής ζωής— βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία μ’ αυτήν την καινού­ρια τάση και σε πολλά σημεία αναιρεί τη μηχανιστική φυσι­ολογία του εγκεφάλου. Θα ήταν πρόωρο να μπαίναμε τώρα σ’ αυτή τη συζήτηση, ήταν όμως κάτι που έπρεπε να αναφερθεί, για να ξεκαθαριστεί ότι με την εκφραση «νευροφυτικό κέντρο» δεν εννοούμε μόνο το κέντρο του νευροφυτικού συστήματος, αλλά το κέντρο όλων των βιοφυσιολογικών και χαρακτηρο-συναισθηματικών λειτουργιών. Αν θέλαμε να το διατυπώσουμε με κάποια επιφύλαξη μπορούμε να πούμε ότι ο εγκέφαλος —σύμφωνα μ’ αυτή την υπόθεση— είναι απλώς ένα ειδικά σχεδιασμένο σύστημα εφαρμογής και αναστολής των γενικών νευροφυτικών λειτουργιών του σώματος. Το αδιάσειστο γεγονός ότι η ζωή μπορεί να λειτουργεί βιολογικά πολύ πριν από την άνάπτυξη του εγκεφάλου, αποτελεί απόδειξη αυτής της υπόθεσης. Τα συναισθήματα με τα όποια ασχοληθήκαμε —συγκεκριμένα, η ηδονή, το άγχος και η οργή— δεν συνδέονται κατά κανένα τρόπο με την ύπαρξη του εγκεφά­λου. Η νευροφυτική λειτουργία είναι φυλογενετικά αρχαιό­τερη από την εγκεφαλική λειτουργία. Η εκφραση «νευροφυτικό κέντρο» λοιπόν, είναι πιο περιεκτική απ’ ό,τι μπορεί να φαίνεται από πρώτη ματιά. Είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ότι οι λειτουργίες του εγκεφάλου εξαρτώνται επίσης από τις γενικές νευροφυτικές λειτουργίες.

Αν τοποθετηθεί ένα ηλεκτρόδιο πλέγματος λίγο παραπάνω από τον αφαλό, περίπου στα μισά του διαστήματος από τον αφαλό μέχρι τους πλευρικούς χόνδρους, το κοιλιακό δέρμα έχει το συνηθισμένο δυναμικό των –20 εως –40mV περίπου. Αν πιέσουμε με το δάχτυλο την κοιλιά πλάι στο ηλεκτρόδιο, το δυναμικό πέφτει σταθερά κατά 10-20mV περίπου. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει κι αν βάλουμε τον ασθενή να σφιχτεί σαν να ήθελε να αφοδεύσει ή να εισπνεύσει βαθιά. Η αντίρρηση ότι η πτώση του δυνα­μικού οφείλεται στην πίεση που ασκείται επάνω στο δέρμα, αναιρείται από το γεγονός ότι όταν το πειραματικό υποκείμενο εισπνέει βαθιά, το δυναμικό μειώνεται με τον ίδιο τρόπο. Όταν εκπνέει, το δυναμικό αυξάνεται πάλι σιγά-σιγά μέχρι το αρχικό του επίπεδο. Σε άσθενείς που έχουν άκαμπτο διάφραγμα και δεν μπορούν να εκπνεύσουν πλήρως, η διακύμανση του δυναμικού κατά την εισπνοή και την εκπνοή δεν είναι τόσο σαφής ή τόσο εκτεταμένη, όσο στους ανθρώπους που είναι σε θέση να αναπνέουν ελεύθερα.

Το σύμπτωμα αυτό αξίζει να προσεχτεί περισσότερο. Όταν κάποιος εισπνέει, το διάφραγμα κατεβαίνει και πιέ­ζει τα όργανα που βρίσκονται κάτω απ’ αυτό. Η κοιλιακή κοιλότητα συστέλλεται, ενώ ο θώρακας διαστέλλεται. Αντίστροφα, όταν κάποιος εκπνέει, ο θώρακας συστέλ­λεται, ενώ η κοιλιακή κοιλότητα διαστέλλεται. Εκτός όμως άπ’ αυτό, υπάρχει κι ένα δεύτερο φαινόμενο που δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση. Όταν το πειραματικό υποκείμενο εισπνεύσει βαθιά, εξαφανίζεται κάθε νευροφυτική αίσθηση ρεύματος που μπορεί να υπάρχει στην επιγαστρική χώρα. Όταν όμως εκπνεύσει βαθιά, νιώθει στην κοιλιακή χώρα και στο κατώτερο τμήμα του θώρακα μια αίσθηση που μοιάζει με άγχος ή ηδονή.

Η ανατομική θεώρηση των οργάνων της κοιλιακής κοιλότητας και τα πειραματικά αποτελέσματα μπορούν να εξηγήσουν τα γεγονότα που περιγράψαμε πιο πάνω. Μπο­ρούμε να δούμε ότι δύο σημαντικά όργανα που βρί­σκονται κάτω από το τόξο του διαφράγματος, επηρεάζονται μηχανικά από τη μετατόπιση του διαφράγματος. Τα όργανα αυτά είναι το στομάχι και πίσω του το ηλιακό πλέ­γμα, που είναι το μεγαλύτερο πλέγμα του νευροφυτικού συστήματος. Από προηγούμενα πειράματα γνωρίζουμε ότι η πίεση μειώνει τη δραστηριότητα της ηλεκτρικής φόρτισης. Χρειάστηκε να θέσουμε μια ακόμα υπόθεση, ότι το δέρμα εφοδιάζεται συνεχώς με βιοηλεκτρικό ρεύμα ηρεμίας από κάποιο «απροσδιόρι­στο ακόμα κέντρο». Στην περίπτωση της πίεσης και του άγχους, η φόρτιση του δέρματος μειώνεται. Στην ηδονή, η βιολογική ενέργεια του σώματος εκτείνεται προς τον κόσμο· στο άγχος, υποχωρεί. Ας φανταστούμε τώρα την κατάσταση των οργάνων που περιβάλλουν το κοιλιακό και το πυελικό πλέγμα, στην περίπτωση του τρόμου: (1) παίρνουμε βαθιά εισπνοή και οι ώμοι κυρτώνουν· (2) οι κοιλιακοί μυς σφίγγονται έντονα και (3) η βάση της πυέ­λου ανασηκώνεται γρήγορα.

Στο άγχος λοιπόν, η κοιλιά συμπεριφέρεται σαν ένα ζωντανό πλάσμα που προσπαθεί να προστατέψει κάτι. Τα τοιχώ­ματα συσφίγγονται γύρω από το περιεχόμενό τους. Χωρίς αμφιβολία, αυτό που προστατεύεται είναι το εξαιρετικά ευαίσθητο σύστημα των γαγγλίων της κοιλιάς και της πυέ­λου. Το μόνο ίσως πράγμα που θα μπορούσε να ερμηνεύσει την πτώση του δυναμικού του δέρματος της κοιλιάς, όταν κάποιος σφίγγει τα σπλάχνα του ή ρουφάει το στο­μάχι του, είναι η πίεση που ασκείται στο πλέγμα, εμποδίζοντας έτσι τη βιοενεργειακή του δραστηριότητα. Μια άλλη φορά θα παρουσιάσουμε τα κλινικά δεδομένα εκείνα, που επιβεβαιώνουν αυτή την παρατήρηση.[9]

Η συσταλτικότητα του νευροφυτικού νευρικού συστήματος

Η περιγραφή που έδωσα ως τώρα για τη νευροφυτική λειτουργία θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε ένα σφάλμα. Το παρασυμπαθητικό και το συμπαθητικό σύστη­μα είναι δύο κλάδοι από ένα και τον αυτό κορμό, αλλά με αντιθετική δράση. Ο ένας κλάδος συνδέεται με τη λει­τουργία της ηδονής και ο άλλος με τη λειτουργία του άγχους. Ορισμένες πλευρές της νευροφυτικής συμπεριφοράς μάς δείχνουν ότι η θεώρηση αυτή είναι ανεπαρκής για την κατανόηση της συνολικής ζωτικότητας της νευ­ροφυτικής λειτουργίας. Δικαιολογημένα θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι οι κατευθύνσεις «έξω από τον εαυτό» και «μέσα στον εαυτό» εναλλάσσονται κατά τη διάρκεια του οργασμού ή της μυϊκής κίνησης. Μπορεί λοιπόν να ισχυ­ριστεί κανείς ότι στην περίπτωση της σεξουαλικής ηδονής μετέχει μόνο το παρασυμπαθητικό σύστημα και στην περίπτωση του άγχους μόνο το συμπαθητικό; Αυτό που λέμε διάρροια αγχώδους προέλευσης είναι οπωσδήποτε κάτι το υπαρκτό και επηρεάζεται από το παρασυμπαθητικό σύστημα! Η αντίρρηση λοιπόν αυτή έχει βάση και μας υποχρεώνει να εξετάσουμε με περισσότερη ακρίβεια τον αντιθετικό χαρακτήρα της νευροφυτικής λειτουργίας. Η σχηματική αντιπαράθεση του παρασυμπαθητικού και του συμπαθητικού συστήματος είναι στην πραγματικότητα λαθεμένη. Η ανατομία της φυσιολογίας δεν ισχυρίζεται ότι το παρασυμπαθητικό και το συμπαθητικό είναι δυο εντελώς ξεχωριστά ανατομικά συστήματα. Απλώς ταυτοποιεί τις διαδρομές που ακολουθεί η νευρική διέγερση. Είμαστε ίσως πιο κοντά στην πραγματικότητα αν υποθέσουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα λειτουργικά και μορφολογικά ομοιόμορφο σύστημα, που μπορεί να λειτουργεί προς δυο αντίθετες κατευθύνσεις. Έτσι, οι λειτουργίες του απλώματος και της συστολής μπορούν να εκτελούνται από ένα και το αυτό όργανο και το νευροφυτικό αυτό σύστημα μπορεί να πάρει τρεις διαφορετικές θέσεις: (1) τη μέση θέση ισορροπίας ανάμεσα στην περιφερειακά και κεντρικά κατευθυνόμενη διέγερση· (2) τη θέση της μεγίστης συστολής (κατάσταση τρόμου, υπερσυμπαθητικοτονία)· (3) τη θέση της μεγίστης διαστολής (σεξουαλική διέγερση, υπερβαγκοτονία).

Έκανα ασυναίσθητα την υπόθεση ότι το νευροφυτικό σύστημα είναι συσταλτό. Δηλαδή, όχι μόνο άγει τη διέγερση, αλλά συμπεριφέρεται και σαν μια μάζα πρωτο­πλάσματος που απλώνεται και συστέλλεται. Η υπόθεση αυτή είναι απαραίτητη. Θα ήθελα να παραθέσω μερικά επι­χειρήματα που εξηγούν γιατί είναι αναγκαία:

  1. Οι μελέτες με τον παλμογράφο αποκαλύπτουν ότι η ηδονή και το άγχος ταυτίζονται με την αύξηση ή τη μείωση της βιοενεργειακής φόρτισης της περιφέρειας. Η ένταση της αίσθησης αντανακλά την ποσότητα της φόρτισης. Από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι νευροφυτικές αισθήσεις αντανακλούν άμεσα την κατάσταση νευροφυτικής διέγερ­σης.
  2. Οι σωματικές αισθήσεις αντανακλούν άμεσα τη διεργασία του απλώματος και της συστολής. Τις νευροφυτικές αισθήσεις πρέπει να τις θεωρούμε σαν αντανάκλαση πραγματικών σωματικών διεργασιών. Η κοιλιακή κοιλότητα και η λεκάνη είναι έδρα όχι μόνο των πιο έντονων νευροφυτικών αισθήσεων, αλλά και των πιο πυκνών νευροφυτικών νευρικών πλεγμάτων.
  3. Η διεργασία της πλήρωσης και της κένωσης των αιμοφόρων αγγείων είναι αντιστοιχίζει με ακρίβεια τη διαστολή και τη συστο­λή.
  4. Τη λειτουργία της συστολής και διαστολής της νευροφυτικής ουσίας, μπορούμε να την παρατηρήσουμε στα μαλάκια, τα σκουλήκια, τα σαλιγκάρια, καθώς και στο πρωτόπλασμα των αμοιβάδων. Η διόγκωση της ουσίας, που οδηγεί στη διαστολή, συνοδεύεται από συσσώρευση φόρτισης. Η χαλάρωση που εμφανίζεται με τη συστολή συνοδεύεται από μείωση φόρτισης.
  5. Το νευροφυτικό νευρικό σύστημα είναι ένα ομοιογενές πλέγμα που διατρέχει όλα τα όργανα του σώματος, μέχρι και τα μικρότερα τμήματά του. Είναι ένα ομοιογενές δίκτυο πρωτοπλάσματος. Η νευροφυτική ακούσια «εννεύρωση» δεν μπορεί να είναι άλλο τίποτα από την ίδια τη διεργασία φόρτισης και εκφόρτισης, που εμφανίζεται μαζί με τη διόγκωση και συρρίκνωση του ιστού.

Συνεπώς, η αντίληψη ότι το παρασυμπαθητικό και το συμπαθητικό νευρικό σύστημα είναι συστήματα ξεχωρι­στά και αντίθετα μεταξύ τους, κι ότι πρώτα λειτουργεί το ένα (ηδονή) κι υστέρα το άλλο (άγχος), μπορεί να διορθω­θεί τώρα πια ως εξής: το νευροφυτικό νευρικό σύστημα διαθέτει την ικανό­τητα να συστέλλεται και να διαστέλλεται. Από τη μέση θέση της νευροφυτικής ισορροπίας, μπορεί να κινείται με κατεύ­θυνση προς τον κόσμο (δηλαδή, να απλώνεται) ή να υποχωρεί στον εαυτό (δηλαδή, να συστέλλεται). Μπορεί επίσης να ταλαντεύεται από τη μια κατεύθυνση στην άλλη ή να παραμένει σταθερό στην μια ή την άλλη ακραία θέση. Για να το διατυπώσουμε πιο απλά, στην κατά­σταση νευροφυτικής ισορροπίας δεν έχει εδραιωθεί ούτε θέση διαστολής, ούτε συστολής. Η παρασυμπαθητικοτονία αντιστοιχεί σε μια καθήλωση στην κατάσταση της διαστολής και η συμπαθητικοτονία σε μια καθήλωση στην κατάσταση της συστολής. Η μυϊκή θωράκιση υποννοεί μια βιοπαθητική κατάσταση ισορροπίας, η λειτουργία της οποίας είναι να αποφεύγει το άγχος της συστολής και την ηδονή της διαστολής και της οργασμι­κής σύσπασης.

Το νευροφυτικό νευρικό σύστημα είναι λοιπόν ένα συσταλτό σύστη­μα πρωτοπλάσματος, ένα συσταλτό όργανο που διατρέχει το σύνολο του οργανισμού. Αντιπροσωπεύει την «αμοιβάδα μέσα στο εσωτερικό του πολυκύτταρου οργανισμού». Αυτή είναι η ερμη­νεία και η βάση της ομοιογένειας της ενιαίας σωματικής λειτουργίας. Το «ζώο μέσα στον άνθρωπο», «ο διάβολος μέσα στη σάρκα», υπάρχει πραγματικά σαν το πιο πρωτό­γονο στοιχείο της φύσης· είναι αυτό που ενώνει το ανθρώπινο ζώο με την κινούμενη μάζα του πρωτοπλάσματος.

Μερικά θεωρητικά συμπεράσματα

Θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια με συντομία τα συμ­περάσματα στα όποια καταλήξαμε από την πειραματική επαλήθευση της θεωρίας του οργασμού.

  1. Η σεξουαλική διέγερση είναι λειτουργικά ταυτό­σημη με τη συσσώρευση βιοενεργειακής φόρτισης στις ερωτογόνες ζώνες. Η διέγερση του άγχους συμβαδίζει με μείωση της επιφανειακής φόρτισης. Η έννοια της «λίμπιντο» ως μέτρο της «ψυχικής ενέργειας», δεν είναι πια μια απλή μεταφορά, αλλά βρίσκει εφαρμογή σε ενεργειακές διεργασίες. Επομένως, η σεξουαλική λειτουργία είναι μια από τις γενικές ηλεκτρικές[10] διεργασίες που παρουσιάζονται στη φύση.
  2. Το δέρμα και οι βλεννογόνες μεμβράνες εμφανίζουν δυνα­μικό ηρεμίας (ΔΗ) που στο ίδιο άτομο κυμαίνεται μέσα σε ορισμένα όρια και αντιστοιχεί στην κατάσταση της μη διέγερσης. Το δυναμικό ηρεμίας αντιστοιχεί στη διαρκή, ομοιογενή βιοηλεκτρική φόρτιση της επιφάνειας του οργανισμού.
  3. Το σύστημα των νευροφυτικών γαγγλίων («νευροφυτικό κέντρο»), μαζί με ολόκληρο το σύστημα βιολογικών ηλεκτρολυτών και μεμβρανών, είναι η πηγή της φόρτισης της επιφάνειας. Οι ερωτογόνες ζώνες έχουν την ικανότητα να καταγράφουν ιδιαίτερα έντονες αισθήσεις και να παράγουν μεγάλα βιοηλεκτρικά[11] φορτία. Ως επιφανειακές ζώνες, που διεγείρονται πιο εύκολα και πιο έντονα από το υπόλοιπο δέρμα, δεν έχουν μόνο υψηλότερο δυναμικό ηρεμίας γενικά, αλλά και το δυναμικό τους διακυμαίνεται σε μεγαλύτερο εύρος, παρακολουθώντας την κατάσταση διέγερσής τους. Ένα υψηλότερο ηλεκτρικό δυναμικό αντιστοιχεί επίσης σε μια πιο έντονη κατάσταση διέγερσης, που βιώνεται υποκειμε­νικά ως εντονότερη αίσθηση διέγερσης ή ρεύματος. Παρόμοια, η μείωση της διέγερσης συμβαδίζει με τη μεί­ωση του δυναμικού. Οι ειδικές αισθήσεις ηδονής ή δυσαρέσκειας διαφέρουν από τις απλές αισθήσεις πίεσης ή επαφής που δεν συνδέονται με την ηδονή ή τη δυσαρέσκεια. Η κλινική πείρα έχει δείξει επίσης ότι οι καταστάσεις της σεξουαλικής διέγερσης ή του άγχους, διαφέρουν και από τις άλλες αισθήσεις τόσο στην ένταση όσο και στον τρόπο με τον οποίο βιώνονται. Στα πειράματα, συνεπώς, μπορούμε να τις διακρίνουμε ξεκάθαρα απ’ όλες τις άλλες διεργασίες.
  4. Η απλούστερη μορφή με την οποία εμφανίζεται η ερωτογόνος διέγερση είναι η αίσθηση κνησμού ή γαργαλήματος. Το δυναμικό μιας ερωτογόνου ζώνης διαφέρει, ανάλογα με το αν υπάρχει ή όχι αίσθηση κνησμού ή γαργαλήματος. Αυτό που περιγράφουν οι ασθενείς μας στα τελευταία στάδια της χαρακτηραναλυτικής θεραπευ­τικής αγωγής σαν «ρευστά» ή «γλυκειά αίσθηση» ή «ρίγη ηδονής» κ.λπ., πρέπει να θεωρείται ως κατάσταση προοργασμικής διέγερσης ή προοργασμικής αύξησης του δυναμικού. Ανάλογα με τον βαθμό έντασης της αίσθησης, η προοργασμική αυτή διέγερση συμβα­δίζει με ένα αντίστοιχο βαθμό ηλεκτρικού[12] δυναμικού της εν λόγω ζώνης.
  5. Η παθητική μηχανική υπεραιμία ενός ερωτογόνου οργάνου, δεν επιφέρει άνοδο της φόρτισης πάνω από το δυναμικό ηρεμίας. Αντίθετα, η αγγειακή υπεραιμία ή η διόγκωση του ιστού που ακολουθεί τον ερωτογόνο ερεθισμό και που συνδέεται με ηδονικές αισθήσεις, προκαλεί μια ευδιάκριτη άνοδο πάνω από το δυναμικό ηρεμίας. Επομένως, η μηχανικής προέλευσης διόγκωση πρέπει να συν­δυαστεί με μια ηλεκτρική φόρτιση της επιφάνειας για να μπορέσει να δημιουργήσει ερωτική αίσθηση· δηλαδή, για να είναι «σεξουαλική». Τα θετικά αποτελέσματα αυτών των πειραμάτων αποδεικνύουν την ορθότητα της υπόθεσης ότι το άλμα από τη μηχανική διόγκωση ως την ηλεκτρική[13] φόρτιση, είναι μια ειδική σεξουαλικο-βιολογική διεργασία. Το πρώτο μέρος του κανόνα του οργασμού έχει επαληθευτεί.
  6. Η σεξουαλική τριβή είναι μια βιολογική δραστηριό­τητα που διέπεται από την εναλλαγή φόρτισης και εκφόρτισης. Η εκφόρτιση είναι πάντοτε ηδονική· η φόρτιση είναι πάντοτε ηδονική, φτάνει να ακολουθείται από εκφόρτιση.
  7. Βασιζόμενο στα υποκειμενικά του συναισθήματα στην πορεί­α της διέγερσης, ένα άτομο χωρίς ψυχικές διαταραχές που είναι σε θέση να νιώθει τόσο οργασμικές όσο και προοργασμικές αισθήσεις, μπορεί να υποδείξει τις τιμές που εμφανίζει η συσκευή καταγραφής (άνοδο, πτώση, κτλ.). Η ένταση της ηδονικής αίσθησης αντιστοιχεί στην ποιότητα της ηλεκτρικής επιφανειακής φόρτισης και αντίστροφα.
  8. Αυτά τα πειραματικά αποτελέσματα είναι πολύ σημα­ντικά για τη θεωρία της σχέσης σώματος-ψυχής. Αν πρα­γματικά υπάρχουν προοργασμικό και οργασμικό δυνα­μικό και αν οι αντίστοιχες αισθήσεις είναι ακριβείς αντανακλάσεις των αντικειμενικά επαληθεύσιμων διεργασιών διέγερσης, τότε έχει αποδειχτεί η λειτουργική ταυτότητα και αντίθεση των σωματικών διεργασιών και της αίσθησης ηδονής-δυσαρέσκειας. Η ποσότητα του επιφανειακού δυναμικού και η ένταση των ερωτογόνων ή νευροφυτικών αισθήσεων είναι λειτουργικά ταυτόσημες. Αυτό που περιμένει ακόμη την ερμηνεία του είναι το γιατί οι μη ερωτογόνες αισθήσεις, όπως οι αισθήσεις επαφής και πίεσης, δεν προκαλούν άνοδο του δυναμικού.
  9. Αφού μόνο οι νευροφυτικές αισθήσεις ηδονής συ­νοδεύονται από αύξηση της περιφερειακής φόρτισης και αφού η δυσαρέσκεια, το άγχος, η ενόχληση, η πίεση, κτλ., προκαλούν μετατόπιση προς αρνητικά δυναμικά, μπορούμε δικαιολογημένα να υποθέσουμε ότι η ερωτογόνος διέ­γερση, αντιπροσωπεύει την ειδικά παραγωγική διεργασία του ζωντανού οργανισμού. Θα έπρεπε να μπορούσαμε να το επαληθεύσουμε και σε άλλες βιολογικές διεργασίες, όπως στην κυττα­ρική διαίρεση, όπου, παράλληλα με τη βιολογικά παρα­γωγική δραστηριότητα της διαίρεσης, το κύτταρο θα έπρεπε να αναπτύσσει και υψηλότερη επιφανειακή φόρτιση. Η σεξουαλική διεργασία επομένως, είναι αυτή καθαυτή η βιολογική-παραγωγική ενεργειακή διεργασία. Το άγχος είναι η αντίθετη θεμελιώδης βιολογική κατεύθυνση, ανάλογη με τον θάνατο, χωρίς όμως να ταυτίζεται με αυτόν.
  10. Αν είναι σωστή η υπόθεση ότι ο οργασμός είναι ένα θεμελιώδες ζωικό φαινόμενο, τότε ο αντίστοιχος κανόνας της έντασης → φόρτισης → εκφόρτισης → χαλάρωσης πρέπει να είναι ο γενικός κανόνας των ζωντανών λειτουργιών και δεν θα πρέπει να ισχύει στην ανόργανη ύλη. Η καρδιά, τα έντερα, οι πνεύμονες, η ουροδόχος κύστη, καθώς και η κυτταρική διαίρεση λειτουργούν μ’ αυτόν το βιολογικό ρυθμό.
  11. Ο τρόπος με τον οποίο ρυθμίζεται η σεξουαλική (ηδονή, βιολογική ενέργεια) οικονομία και οι σεξουαλικές-οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, αποκτούν μεγα­λύτερη σημασία άπ’ ό,τι στο παρελθόν σε σχέση με την παθολογία των οργάνων και ιδιαίτερα σε σχέση με την κατανόηση όλων των νοσημάτων, που πρέπει να θεωρού­νται διαταραχές της νευροφυτικής ισορροπίας δηλαδή, βιοπάθειες.

Τώρα που φτάσαμε στο τέλος αυτών των σοβαρών συμπερασμάτων που έχουν ευρύτατες συνέπειες, πρέπει να προσέξουμε μια εξίσου σοβαρή προειδοποίηση: να μην επιτρέψουμε στον εαυτό μας να παρασυρθεί από το παιγνίδι των θεωρητικών προοπτικών και να αντικαταστήσει την έγκυρη κλινική πείρα που υποστηρίζεται από την πειραματική έρευνα, με απλά διανοητικά οικοδομήματα. Το ίδιο δικαιολογημένη είναι και μια αντίστροφη προειδοποίηση: ότι πρέπει δηλαδή να διατυπώνουμε σωστές υποθέσεις και να διορθώ­νουμε βαθιά χαραγμένες αντιλήψεις υπό το φως νέων θεωριών, έτσι ώστε να μη τελματώνει η κλινική αγωγή και το πείραμα.

[1] [1945] Στην πραγματικότητα, η φύση των διεργασιών που εμπλέκον­ται εδώ είναι οργονοτική και όχι ηλεκτρική. Είναι κάτι που δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε το 1936, όταν γραφόταν αυτή η μελέτη. Η οργονοτική διέγερση του οργανισμού μπορεί να μετρηθεί σε εκατοντάδες βολτ στην κλίμακα του μετρητή οργονοενεργειακού πεδίου. Οι εκατοντάδες αυτές των βολτ της οργονοτικής διέγερσης εμφανίζονται στον παλμογράφο μόνο ως ηλεκτρικά μιλιβόλτ. Είναι προφανές ότι οι μετρήσεις της τάξης των εκατοντάδων βολτ είναι πολύ πιο κατάλληλες για την ποσότητα της διέγερσης ενός ζωντανού οργανισμού από τα μιλιβολτ των μετρή­σεων του παλμογράφου.

[2] Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1937 στην Κοπεγχάγη, στα Γερμανικά, σε μη αναθεωρημένη μορφή, από τις εκδόσεις Σεξπόλ.

[3] Η παρατήρηση αυτή ανασκευάζει την πιθανή αντίρρηση ότι η περιπλάνηση ενδεχομένως να είναι αποτέλεσμα φαινομένων που προκαλεί το ηλεκτρόδιο. Τα φαινόμενα του ηλεκτροδίου θα έπρεπε να εμφανίζονται κάθε φορά.

[4] Τα αποτελέσματα που παρουσιάζονται εδώ βρίσκονται σε συμφωνία με φαινόμενα ήδη γνωστά στην πειραματική φυσική. Όταν δύο διαφορετικά υλικά ερθουν σε επαφή μεταξύ τους, ανάμεσα στις εφαπτόμενες επιφάνειες ή στις όριακές στοιβάδες δημιουργούνται «ηλεκτρικά πεδία». Δύο διαφορετικά σώματα —για παράδειγμα, ένα χέρι και μαλλιά— συνδέονται, μέσω ενός καλωδίου με ένα αμπερόμετρο. Όταν το χέρι και τα μαλλιά έρχονται σε απαλή επαφή, τα δύο αυτά σώματα βρίσκονται σε μοριακή απόσταση 10-8 εκατοστών. Σύμφωνα με τη φυσική ερμηνεία, το ένα σώμα (για παράδειγμα το χέρι) παραχωρεί ηλεκτρόνια στο άλλο (στα μαλλιά), και το δεύτερο τα συσσωρεύει («απορ­ροφά») κατά κάποιο τρόπο στην επιφάνειά του. Έτσι, δημιουργείται στην όριακή στιβάδα ένα ηλεκτρικό πεδίο με πολύ κοντές δυναμικές γραμμές. Το πεδίο αυτό λέγεται «διπλή στιβάδα» και η τάση του είναι γνωστή ως «τάση επαφής», το μέγεθος της οποίας είναι κατά προσέγγιση 0,001 έως 1 βόλτ, όπως και στα δικά μας αποτελέσματα. Αν το χέρι χαϊδέψει τα μαλλιά, οι δυναμικές γραμμές επιμηκύνονται. Η τάση ανάμεσα στο χέρι και τα μαλλιά αυξάνεται σε υψηλές τιμές και ο πυκνωτής που σχηματίζουν αυτά τα δύο υλικά εκφορτίζεται μέσω του αμπερόμετρου. Το αμπερόμετρο δείχνει άνοδο της τάσης με μια ξαφνική απόκλιση της βελόνας. Όπως δείχνει το συγκεκριμένο πείραμα, το πείραμα αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με κάθε είδους σώμα. Και τα δύο σώματα μπορεί να είναι μονωτικά ή το ένα απ’ αυτά να είναι μέταλλο. Δεν πρέπει όμως να είναι και τα δύο αγωγοί (σύμφωνα με τον R.W. Pohl, «Elektrizitätslehre», 1935, σελίδα 196). Τα φυσικά αυτά ευρήματα όμως και οι ερμηνείες δεν μας λένε τίποτα για την προέλευση της αυξημένης φόρτισης της ερωτογόνου επιφάνειας.

[5] στμ: Ο Ράιχ εννοεί την λωρίδα χαρτιού που χρησιμοποιούσε το καταγραφικό τμήμα της συσκευής του.

[6] [Σημείωση του 1945] Η βιοφυσική αντίδραση απογοήτευσης καταλήγει σε παραίτηση, συρρίκνωση των όργάνων, ακόμα και σε απώλεια ύλης, όπως στην περίπτωση της βιοπάθειας της καρκινωματικής συρρίκνω­σης. Βλ. και τα κεφάλαια 5 (The Carcinomatous Shrinking Biopathy) και 8 (Results of Experimental Orgone therapy in Humans with Cancer) του βιβλίου με τίτλο The Cancer Biopathy.

[7] [Σημείωση του 1945] Στο διάστημα που μεσολάβησε από τότε μπορέσαμε και ερμηνεύσαμε αυτό το φαινόμενο: το οργονικό πεδίο τού χεριού συμπεριφέρεται με βιολογικό τρόπο στο υγρό ύφασμα.

[8] [Σημείωση του 1945] Διόρθωση: μεταφορά φορτίων οργόνης.

[9] [1945] Στα δέκα χρόνια που ακολούθησαν, το στοιχείο αυτό από τη φυσιολογία αποτέλεσε τη βάση της νευροφυτοθεραπείας, της νέας τεχνικής στη θεραπευτική αγωγή των βιοπαθειών. Βλ. Η Λει­τουργία του οργασμού.

[10] [Σημείωση του 1945] Οργονοτικές.

[11] [Σημείωση του 1945] Οργονοτικά.

[12] [Σημείωση του 1945] Οργονοτικού.

[13] [Σημείωση του 1945] Οργονοτική.